Το όνομα του βουνού ήταν Μεγάλη καρδιά, δεν είχε όμως σημασία για μένα η ονοματοδοσία. Αυτό το βουνό έμοιαζε με την γλώσσα που κουβαλούσα μέσα μου. Οι λέξεις μου ήταν σαν τις κορφές του, καθάριες και δυνατές. Στις πλαγιές, τα δέντρα ταξίδευαν του ήχους τους, σε όλη την πλάση. Κι οι μεγάλοι βράχοι, σαν να κρέμονταν από αόρατα συντακτικά και γραμματικά σκοινιά, έπλεκαν ποιήματα και ιστορίες. Σε κάθε διάσελο ανάβλυζαν νερά, γλωσσικοί λουτήρες όπου εξαφανίζονταν οι αστοχίες της δημιουργίας και οι πλάνες των αισθήσεων. Κάποιες πέτρινες άκρες απλώνονταν προστατευτικά πάνω από το κεφάλι μου και με σκέπαζαν, αθάνατη η προστασία του Λόγου στην ψυχή μου. Η γλώσσα μου, ήταν σαν αυτό το πανύψηλο βουνό, κόντευε να συνομιλήσει με τον Θεό. Σε αυτό το βουνό συμφωνήσαμε μια μέρα να ανεβούμε μαζί με την αγαπημένη μου, να της δείξω την δόξα του Λόγου και την ομορφιά του κόσμου. Εκεί στην κορυφή θα ήταν ο θρόνος μας, μόνοι μας, οι δυο μας, πέρα κι έξω από το ανθρωπομάζωμα των πόλεων, από την δυσοσμία και την δυσμορφία του πλήθους, τους ζωώδεις φόβους και τις αγελαίες ακολουθίες. Αλλά όταν έφτασε η ώρα της ανάβασης, με ικέτευσε να μην με ακολουθήσει, αρνήθηκε ολοκληρωτικά. Φόβος, μεμψιμοιρίες και προφάσεις. Δεν είχε την γενναιότητα για τα υψηλά και τα πλούσια, πνευματική οκνηρία και σωματική δειλία. Σκαρφάλωσα μόνος στην Μεγάλη καρδιά, να ατενίσω την απέραντη μοναξιά, την ομορφιά του Λόγου και την δόξα του κόσμου
Σάββατο 27 Απριλίου 2024
Χριστόφορος Τριάντης (Το Βουνό)
Παρασκευή 26 Απριλίου 2024
Βορράς χωρίς νότο (Απόσπασμα)
«Αλήθεια πως είναι να σκοτώνεις ανθρώπους χωρίς να σε πιάνουνε Μάρκ;»
Τον ρώτησα.
Χαμογέλασε.
«Η αλήθεια ήταν ότι κάποτε ούτε εγώ το είχα σκεφτεί. Απλά με παρέσυρε η μέθη, η μεταλλική μυρωδιά του αίματος και η έκσταση της τεμαχισμένης σάρκας. Δεν είχα μπει καν στον κόπο να αναλογιστώ κατά πόσο ανήθικο ήταν όλο αυτό. Είχα όμως μια ταυτότητα Νίκολας, καλά κρυμμένη βέβαια αλλά πραγματική, για τον υπόλοιπο κόσμο ήμουν ένας ευτραφής αστός από τα εύπορα προάστια του Ντιτρόιτ, για τις αστυνομικές αρχές ήμουν ένας σίριαλ κίλερ που σπαζοκεφάλιαζαν για να τον εντοπίσουν, για μένα ήμουν ένας άνθρωπος που απλά του άρεσε να σκοτώνει, άλλοι προτιμούν να σκοτώνουν την ώρα τους, άλλοι να απατάνε τη γυναίκα τους, άλλοι να τα πίνουνε μέχρι τα ξημερώματα»
Το τελευταίο παράδειγμα το πρόφερε με νόημα και μια δόση ειρωνείας, μπορούσα εύκολα να καταλάβω που απευθυνόταν.
« Λίγα χρόνια νωρίτερα έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο εγκληματολογίας»
Συνέχισε.
« Μιλούσε για μια ξεχωριστή κατηγορία δολοφόνων που ο κόσμος και οι εφημερίδες τους συγχέουν εσφαλμένα με τους σήριαλ-κίλερ. Αυτό το είδος ονομάζεται κρος-κίλερ. Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν μαζέψει αρκετές οικονομίες για να κάνουν το γύρο του κόσμου αεροπορικώς ώστε να εντοπίζουν τα θύματα τους. Ο κρος-κίλερ, εν αντιθέσει με τον σήριαλ κίλερ, δεν αφήνει ίχνη πίσω του γιατί μετακινείται διαρκώς, αν ο τελευταίος είναι ένας σπιτόγατος που σκοτώνει πουλιά και ποντίκια στη γειτονιά του, ο πρώτος είναι ένα αποδημητικό πουλί, ένας λευκός καρχαρίας που πάει κόντρα στο ρεύμα αναζητώντας τη λεία του, βρίσκεται εν ολίγοις στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Το στίγμα του είναι στον βορρά, αλλά όλοι οι άλλοι το ψάχνουν στο νότο»
Χαμογέλασα αδρά με τη σκέψη ότι τοποθετούσε μέσα στο πλαίσιο της τροφικής αλυσίδας τον κανιβαλισμό. Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχαμε ακόμα σαν κοινωνία ξεπεράσει την ηθική αναστολή να τρώμε ο ένας τις σάρκες του άλλου, όμως σε συμβολικό και μεταφορικό επίπεδο κάτι τέτοιο αποτελούσε αυτονόητο συστατικό της καθημερινότητας. Φέρνοντας στο νου μου ξανά τη νυχτερινή πιάτσα διασκέδασης που είχαμε ξεκινήσει το βράδυ μας μπορούσα ξεκάθαρα να διακρίνω τους κανόνες ενός παιχνιδιού χωρίς ουσιαστικό διακύβευμα πέρα από την αίσθηση της φτηνής υπεροχής. Το μαντρί μετατρεπόταν σε ρωμαϊκή αρένα ή σχολικό προαύλιο, οι κοινωνικά πιο αδύνατοι, οι παρεξηγημένοι και οι αποσυνάγωγοι απομονώνονταν και λοιδορούνταν παντοιοτρόπως, τα αισχρά κουτσομπολιά κυκλοφορούσαν στην ατμόσφαιρα ως μέσο εκμηδένισης του αποδέκτη τους. Όσο κι αν στο δικό μου μυαλό αδυνατούσα να βρω μια λογική απάντηση για όλα αυτά, η εξήγηση ήταν υπερβολικά απλή. Ο κόσμος δεν έβγαζε την κακία, το φθόνο, τη μιζέρια, το σαρκασμό και την επιθετικότητα του μόνο εκεί αλλά σε οποιαδήποτε έκφανση της κοινωνικής του ζωής. Όσο το τίποτα του τον στραγγάλιζε, τόσο προσπαθούσε να χαλαρώσει τη θηλιά φαντασιωνόμενος το ρόλο του δήμιου.
Ήταν τρωκτικά με ανθρώπινη προβιά ή άνθρωποι με γονίδια τρωκτικών, μια εφιαλτική μετάλλαξη που απλωνόταν ενδημικά στη βρώμικη λεκάνη της πόλης. Εμφανιζόταν στους χώρους εργασίας, στις οδικές αρτηρίες, στα πεζοδρόμια, στα μπαρ και τον ανώνυμο ωκεανό του διαδικτύου. Κάποτε είχα διαβάσει ότι το ίντερνετ ήταν το νούμερο ένα μέσο εκδήλωσης θυμού και φθόνου. Όταν όλα αυτά τα ρετάλια που είχαμε προηγουμένως συναντήσει αποσύρονταν σπίτι δεν κοιμόντουσαν αμέσως, παρά τιτίβιζαν τα απωθημένα που δεν είχαν προλάβει να ξεράσουν πάνω στη μπάρα ή τις λεκιασμένες με αλκοόλ και στάχτη φορμάικες. Είχα κουραστεί να αφήνω τα γιατί μου μετέωρα, οι μικρόκοσμοι ήταν απλά έτσι οργανωμένοι για να συνθέτουν στο σύνολο τους έναν δύσοσμο βόθρο που ονομαζόταν Αθήνα, ένα χρεωκοπημένο κωλοχανείο που η λαμπρή, φωταγωγημένη κορωνίδα της φάνταζε κακόγουστη φάρσα ή διαμαντένιο άστρο πάνω σε ψωραλέο έλατο πλουμισμένο με φτηνές γιρλάντες και σκονισμένες, ξέθωρες χριστουγεννιάτικες μπάλες.
Ο Μάρκ είχε εισβάλλει στην έδρα τους επιλέγοντας ένα απειροελάχιστο αλλά τυπικό δείγμα που έτυχε να βρεθεί στο διάβα του και με τον νοερό μαγικό αυλό του τους είχε οδηγήσει στον πνιγμό σαν πειθήνια ποντίκια. Δεν ήταν κακοποιοί, με την ωμότητα αλλά και την γοητευτική αυθεντικότητα που συνόδευε αυτή την κατηγορία ανθρώπων, δεν ήταν καν οι συμπαθείς, αναξιοπαθούντες φτοχωδιάβολοι όπως εκείνοι που αντίκριζα στην Ομόνοια και τα στενάκια της να περιφέρονται χωρίς νόημα ύπαρξης, ήταν απλά μικροκακοποιοί με όλο το ψέμα, την προσποίηση και την κενότητα που θα μπορούσε κανείς να τους αποδώσει. Αποτελούσαν την ιδανική λεία για τον καρχαρία των πέντε Ηπείρων, όπως ήθελε και επιθυμούσε να αυτοπροσδιορίζεται. Η απώλεια τους ουδόλως θα διατάραζε την τροφική αλυσίδα του πλανήτη, δεν ήταν ακριβώς απαραίτητη αλλά ούτε και περιττή, οι κοινωνικές δομές δεν θα άλλαζαν προς το καλύτερο αλλά ούτε και προς το χειρότερο, οι δείκτες των χρηματιστηρίων θα έμεναν ανέπαφοι. Ωστόσο οι προσωπικότητες τους ήταν τόσο ανεπαρκείς και άτεχνα σμιλεμένες που ο θάνατος τους δύσκολα θα προξενούσε ένα αληθινό και πολύτιμο δάκρυ πέρα από τα αυτονόητα και συναισθηματικά φορτισμένα των ελάχιστων οικείων τους.
Τετάρτη 24 Απριλίου 2024
Τζων Μπιούκαν (1875-1940), «39 σκαλοπάτια»
Ο κανόνας 7-38-55. Στη βάση αυτού, ο νεαρός Ρίτσαρντ Χάναϋ προδόθηκε και μπήκε στη μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής του. Όπως συμβαίνει και στο Στέφανο Μαυροειδή στο «Νυχτερινό Τηλεφώνημα» του Γιάννη Μαρή, είναι ένας νεαρός, που στα 37 του, μπουχτισμένος από τη ρουτίνα, εύχεται να συμβεί κάτι, ώστε να μην… πεθάνει από ανία. Ένας τουρίστας στην παλιά του πόλη, το Λονδίνο, όπου μετά την περαντζάδα του, τον βρίσκει ένας παράξενος τύπος, ο Φράνκλιν Σάντερ, ο οποίος παραφυλάει έξω από την πόρτα του δωματίου του.
Ο Σάντερ τον βρίσκει φυσιογνωμικά έντιμο και έτσι αποφασίζει να του ξεφουρνίσει μια τρομερή ιστορία: ο Έλληνας πρωθυπουργός, Καρολίδης, πρόκειται να δολοφονηθεί στην επικείμενη επίσκεψή του στο Λονδίνο! Η δολοφονία θα πραγματοποιηθεί από μια οργάνωση, τη «Μαύρη Πέτρα» και πρόκειται ούτε λίγο ούτε πολύ να πυροδοτήσει ένα παγκόσμιο πόλεμο! Το αποκορύφωμα: ο Σάντερ, μερικές ώρες μετά, θα βρεθεί νεκρός στο χώρο διαμονής του Χάναΰ, με τον ίδιο να γίνεται από το πουθενά καταζητούμενος. Έχει λίγες ώρες να κανονίσει τη φυγή του. Έτσι, συν τοις άλλοις, θα γίνει και φυγάς, εφόσον θα υποδυθεί το… γαλατά, ώσπου να βγει εκτός πεδίου όρασης των (αρχικών) εχθρών.
Έτσι, στις πρώτες σελίδες έχουμε παρακολουθήσει την «μεγάλη ανία» του πρωταγωνιστή, ο οποίος, κάπως όπως ο George Stobbart στο περιβόητο “Broken Sword”, θα βρεθεί από σπόντα μπλεγμένος σε ένα σχέδιο τρομερό, σε μια αποστολή ζωής και θανάτου. Στο δεύτερο τμήμα, παρακολουθούμε ασθμαίνοντας τον Χάναϋ να παίρνει το ένα τρένο και τον ένα δρόμο μετά το άλλο, να περπατάει στην ύπαιθρο της Σκοτίας, να συναντά μυστηριώδεις χαρακτήρες, να αντιπαρέρχεται αστυνομικούς που τον αναζητούν και να υποδύεται διάφορους ρόλους… Στο τρίτο, ο Χάναϋ έχει πια βεβαιωθεί ότι το βρετανικό κράτος δεν τον έχει για καταζητούμενο και ψάχνει τρόπο να βοηθήσει τις επίσημες αρχές της χώρας του να πιάσουν τους διεθνείς συνωμότες.
Τα «39 σκαλοπάτια» είναι ένα έργο που φέρνει στο νου ορισμένες από τις καλύτερες στιγμές της κατασκοπικής και αστυνομικής λογοτεχνίας. Οι περιγραφές των τοπίων είναι ιδιαίτερα κομψές, η αίσθηση απειλής και η ένταση γνήσια και συνεχής, οι λεπτές παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα που αντλεί ο πρωταγωνιστής αξιοσημείωτα, ενώ η πορεία του, ιδιαίτερα στο δεύτερο τμήμα, διαβάζεται εναγωνίως, αφού δεν ξέρουμε πότε οι δύο ισχυρές δυνάμεις που τον κυνηγούν θα τον φτάσουν. Το εύρημα με τους χαρακτήρες που έχουν τοποθετήσει τον εαυτό τους κατά τρόπο φυσικό σε εντελώς άλλο ρόλο ως κορυφαία μεταμφίεση είναι επίσης καταπληκτικό. Επίσης εκπληκτικό το πόσο κοντά έπεσε ο συγγραφέας στην περιγραφή της έναρξης του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εφόσον γράφτηκε λίγα χρόνια πριν από αυτόν!
Το συγκεκριμένο έργο είχε και καλή υποδοχή από τους κριτικούς αλλά και ικανή εμπορική επιτυχία στην εποχή του. Δεν είναι τυχαίο ότι θυμίζει σε σημεία Γιάννη Μαρή καθώς και –στους παρατηρητικούς- στοιχεία από κορυφαίες αστυνομικές σειρές…
Σε γενικές γραμμές, τα «39 σκαλοπάτια» είναι ένα έργο που δε θα μπορούσε να έχει γραφτεί από συγγραφείς που σήμερα πουλάνε αυτό, αύριο το άλλο και γενικώς την καλλιτεχνική τους τιμή με τα ποικίλα reinventions, ώστε να μείνουν… relevant και στον αφρό. Κι αυτό, γιατί είναι ένα έργο με ψυχή, καλοδουλεμένο οπωσδήποτε και καλά δομημένο, αλλά και με πλουσιότατο ταλέντο και εσωτερική πνοή να διαλάμπει εντός του. Και τέτοια έργα δε γράφονται ούτε από εξωνημένους ούτε από μιμητές.
Τετάρτη 17 Απριλίου 2024
Βενσάν Πεγιόν- Aurora (Κριτική)
Aurora είναι ένας πολυεθνικός όμιλος που προσπαθεί να ελέγξει τα κοιτάσματα της Αρκτικής, είναι επίσης μια συνομωσία νεοναζί τσόγλανων που ξεκινά από τους σκίνχεντς στα παρακμιακά καφέ της Κοπεγχάγης φτάνοντας μέχρι υψηλόβαθμους αξιωματούχους του ΝΑΤΟ με έναν υπέργηρο μεγιστάνα αρχηγό που το μίσος του αρχίζει και τελειώνει στην ταπεινωτική ήττα των Ες-Ες εφτά δεκαετίες νωρίτερα. Τι θα συμβεί όμως όταν μια ομάδα παλαίμαχων κιντονίμ (η αιχμή του δόρατος της Μοσάντ) αποφασίσει να τους εξολοθρεύσει έναν έναν;
Το μυθιστόρημα του Πεγιόν μπορεί να ιδωθεί ως μια παρτίδα γεωπολιτικού σκακιού όπου οι θύτες με τα θύματα, οι υποκινητές με τους υποκινούμενους εναλλάσσονται διαρκώς. Μπορεί επίσης να ιδωθεί και ως ένα χορταστικό blockbuster action movie όπου οι σκηνές δράσης ξεδιπλώνονται κινηματογραφικά καθηλώνοντας τον αναγνώστη. Το σίγουρο είναι πως ο συγγραφέας το κατέχει το κατασκοπευτικό μυθιστόρημα. Έφτασε άλλωστε στη γενέτειρα του μέχρι το βουλευτικό θώκο γεγονός που μαρτυρά- εν αντιθέσει με τα καθ ημάς άμπαλα «στράκια» που πάνε και γλύφουν τις αιμορροΐδες της Μπούρα- σοβαρό τόσο πνευματικό όσο και επαγγελματικό υπόβαθρο. Κλείνει η παρένθεση.
Το Aurora δεν είναι μόνο ένα άρτια δομημένο και καλογραμμένο μυθιστόρημα, είναι πάνω από όλα ένα νέο νουάρ που πάτα πάνω στα χνάρια του Ιζζό, του Ζιλ Βενσάν και της πλούσιας Γαλλικής παράδοσης του είδους.
Καλόγουστη και σοβαρή χωρίς χτυπητά μεταφραστικά λάθη η Ελληνική έκδοση από έναν οίκο (Πόλις) που γενικώς έχει παραδώσει δυνατά διαπιστευτήρια μέσα στη γενικότερη σηπτική μούργα. Οπωσδήποτε ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή μας όχι μόνο για την καθηλωτική κατασκοπευτική πλοκή του αλλά και για τις καθαρότατες προθέσεις του συγγραφέα απέναντι στο ίδιο του το κοινό…
Τρίτη 16 Απριλίου 2024
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ (Χριστόφορος Τριάντης)
"Το να είμαι ένας χρήσιμος άνθρωπος, μου φαινόταν πάντα εντελώς αποτρόπαιο"
Μποντλαίρ
Ο πατέρας μου θεωρούσε το γεγονός ότι σπαταλούσα τις ώρες μου γράφοντας, μια ενασχόληση χωρίς νόημα και κυρίως χωρίς όφελος (κανένα). Πίστευε ότι μόνο η εργασία που είναι οικονομικά χρήσιμη έχει αξία για τον πολιτισμένο άνθρωπο, για τον άνθρωπο που θέλει η ζωή του να είναι γεμάτη αγαθά. Τόνιζε ιδιαίτερα την λέξη αξία.
Οι παρατηρήσεις είχαν και συνέχεια. Έλεγε με στόμφο στις παρέες των φίλων του, ότι ήμουν μη φυσιολογικός που ασχολιόμουν με την συγγραφή, μια ασύμφορη –οικονομικά- διαδικασία. Αλλά δεν έδινα και μεγάλη σημασία στις πατρικές παρατηρήσεις. Γνήσια τοξικές και φανερά χειριστικές, για να χρησιμοποιήσω και την σύγχρονη ψυχιατρική ορολογία.
Η γραφή μου προσέφερε ελευθερία, έστω εκείνες τις στιγμές που γέμιζα τα λευκά χαρτιά με λέξεις. Τολμούσα να ‘μαι διαφορετικός, να μην ανήκω στο πλήθος που αιώνες εκτελεί τις ίδιες διαδρομές, έχοντας έναν κοινό σκοπό, κατευθυνόμενο απ’ την τύχη, κερδίζοντας κάποια στιγμή κάποια αρρώστια και υπηρετώντας την ανάγκη από φόβο. Μοχθούσα να παραμείνω αισθητικά οχυρωμένος. Αντιμετώπιζα τις ποσότητες της χυδαιότητας με την υπεράσπιση της ανθρωπιάς, της ακεραιότητας των ηρώων μου. Η ηθική των γραπτών μου εναντιωνόταν στην γελοία ηθική των δημοσιογραφικών συναφειών κι αναλύσεων. Αγωνιζόμουν να αντιπαλέψω τις μικροαστικές λογικές για φυσικά και αφύσικα μεγέθη, όσο ήταν ο καιρός κι ο χρόνος ήταν βοηθός. Ιδιαίτερα, πολεμούσα τη γονική πεποίθηση να βρω δραστηριότητες που θα ενίσχυαν το οικογενειακό ταμείο και θα συντελούσαν στην επίτευξη της πολυπόθητης κανονικότητας.
Τετάρτη 3 Απριλίου 2024
Έλληνες σκατόψυχοι «συγγραφείς»
Πριν από μερικά χρόνια συγγραφέας του συστήματος με παραδοχή προβλημάτων ψυχικής υγείας ποστάρει μια φωτογραφία από το νοσοκομείο έπειτα από απόπειρα αυτοκτονίας. Την αμέσως επόμενη στιγμή ατάλαντος γόνος (επίσης του συστήματος) χρησιμοποιεί, αλλά και αμφισβητεί, το γεγονός με ειρωνική ανάρτηση πως θα δημοσιεύσει ανάλογη φωτογραφία για να αυξήσει τις πωλήσεις του.
Δεν θα σταθούμε στο αν ο πρώτος έκανε θέατρο καθώς η σκατοψυχιά του δεύτερου θα πρέπει- σε κάθε περίπτωση- να θεωρείται δεδομένη. Για να το θέσουμε όσο πιο απλά μπορούμε με ζητήματα ψυχικής υγείας δεν παίζουμε…
Όπως και να’ χει η ίντριγκα, η κατινιά, η μικροψυχία, οι λυκοφιλίες, τα πισωμαχαιρώματα, η ζήλια και ο φθόνος βρίσκονται στην καθημερινή ατζέντα των «υψηλών κλιμακίων» της εγχώριας λογοτεχνίας. Οι εκδοτικοί μεγαλονταβατζήδες άλλωστε πετάν τη σκούφια τους και χαρίζουν και το νεφρό τους για χαμηλού ήθους υφιστάμενους οι οποίοι όταν θα χρειαστεί θα γίνουν και φωνακλάδες. Ο ντόρος αυξάνει τις πωλήσεις οι πωλήσεις αυξάνουν το τζίρο (τα ΑΡΔάκια είναι άλλωστε πρόθυμα να πριμοδοτήσουν κάνοντας την οποιαδήποτε κατινιά πρώτη είδηση).
Έχοντας καταλάβει το παιχνίδι οι βαρύγδουπες δηλώσεις απύθμενης χυδαιότητας δεν προκαλούν εντύπωση, από τη Διβάνη μέχρι τον Μαγκλίνη ο υπόνομος χωράει πολλούς και όσο περισσότεροι τόσο καλύτερα.
Αναρωτιέμαι τι άποψη θα είχαν ο καυστικότατος Ροΐδης, ο παιγνιώδης Χριστιανόπουλος, ο αιρετικός Καρυωτάκης; Ο Τσιφόρος, ο Σκαρίμπας, ο Ραφαηλίδης, ο Πετρόπουλος, ο Γκόρπας. Για να σηκώσεις πραγματικό κονιορτό θέλει πνεύμα, για να γίνεις ρεντίκολο στην σημερινή κοινωνία του θεάματος και των μανατζαραίων αρκεί απλά η χυδαιότητα. Άλλα ήθη, άλλα έθιμα…
Κυριακή 24 Μαρτίου 2024
Η δυστυχία του να είσαι Nesbo maniac…
Αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο στάθηκαν δύο πράγματα, το πρώτο ένα edito που είχα γράψει στο παλιό Καρτέλ και με έκανε να καταλάβω πως υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι τα μόνο βιβλία που έχουν διαβάσει στη ζωή τους είναι του Nesbo (δηλαδή ουσιαστικά δεν έχουν διαβάσει κανένα βιβλίο καθώς η αναγνωστική παιδεία δεν ξεκινά από τέτοια αναγνώσματα) και πως υπάρχουν επίσης ανεκδιήγητες σελίδες στα ΜΚΔ τύπου «φίλοι αστυνομικής λογοτεχνίας» στις οποίες τα μέλη όχι μόνο δεν έχουν ιδέα από λογοτεχνία αλλά και κλασικούς συγγραφείς του είδους. Το δεύτερο είναι το βιβλίο το οποίο παρουσιάζω στην κεντρική φώτο και κάποιες επισημάνσεις που καλό είναι να γίνουν.
Προφανώς σε καθαρά λογοτεχνικά πλαίσια το υποείδος της αστυνομικής λογοτεχνίας θα μπορούσε να ενταχθεί στην ίδια παραλογοτεχνία που εντάσσεται και η ροζ, απευθύνεται σε καψαλισμένους τουρίστες με μπυροκοιλιά που θέλουν να περάσουν την ώρα τους σε μια πτήση της Ryanair ή νοικοκυρές με όχι ιδιαίτερα ουσιαστικό υπόβαθρο που προσπαθούν να σκοτώσουν την πλήξη τους. Αυτό δεν είναι ιδιαίτερα κακό στον λογοτεχνικό Μεσαίωνα που ζούμε και ο συγκεκριμένος συγγραφέας ακολουθεί πιστά την συνταγή την οποία προσπαθούν να αντιγράψουν διάφορα εγχώρια κακέκτυπα.
Ποια είναι αυτή; Κατά πρώτον βιβλία «τούβλα», αφενός για να ανεβαίνει το κόστος και αφετέρου για να χτυπάει στο μάτι των αντίστοιχων τούβλων που θα τα αγοράσουν. Σε ένα βιβλίο τούβλο ωστόσο υπάρχει το λεγόμενο πρόβλημα «οικονομίας λόγου», πως θα το καλύψει ο συγγραφέας; Εδώ αρχίζουν τα ευτράπελα, άχρηστες και συχνά λανθασμένες πληροφορίες για τα τεχνικά μέρη λόγου χάρη ενός κινητήρα αυτοκινήτου, εξυπνακισμοί και σχηματικοί ήρωες βουτηγμένοι στο αλκοόλ και την καταστροφή. Κυρίως πολλές παράλληλες ιστορίες που δήθεν οδηγούν στη λύση του γρίφου αλλά ουσιαστικά δεν οδηγούν πουθενά.
Στο εν λόγω βιβλίο, εφτακοσίων βασανιστικών σελίδων, ένα σεξουαλικό ομοφυλοφιλικό σκάνδαλο στις τάξεις της Κρίπος (Νορβηγική αστυνομία) μπουρδουκλώνεται με χίλια δυο ανερμάτιστα γεγονότα ώστε στο τέλος η λύση του «μυστηρίου» να καταλήξει εκεί, στο σεξουαλικό σκάνδαλο. Το θέμα ωστόσο δεν είναι αυτό, αλλά μια αγέλη αναγνωστών εθισμένη στη δαγκεροτυπία και τη μαρκετίστικη συνταγή αισθητικής νέτφλιξ που σύντομα θα αντικατασταθεί από την τεχνητή νοημοσύνη. Ο Nesbo μια χαρά ξέρει να γράψει αν το θελήσει (και το αποδεικνύει η μεταστροφή του σε πιο μικρή φόρμα) οι «αναγνώστες» όμως ξέρουν να διαβάσουν; Και το ερώτημα είναι μέχρι πότε οι συγγραφείς θα καθίστανται όμηροι των εκδοτικών παραμάγαζων και των επιταγών της εποχής…
Κυριακή 17 Μαρτίου 2024
Θόδωρος Φέστας Stiu (Ξέρω)
Stiu στα ρουμάνικα σημαίνει ξέρω. «Ξέρω» στην κομουνιστική Ρουμανία του Τσαουσέσκου ήταν η πρώτη λέξη του καταδότη. Τι γίνεται όμως όταν ο καταδότης είναι και η γυναίκα της ζωής σου;
Στο εξαιρετικό ομώνυμο βιβλίο του ο Θόδωρος Φέστας απλώνει με μαεστρία την αφηγηματική του βεντάλια ξεκινώντας από τον «σοσιαλιστικό παράδεισο» της βαλκανικής χώρας και φτάνοντας μέχρι την Ελλάδα των 90’s, της χρηματιστηριακής φούσκας και του ξεθωριασμένου ονείρου. Παράλληλα ακτινογραφεί τη σύγκρουση δύο διαφορετικών πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών συστημάτων που διαμόρφωσαν την μεταπολεμική Ευρώπη μέσα από τα μάτια και τη ζωή του κεντρικού του ήρωα.
Η ιστορία ακολουθεί τον φέρελπι νέο Πάυλο Σαρηγιάννη που μεταναστεύει στη Ρουμανία για να σπουδάσει την περίοδο που ένα μεγαλοπήβολο πρόγραμμα αποπληρωμής του χρέους προς το ΔΝΤ οδηγεί το λαό της σε όλο και περισσότερες στερήσεις, σχηματίζοντας μια «αντιστασιακή» ομάδα μαζί με άλλους δύο Έλληνες μπαίνει στο μάτι των αρχών με αποτέλεσμα την απέλαση του, καθοριστική σε αυτό η μαρτυρία της συντρόφου του και μοναδικής γυναίκας που ως τότε αγάπησε η οποία χωρίς να έχει άλλη επιλογή δουλεύει και ως πληροφοριοδότης.
Η επανοδός του ωστόσο στην Ελλάδα θα τον οδηγήσει σε μια λαμπρή καριέρα εκμεταλλευόμενος τις περγαμηνές του «Ελληνικού Ονείρου» που συμπίπτει με την περίοδο των παχιών αγελάδων, του χρηματιστηρίου, του αλόγιστου πλουτισμού, της ανόδου των περιοδικών «ποικίλης ύλης» που υπαγορεύουν μια ζωή χαρισάμενη με ημερομηνία λήξης όπως θα αποδείξει η επακόλουθη χρεοκοπία όχι μόνο της χώρας αλλά και του ίδιου.
Αν και χρησιμοποιώντας μια ιστορία προβλέψιμη και κλισέ ο Φέστας δημιουργεί μια νουβέλα που πραγματεύεται τον ανολοκλήρωτο έρωτα, την προδοσία, τη ματαίωση αλλά και την αυτοκριτική που οδηγεί στην αναγέννηση του ανθρώπου μέσα από τις στάχτες του. Σε έναν κύκλο που δεν κλείνει ποτέ είτε αφορά χώρες, συστήματα αλλά κυρίως έρωτες…
Τρίτη 5 Μαρτίου 2024
Κακογραμμένη αστυνομική σούπα.
Τον Τεύκρο Μιχαηλίδη τον σεβόμουνα και τον θεωρούσα σοβαρό, δυστυχώς στο συγκεκριμένο άρθρο οφείλω να γράψω σε παρελθοντικό χρόνο μετά τη «σούπα» που διάβασα και η οποία αποδεικνύει περίτρανα πως αν πιαστείς στη δαγκάνα των εκδοτικών παραμάγαζων δεν χάνεις μόνο την ακεραιότητα σου αλλά καθίστασαι συμμέτοχος στην διαδικασία «εκμάθησης» του αναγνωστικού κοινού που απαιτεί άψυχες και κυρίως εύπεπτες προχειράτζες επαληθεύοντας τον λογοτεχνικό Μεσαίωνα για τον οποίο φωνάζουμε.
Εξηγούμαι αντιγράφοντας λίγη από την υπόθεση για να προχωρήσω αργότερα παρακάτω: «Τον φώναζαν Κριστιάνο, πίστευαν ότι μια μέρα θα γινόταν μεγάλος ποδοσφαιριστής…Αντί για το Μπερναμπέου και το Μαρακανά έμπλεξε στα κυκλώματα της νύχτας. Κι ένα βράδυ, έξω από το φτωχικό διαμέρισμα της Κυψέλης, βρέθηκε να κολυμπά μέσα στο ίδιο του το αίμα». Πιασάρικο; Σαν παραγγελιά που λέμε από το λογιστήριο του εκδοτικού μεγαλονταβατζή. Καθώς ο Μιχαηλίδης προσπαθώντας να επιβεβαιώσει μια μαθηματική εικασία (την 3ν+1) δημιουργεί ένα γαϊτανάκι τόσο σχηματικών ηρώων που μοιάζουν να έχουν βγει από αποστειρωμένο κλίβανο του Νέτφλιξ (ακόμα και η τεχνητή νοημοσύνη καλύτερα θα τα κατάφερνε). Μόνο έτσι εξηγείται ο ρόλος της στρίπερ-μαθηματικού (!) η οποία αποδεικνύεται και Σύρια πρόσφυγας (διπλό θαυμαστικό) που βρέθηκε από τους καταυλισμούς στα κωλόμπαρα (τριπλό θαυμαστικό).
Το βιβλίο συν τοις άλλοις είναι τόσο κακογραμμένο και οι διάλογοι τόσο πρόχειροι που θυμίζει αρπαχτή των «6.000 αντιτύπων» όπως επαίρεται το εξώφυλλο (καλά που δεν είναι και ο Σακελαρόπουλος να είχε πουλήσει εφτά δισεκατομμύρια).
Εν ολίγοις ο Μιχαηλίδης δείχνει να έχει απορροφηθεί μια χαρά από τον εκδοτικό υπόκοσμο που ναι μεν μια χαρά πωλήσεις μπορεί να εξασφαλίσει με τα μπραβιλίκια των πωλητών του για τσάμπα και ευδιάκριτες βιτρίνες αλλά από ουσία υπό τους μηδενός…
Σάββατο 11 Νοεμβρίου 2023
Βορράς χωρίς νότο (2η Προδημοσίευση)
Το καφενείο βρισκόταν στον κακόφημο πεζόδρομο της Μενάνδρου.
Κάτι ψωραλέες τσιγγάνες, ανατολικές πόρνες με πλουμιστά μεσοφόρια και χρυσά δόντια απολάμβαναν την πρωτοφανή λιακάδα καπνίζοντας και χαζολογώντας,καθώς η πόλη επιδιδόταν στις ύστατες ετοιμασίες για να υποδεχτεί τον καινούργιο χρόνο. Οι εμπορικοί δρόμοι
ήταν φίσκα και στους σταθμούς του μετρό άνθρωποι κάθε ηλικίας
φορτωμένοι με σακούλες συνωστίζονταν στους συρμούς. Ακόμα και
στο «παχύ έντερο» της πόλης, λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω από την «καρδιά» του Συντάγματος, υπήρχε μια έκδηλη ευφορία ευθυγραμμισμένη
με το πνεύμα των ημερών. Οι πάσης φύσεως και εθνικότητας φτωχοδιάβολοι παζάρευαν και πουλούσαν την κλεμμένη «λεία» τους στα μικρομάγαζα, Άραβες και Ινδοπακιστανοί είχαν στήσει πάγκους με ντόμινο και λίγο πιο κάτω ντόπιοι «παπατζήδες» προσέλκυαν τα περιθωριακά στοιχεία της πόλης που είχαν μαζευτεί γύρω τους σαν τις μύγες. Μόνο τα πρεζάκια έδειχναν κάπως νευρικά και απελπισμένα, προφανώς λόγω της ημέρας και της περίστασης που καθιστούσε την εξασφάλιση της δόσης τους από δύσκολη έως αδύνατη.
Μπήκα μέσα τραβώντας τα βλέμματα των αθίγγανων γυναικών και
των λιγοστών, περιθωριακών θαμώνων. Μόνο ο ιδιοκτήτης δεν έδειξε
να παραξενεύεται· με είχε δει κι άλλες φορές στο καταγώγιό του και
έδειξε να αντιμετωπίζει αυτή τη γραφική ιδιοτροπία μου με ένα είδος
συγκατάβασης. Ήταν ένας ανθρωπάκος κοντά στα εξήντα πέντε, με
οβάλ γυαλιά μυωπίας, ντυμένος φτωχικά αλλά στην τρίχα. Διηύθυνε
το ίδιο καφενείο τα τελευταία σαράντα χρόνια, πολύ πριν την κατακόρυφη υποβάθμιση της γειτονιάς και την έλευση των απανταχού κολασμένων. Είχε καταφέρει παρ’ όλα αυτά να το διατηρήσει αξιοπρεπές,μένοντας μακριά από κακοτοπιές στο μέτρο που αυτό ήταν δυνατό.
Με χαιρέτησε με ένα ελαφρύ νεύμα του χεριού και ήρθε να μου πάρει την παραγγελία αλλά τον πληροφόρησα ότι περίμενα παρέα. Λίγα λεπτά αργότερα, το αντικείμενο της αναμονής μου άνοιξε την τζαμένια πόρτα και περπάτησε προς το βάθος αγέρωχα. Φορούσε γαλάζια φόρμα, λευκά σπορτέξ, ένα μαύρο, δερμάτινο, ψιλό τζάκετ και διακριτικό μακιγιάζ. Οι θαμώνες στύλωσαν τα βλέμματα τους δοκιμάζοντας ένα ακόμα ισχυρότερο σοκ από αυτό που είχε προηγηθεί με την έλευσή μου. Το τι ακριβώς ζητούσε ένα τόσο φαινομενικά καθωσπρέπει αντρόγυνο στον βούρκο του συγκεκριμένου δρόμου μάλλον θα μονοπωλούσε τις χαμηλόφωνες κουβέντες τους για τις επόμενες ώρες. Οι εκδιδόμενες, αθίγγανες, δεν έδειξαν πάντως την παραμικρή διάθεση
να κρατήσουν τα προσχήματα, κυρίως λόγω του ότι κάθονταν στα τραπεζάκια έξω και η ηχομόνωση της μεγάλης τζαμαρίας τούς παρείχε την πολυτέλεια να κουτσομπολέψουν ελεύθερα, δεν δίστασαν πάντως να χαρίσουν μερικά δηλητηριώδη χαμόγελα στην άρτι αφιχθείσα συνοδό μου αφήνοντας τα χρυσά εμφυτεύματα από τις οδοντοστοιχίες τους να διαφανούν.
«Σου αρέσει να με βασανίζεις, έτσι;» μου είπε με ένα ύφος περισσότερο παιχνιδιάρικο παρά θυμωμένο, βγάζοντας το πακέτο με τα
slim light της στο τραπέζι.
«Απλώς νιώθω πιο όμορφα να συχνάζω σε τέτοιου είδους μέρη».
«Όμορφα δεν ξέρω, πάντως άνετα δεν πρέπει να νιώθεις καθόλου».
«Είναι θέμα συνήθειας· ο άνθρωπος είναι προσαρμόσιμο ον».
«Όταν μιλάς με την οικονομική ασφάλεια που διαθέτεις όλα μπορεί
να φαίνονται απλά, ακόμα και αυτές οι σαχλές θεωρίες σου. Βρίσκεις τα πρεζόνια και τους άστεγους που βρομοκοπάνε εξωτικά. Είσαι σί-
γουρος ότι νιώθεις όμορφα εδώ, ή απλά η παρακμή τους κάνει τα δικά σου προβλήματα να φαίνονται ασήμαντα;»
Άναψε το slim light και τράβηξε μια νευρική τζούρα.
«Δεν έχω κάτσει να το σκεφτώ, το σίγουρο είναι ότι έχουν την παραπανίσια δικαιολογία της ανέχειας. Δεν είναι φυσιολογικοί άνθρωποι,τουλάχιστον όχι σαν εκείνους που βλέπεις να κωλοβαράνε λίγο πιο πάνω, στα μπαρ του Συντάγματος και του κέντρου. Αυτοί το μόνο που διαθέτουν για να γεμίσουν το κενό τους είναι ο φθόνος, ο ανταγωνισμός και η ματαιοδοξία».
Ένας μαυροτσούκαλος, ρακένδυτος Ασιάτης ξεπρόβαλε στο πλαίσιο της τζαμαρίας σέρνοντας ένα καροτσάκι στοιβαγμένο με παλιοσίδερα, καλώδια και ανακυκλώσιμες παλιατζούρες.
«Βλέπεις πόση πραότητα έχουν οι κινήσεις του; Δείχνει σαν να μην έχει καμία έγνοια πέρα από εκείνη της επιβίωσης. Δεν τον λυπάμαι πε-
ρισσότερο από τους νευρωτικούς κρετίνους που σου περιγράφω. Για την ακρίβεια, μου εμπνέει περισσότερο σεβασμό, έστω και αν τις ζωές
μας τις χωρίζει μια άβυσσος και δεν πρόκειται να συναντηθούν κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Υποθέτω ότι ο φυσικός μου χώρος εί-
ναι τα καθωσπρέπει κοσμικά κωλοχανεία».
«Όσο πιο σύντομα το δεχτείς, τόσο πιο γρήγορα θα σταματήσεις να συχνάζεις σ’ αυτό τον βούρκο και να το παίζεις Τσε Γκεβάρα. Μάλ-
λον όμως χρειάζεται να μεγαλώσεις λίγα χρόνια ακόμα. Είσαι ακόμη παιδί» μου είπε γελώντας και μου ανακάτεψε σχεδόν μητρικά το μαλλί.
Τραβήχτηκα ενστικτωδώς.
«Κοκκίνισες, βλάκα».
«Παράτα με!» της είπα και όντως φάνηκα σαν παιδί, ερχόμενος στα λόγια της. Μου ’ρθε να της ορμήξω και να τη φιλήσω στο στόμα απο-
καθιστώντας τον τραυματισμένο ανδρισμό μου. Δεν καταλάβαινα εκείνη τη στιγμή ότι αυτή η παιδικότητα με κολάκευε στα μάτια της
πολύ περισσότερο από το κάθε σκληρό αντράκι που ξερογλειφόταν
στα πόδια της. Άναψα ένα τσιγάρο για να διασκεδάσω την αμηχανία
μου και απίθωσα μπροστά στο τραπέζι τον φάκελο.
«Τι είναι αυτό;»
«Άνοιξέ τον και θα δεις».
Τον πήρε διστακτικά και τον άνοιξε γουρλώνοντας τα βαθυγάλανα μάτια της.
«Είσαι με τα καλά σου;»
«Τι συμβαίνει;»
«Τι είναι αυτά τα λεφτά; Πού τα βρήκες;!»
«Έχει σημασία;»
«Δεν πιστεύω να περιμένεις να τα δεχτώ...»
«Είναι γι’ αυτό, ξέρεις, για την αρρώστια σου».
«Γι’ αυτό, τι;»
«Να κάνεις θεραπεία, δεν ξέρω...»
«Πρώτον δεν είναι αρρώστια, είναι σύνδρομο, και δεύτερον είναι
αυτοάνοσο, δηλαδή δεν υπάρχει θεραπεία, όλα εξαρτώνται από την
αντίδραση του οργανισμού, γκέγκε;»
Είχε ξαναβρεί το χρώμα και την αυτοκυριαρχία της, έβαλε την παλάμη της πάνω στην κλειστή δικιά μου χαϊδεύοντας με τα ακροδάχτυλα τις κλειδώσεις.
«Λήστεψες καμιά τράπεζα;» με ρώτησε με συνωμοτικό ύφος.
«Όχι, τα βρήκα ουρανοκατέβατα, μαζί με τον Αμερικάνο που είδες
χτες. Με πλήρωσε για να τον ξεναγήσω στις ερωτικές πιάτσες της
Αθήνας».
Δεν κατάφερε να συγκρατήσει το γέλιο της, για την ακρίβεια εκείνο
το απαίσιο, χαρακτηριστικό χλιμίντρισμα που της αφαιρούσε, έστω και
στιγμιαία, κάθε ίχνος θηλυκότητας. Ήταν η μόνη χτυπητή παραφωνία πάνω της, αλλά με τον καιρό την είχα συνηθίσει, έστω και αν δυσκο-
λεύτηκα περισσότερο από την ανατομική ασυμμετρία στα κάτω άκρα
της που για κείνη αποτελούσε το μεγαλύτερό της κουσούρι.
«Ώστε αναβαθμίστηκες σε ξεναγό, και μάλιστα στα κωλάδικα και
τα στριπτιζάδικα. Αυτό είναι για πρωτοσέλιδο».
«Δεν είναι τόσο διασκεδαστικό όσο νομίζεις, άσε που κάτι δεν μου
αρέσει πάνω του».
«Εμένα μια χαρά μου φάνηκε».
Οπωσδήποτε το ένστικτό της, έχοντας συναντήσει κάθε καρυδιάς
καρύδι στον χώρο όπου εργαζόταν, ήταν πιο ανεπτυγμένο από το δικό
μου. Αδυνατούσα ωστόσο να αποβάλω τις υποψίες μου, όσο συγκεχυμένες και αν ήταν αυτές. Μήπως είχα αρχίσει να παρανοώ; Στο κάτω
κάτω δεν υπήρχε τίποτα το κραυγαλέο στη συμπεριφορά του, δεν
μπορούσα όμως να παραβλέψω το βλέμμα του όπως είχε χαραχτεί
μέσα μου την πρώτη φορά που το αντίκρισα. Καθώς περπατούσα για
να φτάσω στο μετρό στριφογύριζε στον νου μου σαν σκηνή από ταινία
τρόμου. Κοντοστάθηκα σε ένα περίπτερο ρίχνοντας ένα βλέφαρο στα
πρωτοσέλιδα που κρέμονταν στα μανταλάκια.
Στο σκοτάδι οι έρευνες για το φρικτό έγκλημα στο Κουκάκι. Βρέθηκε ο κορμός, αγνοείται το κεφάλι. Μανιακός και σχιζοφρενής ο δολοφόνος, έγραφε μια σκανδαλοθηρική εφημερίδα που διψούσε θα
’λεγε κανείς για ιστορίες αίματος και φρίκης ώστε ν’ ανεβάσει την κυκλοφορία της. Λίγα λεπτά αργότερα, την ξεφύλλιζα μέσα στον συρμό...
Σάββατο 20 Μαΐου 2023
Τα ελληνικά γράμματα έχουν ανάγκη από περισσότερα πουστράκια…
Αν κάτι σιχαίνομαι είναι οι «φιλόδοξοι» άνθρωποι. Και όταν λέω φιλόδοξοι- εντός πολλών εισαγωγικών- δεν εννοώ αυτούς που έχουν μια υγιή ροπή προς την επιτυχία, αλλά εκείνους που «τσαλαβουτάνε» από δω και από κει με τον ψυχαναγκασμό να μην αφήσουν ευκαιρία χαμένη…
Δόξα τoν Αλλάχ τα Ελληνικά γράμματα είναι γεμάτα από τέτοιες «ευκαιρίες» ενώ και τα στράκια που είναι έτοιμα να τις αρπάξουν αφθονούν. Στο Καρτέλ είχαμε την «τύχη» να γνωρίσουμε πολλούς τέτοιους καθότι στα ντουζένια μας αποτελούσαμε για αρκετούς μια όχι μόνο ευκαιρία αλλά και «ανέξοδη». Βλέπετε είμασταν από τους λίγους που τόσο στο κράξιμο όσο και στον έπαινο δεν ζητούσαμε "μαρούλι".
Αυτό που στο τέλος δε καταλάβαμε ήταν πως όλοι τους αυτοί εκτός από φιλόδοξοι ήταν και τέρμα ζαβοί…
Τώρα θα μου πεις από τη στιγμή που η λογοτεχνία έχει όχι απλά μπουχτίσει την παρουσία τους αλλά σχεδόν ασφικτυά πως είναι δυνατόν να ζητάς περισσότερους.
Μα ακριβώς γι΄ αυτόν τον λόγο. Τα Ελληνικά γράμματα τους έχουν τεράστια ανάγκη και σε τεράστιες ποσότητες. Από τη στιγμή που οι ολετήρες έχουν βαλθεί να τα διαλύσουν δεν γίνεται να υπάρξουν εκπτώσεις ούτε να χαλάσει η πιάτσα από έντιμους εργάτες της τέχνης οι οποίοι ακονίζουν νυχθημερόν την πέννα τους.
Οι τελευταίοι οφείλουν να εκλείψουν άπαξ και δια παντός…
Πέμπτη 18 Μαΐου 2023
Αν θέλεις να διατηρήσεις την ακεραιότητα σου θα πληρώσεις ακριβό τίμημα
Βλέποντας τις τάσεις και τα ήθη που έχει επιβάλει ο παρατεταμένος Μεσαίωνας των Ελληνικών γραμμάτων ένα πράγμα μπορεί να ειπωθεί με σιγουριά. Αν ένας συγγραφέας επιθυμεί να διατηρήσει την ακεραιότητα του οφείλει να πληρώσει πολύ ακριβό τίμημα. Δεν είναι πλέον μια θεωρητική προσέγγιση αλλά ένα αξίωμα το οποίο μας έχει δώσει και πλείστα ζωντανά παραδείγματα.
Δυστυχώς τα Μπουροειδή και οι μπετόβλακες γόνοι έχουν μετατρέψει τον «συγγραφέα» σε κονφερασιέ που καμία σχέση δεν έχει όχι μόνο με τη λογοτεχνία αλλά το συντακτικό και την ορθογραφία γενικότερα. Ο κανόνας πλέον δεν είναι αν ξέρει κανείς να γράφει αλλά σε ποια επίπεδα γελοιότητας είναι ικανός να φτάσει προκειμένου να ικανοποιήσει το φιλοθεάμον κοινό. Διόλου τυχαίο πως ένας εσμός ινσταγκραμικών τσολαδιών έχει κατακλύσει το χώρο τον οποίον πριμοδοτούν τα πάσης φύσεως αρδάκια.
Δυστυχώς το φαινόμενο είναι παγκόσμιο. Η Ελλάδα έτσι κι αλλιώς πιθηκίζει και δεν επιβάλλει τάσεις. Ωστόσο σε καμία άλλη χώρα δεν έχει λάβει τόσο γκροτέσκες προσλαμβάνουσες.
Όπως και να χει ένας πραγματικά σπουδαίος συγγραφέας, παρά τα αντικίνητρα, οφείλει να συνεχίσει το έργο του και κυρίως να γράφει με την επίγνωση πως δεν χρωστάει λογαριασμό σε κανέναν παρά μόνο στον ίδιο του τον εαυτό. Όσοι έχουν τα άντερα να το κάνουν είναι και οι πραγματικοί ήρωες σε μια τράπουλα σημαδεμένη όχι τόσο από τους ηλίθιους που διατηρούν τα σκήπτρα της «λογοτεχνίας» αλλά την ίδια την ιστορική αναγκαιότητα της εποχής.
Δευτέρα 8 Μαΐου 2023
Η ξαναρχή (Αλέξανδρος Αδαμόπουλος)
Τίποτ’ απ’ όλα όσα έγραφα εδώ, σ’ αυτό το γραφείο, δεν έγινε: Με τη Μαρία δεν
ξανασμίξαμε ποτέ απ’ τις 13 τού Σεπτέμβρη -κοντά ένα χρόνο τώρα- κι όλα τα
γράμματα που έγραφα απανωτά τόσους μήνες για τη Δάφνη, δεν τής τα έστειλα καν.
Αν και βλεπόμασταν κάθε μέρα σχεδόν -και δυο φορές καμιά φορά- μέχρι να κλείσει
τη ‘Σκιά’ και να φύγει από τη γειτονιά τον περασμένο μήνα, δεν αποφάσισε να έρθει
σπίτι μου: Όχι εκείνο το απόγεμα που είπε· ναι έρχομαι σε λίγο, μα ποτέ. Και δεν
έκανε ούτε μισό βήμα για πιο ουσιαστικό διάλογο ανάμεσά μας, αν κι έδειχνε
συνέχεια ότι το θέλει πώς και τι: Περίμενε πρώτα εμένα. Κι εγώ, επειδή δεν
κρυβόμουν άλλο πίσω απ’ το δάχτυλό μου και είχα καταλάβει πως έκανα πάντα ό,τι
ήθελα σκηνοθετώντας μόνος τη ζωή μου, είχα αρχίσει να με φοβάμαι και δεν έκανα
τίποτα πια με το σώμα μου. Βουβός, ασώματος έγινα· πνεύμα μόνο, αερικό. Την
κοιτούσα μέσα στα μάτια, και με τα μάτια τής έλεγα «Πες μου· πες ό,τι θες.» Και δεν
έλεγε τίποτε. Μείναμ’ έτσι όλο το χρόνο· μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, μ’ αυτή την
ψόφια οικειότητα κάτω απ’ το χαλί, που λαλούσε με σιωπές και κάνα βλέμμα πού και
πού, χωρίς να πει ποτέ κανείς τίποτε πάρα πάνω.
Χθες βράδυ ωστόσο, αγκαλιάζοντας το μαξιλάρι μου πριν κοιμηθώ, τού μίλαγα σα να
ήταν η Δάφνη. Θα μπορούσε. Και ήταν σα να ’μαστε μαζί. Φυσικά θα μπορούσε. Δεν
ήταν δα πρώτη φορά· συχνά το κάνω. Ήμασταν λέει, στο εξοχικό της, σκοτάδι νύχτα,
ξαπλωμένοι δυο μας. Και είχε κουρνιάσει, γυρνώντας μου την πλάτη, κολλημένη
πάνω μου -γιατί είχα σώμα τώρα και δεν ήμουν αερικό- και την αγκάλιαζα όπως το
μαξιλάρι. Και ήθελε, αφού ήμασταν ντυμένοι ακόμα· τώρα το δίχως άλλο, ν’ ακούσει
την ιστορία που τής είχα υποσχεθεί. Γιατί φαινόταν φυσικό, έτσι πρώτη φορά στο ίδιο
κρεβάτι· (δεν έχει σημασία πώς· στ’ όνειρο όλα γίνονται) γυρνώντας μου την πλάτη,
κοιτώντας τον τοίχο, κουρνιασμένη πάνω στην κοιλιά και στο στέρνο μου, πριν
κοιμηθεί, πριν γυρίσει, πριν μ’ αγγίξει, πριν πει κάτι άλλο· ντε και καλά ν’ αρχίσω να
τής λέω, τώρα, την ιστορία που τής έταξα πριν· άντε, και πολύ το είχα αργήσει…
*
Αργά το μεσημέρι ήρθε και με πήρε απ’ το σπίτι μου, με το αυτοκίνητό της, για να
έρθουμε εδώ στις Καμάρες· κάπου δυο ώρες ταξίδι, γεμάτες. Ούτε λίγο ούτε πολύ:
Αρκετό πάντως για να πεις ό,τι δεν είπες ποτέ. Αξίζει το ρίσκο καμιά φορά· ακόμα κι
αν κάθεσαι δίπλα της, μισή ανάσα τόπο κι είναι το μόνο εύκολο να σκεπάσεις με την
παλάμη σου το γυμνό γόνατό της.
Κάνα μισάωρο πριν φτάσουμε, έχοντας μόλις καβαλήσει την κορυφή τού βουνού,
πριν αρχίσει η τελική κατηφόρα προς τη θάλασσα, κάποια στιγμή -σα να ήξερε πού
ακριβώς- έκοψε ταχύτητα, έβγαλε ήσυχα το αυτοκίνητο έξω απ’ τον δρόμο και το
σταμάτησε λοξά σ’ ένα πυκνό ανηφορικό σύδεντρο, για να κάνουμε πιπί· καθένας
κρυμμένος πίσω απ’ τα σκοίνα του. Και, καθισμένη ακόμα χάμω, μού φώναξε
γελώντας, γιατί πάω στου διαόλου τη μάνα και χώνομαι στα βάτα· να με δαγκώσει
κάνα φίδι τώρα που σκάει ο τζίτζικας και να τρέχουμε για ορούς μεσημεριάτικα,
μέσα στο λάλαρο.
-Γιατί τ’ αγοράκια δεν δείχνουν το πουλί τους στα κορίτσια.
-Σιγά το πράμα! Αφού είπες πως κοιμάσαι πάντα γυμνός…
Ό,τι καλύτερο εκείνη τη στιγμή μια τέτοια κουβέντα· τη γύρευα συνέχεια μέρες,
μήνες τώρα. Την προκαλούσα· παρακαλούσα να ’ρθει. Και τώρα· να ’την τώρα, με
βαράει κατακούτελα: Έγειρε πάνω μου ο ουρανός. Ο ορίζοντας δεν ήτανε πια ίσιος
και τα ξερά χορτάρια στις πατούσες μου, έτοιμα ήσαν να με φαν. Άρχισε να γυρνάει
μια δίνη γύρω μου· να με ρουφήξει ολότελα στο διψασμένο χώμα. Δεν είχε πια
επιστροφή: Από εδώ και ύστερα ή το χάνεις μια κι έξω το νήμα και γλιστράς στο
ψέμα για πάντα, ή -μακάριος- κάνεις μισό βήμα και βλέπουμε.
-Καμιά αντίρρηση’ είπα κάνοντας ανεμπόδιστα μεταβολή μπροστά της έτσι όπως
ήμουν· φυσικά, ίσα που να μην κρύβομαι προτού να κουμπωθώ. ‘Αν σ’ ενδιαφέρω
όμως, πρέπει να σού πω την ιστορία του πριν.
Σκαρφάλωσε απ’ τη μέση το βλέμμα της πάνω μου κι έπιασε το δικό μου.
-Αν μ’ ενδιαφέρεις; Ναι· μ’ ενδιαφέρεις. Την ιστορία Του, όμως; Ποιανού την
ιστορία;
-Τού πουλιού μου.
Γλίστρησ’ ελάχιστα το βλέμμα πάλι κάτω, μα το ανέβασε αμέσως ξανά, γελώντας.
-Τού πουλιού σου! Ναι αμέ· και βέβαια μ’ ενδιαφέρει. Αλλά γιατί την ιστορία Του·
και όχι τη δική σου ιστορία;
-Γιατί, αν θέλεις να μιλάμε αληθινά· -αν καταφέρω να λέω αλήθειες από εδώ και
πέρα, και μπορείς κι εσύ ν’ ακούς- αυτός είν’ ο απλούστερος· ο μόνος τρόπος, για να
μην ξεφύγω και ν’ αρχίσω ν’ αραδιάζω ψέματα πάλι με τη σέσουλα.
-Μπα! Δεν το ’χα σκεφτεί ποτέ μου αυτό.
-Ούτ’ εγώ. Τώρα μού ήρθε· που έκανα πιπί μες στα σκοίνα, και ήθελα πολύ κάτι να
μού πεις.
-Τι να σού πω;
-Ξέρω ’γω; Κάτι· ό,τι να ’ναι.
-Ωραία· για λέγε την ιστορία Του λοιπόν!
-Δεν γίνετ’ έτσι. Θέλω ώρες, μέρες για να στην πω· όρεξη να ’χεις. Οδήγα τώρα να
φτάσουμε, και τα λέμε το βράδυ.
*
Και το βράδυ, έπεσε στο κρεβάτι δίπλα μου, κούρνιασε με την πλάτη μες στην
αγκαλιά μου, έγινε μαξιλάρι, που τ’ ονόμασα Δάφνη και το αγκάλιασα σα να ’ταν η
πλάτη της. Ανάσαινα ήσυχα πίσω απ’ το σβέρκο της.
-Δεν πρόκειται να κάνω τίποτ’ άλλο τώρα. Εσύ μ’ έφερες εδώ. Μ’ αρέσει έτσι που σ’
αγκαλιάζω, είναι φυσικό. Αν όμως σ’ ενοχλεί, πες μου να γυρίσω απ’ την άλλη
μεριά.’
-Δεν μ’ ενοχλεί, μ’ αρέσει. Έχεις ωραία δάχτυλα· για πες...’ είπε και κούμπωσε πιο
σφιχτά το κατωκόρμι της επάνω στην κοιλιά μου.
Κι εγώ, χθες βράδυ, μόνος στο κρεβάτι· αγκαλιά με το μαξιλάρι μου που το έλεγα
Δάφνη, γερμένος στην πλάτη της, ανάσαινα πάνω στο σβέρκο της κι άρχισα να τής
λέω, για εκείνη την τρομαχτική στιγμή.
-Ποια στιγμή;
-Αυτή που ζούμε τώρα.
Και μού δάγκωσε ελάχιστα, σα νιογέννητο γατί, ένα δάχτυλο. Και μού είχε κοπεί η
ανάσα, κι όμως ανάσαινα.
-Ποιά στιγμή;
-Αυτή… εκείνη… Τότε…
-Ποια; Πότε;
-Δεν είναι μία μόνη της· είναι δυο μαζί, τρεις, εκατό, χίλιες, άπειρες· όλες μαζί. Όλ’ η
ζωή μαζί. Όλα ένα· αξεδιάλυτα ένα: Αρχή και τέλος και ξαναρχή. Ρέμα, σταθμός και
ποταμός. Και ρει και δεν ρει, κι όχι, και ναι, και πάλι αρχή και πάλι τέλος. Στο τέλος·
πάντα τέλος: Για καινούργια αρχή· ξαναρχή με χαρά και με λύπη, μ’ ανάσα και νέκρα
και θέλω, δεν θέλω. Ξαναρχή και θέλω· πάντα θέλω, πάντα...
-Δεν καταλαβαίνω...
-Πού να καταλάβεις· αφού δεν σού είπα την ιστορία του. Ούτε τη δικιά μου ιστορία
σού είπα.’
-Ε πες…
Κι έλεγα χωρίς να λέω, τυλίγοντας και ξετυλίγοντας το αδράχτι· με κλωστές, με
ξέφτια ρέστα και κουρέλια, με σιωπές, με παύσεις, με πληγές και ράμματα, μ’
ερείπια, με χαλάσματα, μα ούτ’ ένα ψέμα· τίποτε φτιαχτό. Λέγοντας αλήθειες μόνο -
στο φάντασμά της· στο μαξιλάρι, πού αλλού;- όσο να θολώσω ολότελα, βαρύς απ’ τη
νύστα, να γυρίσω ανάσκελα και να με πάρει ο ύπνος, αγκαλιά με το μαξιλάρι· μόνος
με το φάντασμά μου, σα νεκρός Φαραώ.
©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος
‘Ο Αδάμ και το μήλο’, οδός Πανός
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












