Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026

Ο ΛΕΥΚΟΣ ΚΑΡΧΑΡΙΑΣ (Χριστόφορος Τριάντης)

Μια μέρα του Ιουνίου (18 είχε ο μήνας), ο πρωθυπουργός της χώρας, επισκέφθηκε ένα θαλάσσιο πάρκο, στα ανατολικά προάστια της πρωτεύουσας, με την ονομασία «Τα μεγάλα κήτη», εκεί μέσα σε ενυδρεία υπήρχαν κάθε είδους μεγαλόσωμα όντα, από δελφίνια μέχρι θαλάσσιοι ελέφαντες. Ο πρωθυπουργός, μετά της κουστωδίας, εισήλθε στο θαλάσσιο πάρκο και περιεργαζόταν τα ζωντανά εκθέματα, έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον και προσοχή για αυτά. Μπροστά όμως στο ενυδρείο με τον λευκό καρχαρία συνέβη κάτι το μοναδικά τραγικό, ο καρχαρίας επιτέθηκε με πρωτοφανή δύναμη στον υαλοπίνακα του κλουβιού, τον έσπασε, και κάνοντας μια καταπληκτική χορευτική κίνηση κατάπιε μπροστά στα μάτια όλων (αμάσητο) τον πολιτικό μας ηγέτη, κατευθείαν μετά με μια ακόμη χορευτική φιγούρα ρυθμικής γυμναστικής, ξαναγύρισε στο θραυσμένο κλουβί του.
Επικράτησε πανικός, η κατάσταση ήταν χαοτική, φρουροί, εργαζόμενοι, βουλευτές κι ο περιφερειάρχης (μόλις είχε καταφέρει να ξυρίσει το πηγούνι του- θρηνούσε την γάτα του, την Νταίζη) έκαναν σαν τρελοί από ταραχή και φόβο. Οι σωματοφύλακες έβγαλαν τα όπλα και σκόπευαν το κήτος, απειλούσαν το ζώο και περίμεναν την εντολή για πυρ, αλλά ω του θαύματος, ακούστηκε η φωνή του πρωθυπουργού από τα έγκατα του καρχαρία, συγκεκριμένα από την κοιλιά του, «Μην πυροβολείτε ανόητοι, είμαι καλά, μα βρίσκομαι στα σκοτεινά, χωρίς φως και δεν πιάνει το κινητό μου. Φροντίστε για την ασφάλειά μας». Ο προσωπάρχης κινήθηκε σχετικά γρήγορα και αποτελεσματικά, έφεραν έναν γερανό και μετέφεραν τους δύο σ’ ένα άλλο υδάτινο κλουβί, με την εντολή να μεταφερθεί ο πρωθυπουργός σε ασφαλές μέρος. Ο ηγέτης της χώρας μίλησε για δεύτερη φορά και αξίωσε να είναι στο σπίτι του, κοντά στην λατρεμένη σύζυγό του και τον αγαπημένο του σκύλο (τόνισε ότι δεν μπορούσε μακριά τους, ούτε λεπτό).
Έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα. Ο καρχαρίας χαμογελώντας (ιδιομορφία που παραξένεψε τους ανθρώπους γύρω του) μεταφέρθηκε στο πρωθυπουργικό σπίτι, ενώ κατά την διάρκεια της διαδρομής, ο έγκλειστος πρωθυπουργός τραγουδούσε το λαϊκό άσμα «Φέρτε μου κρασί να πιω και να μεθύσω», οι παριστάμενοι ερμήνευσαν αυτό το μουσικό διάλειμμα ως αποτέλεσμα μεγάλης ευτυχίας ή μεγάλης αγωνίας (για το μέλλον του).
Γρήγορα γκρεμίστηκε ένα σημαντικό μέρος της οροφής για να εισέλθει το ενυδρείο με τον λευκό καρχαρία και τον άρτι καταπινόμενο πολιτικό. Η σύζυγος επόπτευε τις εργασίες, ενώ ο αγαπημένος σκύλος, ονόματι «Μπαντίδος», γάβγιζε και περιφερόταν γύρω από το ενυδρείο, για να ακούσει την φωνή του αφεντικού της χώρας και του σκυλοϊού.
Ο ωκεανογράφος εξ Αμερικής, καθηγητής του Χάρβαρντ, Ντόναλντ Τζ. Φόιλ που ρωτήθηκε για το πώς οι ενδιαφερόμενοι θα διαχειρίζονταν τις δύο υπάρξεις, πρότεινε να αλλάζουν το νερό κάθε πέντε ημέρες, ο καρχαρίας να τρώει υγιεινά για να μην βαρυστομαχιάζει και καταπιέζει τον πρωθυπουργό στην κοιλιά και τέλος οι μυστικές υπηρεσίες να αποκρυπτογραφούν τις πρωθυπουργικές φωνές, όσα λέει ακούγονται και πρέπει να καταγράφονται, αλλά ο ίδιος δεν μπορεί να δει οτιδήποτε, βρίσκεται στο απόλυτο σκοτάδι. Ο καθηγητής ήλπιζε επίσης, ότι το μεγαλόσωμο ψάρι κάποια στιγμή θα τον ξεράσει και έτσι θα επανέρθει σώος στην πρακτική ζωή, ως άλλος Ιωνάς ή Μωυσής (ήταν καλός γνωστής των βιβλικών κειμένων).
Παράλληλα με άλλες εξελίξεις, ο ηγέτης της χώρας αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον πρωθυπουργικό θώκο, προχώρησε σε κάποιες ρυθμιστικές κινήσεις, διορίζοντας έναν κομματικό τύπο με βαμμένα μαλλιά και χάλια μυαλά, αναπληρωτή του, ο οποίος στο πρώτο τηλεοπτικό διάγγελμά, δεσμεύτηκε να εξαφανίσει τους λευκούς καρχαρίες, τους λευκοδράκοντες και τις «Λευκές νύχτες*» (μισούσε τους Ρώσους), ώστε να μην επαναληφθούν τέτοια γεγονότα. Βέβαια όταν έμαθε ο καρχαρίας μας, τις δηλώσεις σκέφτηκε να ξεράσει τον πρωθυπουργό εκτάκτως, αλλά δυστυχώς για όλους εμάς το ανέβαλε, δεν ξερνάς εύκολα τέτοια προσωπικότητα. Να μην ξεχάσω ότι σε κάποια υπουργικά συμβούλια συμμετείχαν και τα δύο όντα, οι υπουργοί μετακινούνταν στο παροπλισμένο (για λόγους οικονομίας) σκάφος «Άριστος», κι εκεί έφτανε το κλουβί-ενυδρείο με τον λευκό καρχαρία και τον πρωθυπουργό, αλλά όλο αυτό ήταν μια επίπονη διαδικασία που κούραζε τους πάντες και κυρίως τον καρχαρία, κι έτσι εγκαταλείφθηκε.
Στο σπίτι, η κατάσταση ήταν άσχημη, συναισθηματικά εννοώ, γιατί η σύζυγος βρήκε την ευκαιρία της ζωής της, ξεφορτώθηκε τα τρία παιδιά του ζευγαριού στο εξωτερικό κι απολάμβανε στα άλλα 18 δωμάτια της κατοικίας την ευτυχία της: εραστές, επενδύσεις, ταξίδια (είχε ψηφιακή επικοινωνία με την οικία), τυχερά παιχνίδια και μαθήματα γιόγκας από θιβετιανούς γκουρού και σερβιτόρους της Μυκόνου. Οι μεγαλοαστοί μόνο ξέρουν από ηδονές.
Ύστερα από τρεις μήνες, οι κρατικοί φορείς αποφάσισαν να μεταφέρουν τον καρχαρία στην ανοιχτή θάλασσα (υπήρξε και η πρόταση να εγκατασταθούν και οι δύο μόνιμα στα στενά του Ορμούζ), γιατί πλέον η κατάσταση με τους εραστές της συζύγου, τα ουρλιαχτά του «Μπαντίδος» και τις βλακείες του καρχαρία (έπαψε να τρώει τα λαχανικά κι έγινε πάλι κρεατοφάγος, μάλιστα δια στόματος του πρωθυπουργού, ζήτησε να του φέρουν εκλεκτά κρέατα, όχι πολύ ψημένα) ήταν αβίωτη, επίσης ο πρωθυπουργός ξανάρχισε τα παράπονα για την μοναξιά του Ιωνά στην κοιλιά του κήτους.
Μια ημέρα του Σεπτεμβρίου όμως, όλα έληξαν άδοξα, γιατί ο καρχαρίας έσπασε πάλι το προστατευτικό γυαλί, ως ακροβάτης πήδηξε έξω, ξέρασε με ευκολία τον ηγέτη της χώρας, καταπίνοντας τον ουρλιάζοντα «Μπαντίδος», που όπως ισχυρίστηκε στους δημοσιογράφους λίγο μετά, δεν τον χώνευε με τίποτα. Οι δημοσιογράφοι δεν κατάλαβαν ποιον εννοούσε ως αχώνευτο, τον πρωθυπουργό ή τον σκύλο. *Λευκές νύχτες: Έργο του Φ. Ντοστογιέφσκι

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

Yukio Mishima-Στάρ (Κριτική)

Ο Μιζούνο Γιούτακα είναι σταρ του σινεμά, είναι νέος, όμορφος και δημοφιλής, είναι επίσης χωρισμένος ανάμεσα στο χάσμα του «πραγματικού» κόσμου και του δικού του κόσμου, της δημόσιας εικόνας του και της εικόνας που ο ίδιος θρέφει για τον εαυτό του. Των προσδοκιών των άλλων (που δείχνει να σιχαίνεται) και των δικών του επιθυμιών ή της έλλειψης αυτών. Της φούσκας του ψέματος που φιλοτεχνούν τα περιοδικά ποικίλης ύλης, οι κουτσομπολίστικές στήλες και οι δημοσιογράφοι και της πραγματικότητας που βρίσκεται στον αντίποδα.
Αντιμέτωπος με αυτό το υπαρξιακό αδιέξοδο επιλέγει τον αντικομφορμισμό, διατηρεί κρυφή σχέση με την άσχημη βοηθό του και όχι με κάποια αστραφτερή συμπρωταγωνίστρια του, δηλώνοντας έτσι έμπρακτα τη διαμαρτυρία του απέναντι σε ένα επίπλαστο σύστημα που ο ίδιος απορρίπτει όσο και αν τον θρέφει. «Το γεγονός ότι όλες οι γυναίκες εκεί έξω με ποθούν δίνει στην Κάγιο τη διεστραμμένη ευχαρίστηση της απόλυτης αποκλειστικότητας. Ως εκ τούτου, η ασχήμια της είναι απολύτως απαραίτητη και η Κάγιο δεν μπορεί να την κρύψει», αναφέρει σε κάποιο σημείο του λόγου του.
Το γεγονός ότι και ο ίδιος ο Μισίμα είχε κρυφές σχέσεις με άντρες παράλληλα με τον γάμο του εξηγεί την υπαρξιακή ανισορροπία ανάμεσα στις κοινωνικές επιταγές και τα βαθύτερα θέλω που προσπαθεί να μεταφέρει σε αυτή την νουβέλα. Το "Σταρ" ωστόσο πάνω από όλα είναι μια αδυσώπητη και διαχρονική σάτιρα για τον κόσμο της Showbiz, μια κραυγή αυθεντικότητας ή απεγνωσμένης αναζήτησης αυτής σε μια κοινωνία που κυκλοφορεί με προσωπεία…

Τρίτη 2 Ιουνίου 2026

Οι «νεκρολογίες» των άθλιών

Υπάρχουν άνθρωποι που αν τους κόψεις θα βγει αίμα, άλλοι που αν τους κόψεις θα βγει γρανίτης και τέλος κάποιοι που αν τους κόψεις θα βγάλουν σκατά. Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν δυστυχώς αρκετοί δημοσιολογούντες που δεν κρατάνε το δηλητήριο για τον εαυτό τους αλλά με κάθε ευκαιρία το εκδηλώνουν στην κοινωνία.
Σε αυτό το πλαίσιο, αν για πολλούς το κατάπτυστο δημοσίευμα που είχε βγει- εν είδει αστεϊσμού- από γνωστή ρυπαρή φυλλάδα αποτέλεσε έκπληξη, για τους παροικούντες στην Ιερουσαλήμ και γνωρίζοντες το συγκεκριμένο χολερικό και εμφορούμενο από ρατσιστικές απόψεις παρεάκι ήταν απλά αναμενόμενο. Το πρόβλημα ωστόσο στην περίπτωση αυτών των ανθρώπων δεν είναι οι όποιες ρατσιστικές απόψεις τους αλλά η ικανοποίηση που αντλούν από το θάνατο των συνανθρώπων τους. Συνανθρώπων φυσικά για όλους εμάς τους φυσιολογικούς καθώς στο δικό τους ταραγμένο μυαλό ο άνθρωπος ορίζεται αποκλειστικά από το ταξικό του πρόσημο και την κοινωνική του θέση.
Μνημειώδης είναι άλλωστε και η δήλωση- για να μεταφερθούμε σε άλλο παράδειγμα- γνωστής λεκανατζούς των «γραμμάτων και των τεχνών» για το άπορο παλικάρι που έχασε τη ζωή του πηδώντας απ’ το τρόλεϊ επειδή δεν είχε να πληρώσει το αντίτιμο του εισιτήριου. Μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε κανένα ίχνος «αστεϊσμού», μονάχα ανεξάντλητο περίσσευμα σκατοψυχιάς…
Για να λέμε βέβαια τα πράγματα με το όνομα τους η μάστιγα των «νεκρολογιών» δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, ούτε περιορίζεται στην κατευθυνόμενη δημοσιογραφία και τον χώρο των "γραμμάτων". Αντιθέτως ξεκινάει από την βιοεξουσία του Φουκώ και φτάνει μέχρι την «Νεκροπολιτική» του Achille Mbembe για να πάει ακόμα πιο πίσω στις γνωστές θεωρίες ευγονισμού που όλοι γνωρίζουμε.
Και αν μπορεί να υπάρξει ένα ελπιδοφόρο ανάχωμα στους καιρούς που ζούμε αυτός είναι ο Άνθρωπος. Ο άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο...

Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Γεωργία Μπεκριδάκη-Γιακάς

Μάγκας
Χειμώνας
Μπαίνει, ακάλεστος.
Κάθεται στο τραπέζι.
Ζητά και τα ρέστα:
«Τι νέα;
Ήρθα για να μείνω.»
Γιακάς
Χιονοθύελλα.
Σηκώνω τον γιακά.
Κάποιοι τα κατάφεραν έτσι.
Ο Ρασκόλνικοφ, ας πούμε.
Ψίθυροι
Δυο γλώσσες μέσα στο κεφάλι.
Μιλούν ταυτόχρονα.
Καμία δεν σώζει.
Ακούω.  

Δευτέρα 18 Μαΐου 2026

Η κατάπτυστη λέρα και τα νέα λογοτεχνικά ήθη

Πριν από λίγους μήνες η γνωστή λέρα Στάθης Καλύβας έβγαλε ένα βιβλίο στο οποίο επιχειρηματολογεί δήθεν για την πολιτισμική άνθηση στα χρόνια της χούντας, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό καθότι δημοκρατία έχουμε και ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι του κατέβει. Αν για παράδειγμα βγάζαμε μια μελέτη για τον ναζισμό και τους μεγάλους συγγραφείς που ενέδειξε αυτή η λαμπρή περίοδος θα ήμασταν μεν κατάπτυστοι αλλά όπως είχε πει και ο μεγάλος Clint "οι απόψεις είναι σαν την κωλοτρυπίδα, όλοι διαθέτουν από μια".
Κακό είναι ωστόσο όταν οι ιστορικές ανακρίβειες προσβάλλουν την μνήμη των νεκρών. Κατί τέτοιο συνέβη στο εν λόγω "πόνημα" όπου ο θάνατος του λογοτέχνη Μάριου Χάκκα αποδόθηκε όχι σε καρκίνο (όπως πραγματικά συνέβη) αλλά σε...αυτοκτονία. Προφανώς η συγκεκριμένη αλητεία έγινε αντιληπτή τόσο από τον εκδοτικό κόσμο (η Άγρα έφτασε μέχρι και να βγάλει ανακοίνωση) αλλά και τους συγγενείς του λογοτέχνη. Και εδώ αρχίζουν οι αθλιότητες στις οποίες οι εκδοτικοί νταβάδες μας έχουν συνηθίσει...
Το χαμαιτυπείο της Μπούρα όχι μόνο δεν απέσυρε πάραυτα το βιβλίο όπως θα όφειλε, αντιθέτως επιφυλλάχθηκε να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια στην επόμενη έκδοση (λεφτά είναι αυτά, όχι στραγάλια). Όσο για την κατάπτυστη λέρα αρκέστηκε σε μια ανακοίνωση που ναι μεν αποδέχεται το λάθος της αλλά ρίχνει το ανάθεμα στην Άγρα, τους συγγενείς του νεκρού ακόμα και τον ίδιο τον Πάπα.
Για λόγους αισθητικής κυρίως δεν την δημοσιεύουμε αλλά μπορείτε εύκολα να την βρείτε, το γεγονός ωστόσο αποτελεί μια ακόμα πικρή δικαίωση όλων εκείνων που φωνάζουν όχι μόνο για την ανύπαρκτη ποιότητα την οποία πριμοδοτούν τα εκδοτικά παραμάγαζα αλλά κυρίως την εισαγωγή νέων ηθών- ιδιαίτερα σκοτεινών- στον κόσμο του βιβλίου...

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Βορράς χωρίς νότο (απόσπασμα)

Η Αριστοτελία έδειχνε τώρα σαν να είχε ένα δεύτερο στόμα κάτω από το σαγόνι της, ένα στόμα που οι άκρες των χειλιών του ξεκινούσαν από τους λοβούς των αυτιών σχηματίζοντας ένα τεράστιο χαμόγελο − μα τον Θεό, έμοιαζε με το πιο χαμογελαστό πρόσωπο που είχα δει στη ζωή μου, ήταν ένα χαμόγελο αδιαπραγμάτευτο. Ήταν η ελαφρότητα των ιντερνετικών περιοδικών που απευθύνονταν μόνο σε γυναίκες, τριαντάρες, ελεύθερες και χειραφετημένες, ήταν η αμηχανία απέναντι στις προσβολές του κάθε χαζοδάνδη που έκρυβε την αξεσιά του με το περίβλημα της διανόησης και την ανδρική του ανεπάρκεια με ετοιμόρροπους σοβάδες ψευτοανωτερότητας, ήταν το ροζ δωμάτιο της παιδικής της ηλικίας. Πιθανώς να ήταν τα εκλαϊκευμένα και βολικά συμπεράσματα του ψυχαναλυτή της ή οι εύπεπτοι οδηγοί κατανόησης του Πλάτωνα, του Σπινόζα και του Νίτσε. Μα πάνω απ’ όλα ήταν μια χαλκομανία, ένα προσωπείο όπως εκείνο του κλόουν στα παιδικά πάρτι, ήταν ένα χαμόγελο που είχε μάθει ν’ αντιλαμβάνεται την ευτυχία ως υποχρέωση και όχι ως δικαίωμα.
«Γδύσου, Νίκολας» τον άκουσα να με προστάζει. Γύρισα και τον κοίταξα έκπληκτος.
«Γιατί;» κατάφερα μόνο να ψελλίσω.
Κατευθύνθηκε προς το μέρος της, σήκωσε τη φούστα της και κατέβασε άγαρμπα το βρακί της, ήταν ένα δαντελένιο μαύρο στρινγκ διακοσμημένο με στρασάκια, ακριβό μάλλον στην ποιότητα και φτηνό στην αισθητική. Τράβηξε με την ίδια αγαρμποσύνη τα πόδια της και τα άνοιξε διάπλατα μπροστά μου.
«Γι’ αυτό ακριβώς, Νίκλας» κοίταξε με νόημα το αιδοίο της χωρίς να γυρίσει προς το μέρος μου.
«Έχεις γαμήσει ποτέ ετοιμοθάνατη γυναίκα; Είναι το πιο υπέροχο πράγμα του κόσμου. Ο εγκέφαλος είναι κλινικά νεκρός και έτσι δεν μπορεί να αντιδράσει, όμως το “παπάκι” της είναι ακόμη ζωντανό και έτσι η αίσθησή του δεν έχει διαφορά».
Πρόσεξα τη σάρκινη σχισμή που συνέθεταν οι καφεκόκκινες μεμβράνες της και πιο πάνω το επιμελώς ξυρισμένο εφηβαίο της· η περιοχή μού θύμισε μεγεθυμένα απόκρυφα εμβρύου. Δεν ξέρω γιατί έφερα αυτό τον συνειρμό στον νου μου, ίσως για να αποβάλω από μέσα μου και την τελευταία υποψία σαρκικού ερεθισμού. Γύρισα και κοίταξα τον Μαρκ με αποστροφή, το βλέμμα μου του έλεγε ότι θα προτιμούσα να με σκοτώσει μαζί με τους υπόλοιπους παρά να με αναγκάσει να βιάσω αυτό το πτώμα. Δεν έδειξε να πτοείται, αντιθέτως τοποθέτησε το νυστέρι λίγα εκατοστά από τον λαιμό μου κοιτώντας με με το ίδιο παραινετικό ύφος. Σκέφτηκα ότι αν δεν έκανα έναν ελιγμό θα με σκότωνε ή θα με έβαζε να ικανοποιήσω το νοσηρό βίτσιο του.
«Νόμιζα ότι ήμαστε φίλοι» του είπα διατηρώντας τη φωνή μου ψύχραιμη και σταθερή.
«Ξέρεις, Νίκολας, στην αρχή και εγώ αυτό πίστευα. Αλλά πλέον δεν νομίζω ότι μπορείς να κάνεις φίλους. Είσαι πολύ ιδιαίτερος για να διασπάσεις το άτομό σου».
«Δεν καταλαβαίνω, τι εννοείς;»
Ακούμπησε απαλά τη λεπίδα του νυστεριού στον λαιμό μου προκαλώντας ένα στιγμιαίο τσίμπημα.
«Στην αρχή αυτής της νύχτας δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να σε σκοτώσω ή όχι. Είπα στον εαυτό μου ότι θα την αφήσω να προχωρήσει και θα αποφασίσω στην πορεία της. Όταν καθίσαμε εκεί που με πήγες κατάλαβα ότι δεν ανήκεις στον μέσο όρο, μπορεί να είσαι πιο κάτω ή πιο πάνω αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία· ο άνθρωπος που είναι ικανός για το χειρότερο είναι ικανός και για το καλύτερο. Νομίζεις αλήθεια ότι η πραγματική αξία της ανθρώπινης ζωής είναι αυτή που της προσδίδει ο δυτικός πολιτισμός; Όχι, Νίκλας, είμαστε ήδη πάρα πολλοί εδώ πάνω. Για ρίξε μια ματιά γύρω σου».

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Γεωργία Μπεκριδάκη-Ρετάλια

Τσίτι ζωή
Όλο στενεύει στο πλύσιμο.
Κρατήστε τα ρετάλια
.
Ρετάλια
Όχι για διόρθωση.
Για κάτι
που δεν τελειώνει.
Ύφασμα
Αφήνουν στρίφωμα —
σαν να περισσεύει μέλλον.
Ό,τι αρχίζεις
το τελειώνεις μόνος.
Μάλλινα
Οι λεκέδες δεν φεύγουν.
Αλλάζουν χρώμα.
Ψάχνεις νήμα.
Σαν ραφή
που δεν κλείνει.  

Flesh-Κριτική

Οι πρώτες σελίδες από το “flesh” του Szalay σε πιάνουν από το λαιμό, ωστόσο η συνέχεια δεν είναι ανάλογη αφήνοντας τον αναγνώστη με την απορία που θέλει ακριβώς να το πάει για αρκετές σελίδες. Αν και στο τέλος η απάντηση ικανοποιεί η «κοιλιά» είναι εμφανής με αρκετά σημεία όπου οι ήρωες καταδύονται σε μια σχηματική συνθήκη που δείχνει να αποσκοπεί ξεκάθαρα στην «επιβεβλημένη» διαπλάτυνση του βιβλίου. Όλα αυτά ωστόσο δεν προοιωνίζονται στην, ούτως ειπείν, άκρως υποσχόμενη αρχή.
Ξεκινώντας από τη μετακομουνιστική Ουγγαρία, παρακολουθούμε την πρώτη εφηβική ερωτική απογοήτευση του ήρωα Istvan την οποία θα διαδεχτεί η βάρβαρη σεξουαλική αποπλάνηση του από μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας του, παρά την αρχική του απροθυμία- που αγγίζει τα όρια της αηδίας- όχι μόνο στο τέλος θα υποκύψει αλλά θα αναπτυχθεί μέσα του ένα πάθος αντιζηλίας που θα τον οδηγήσει στη δολοφονία του άντρα της.
Αναμορφωτήριο, στρατός, μετανάστευση στην Αγγλία και ένα γεγονός που θα αλλάξει τη ζωή του. Η διάσωση ενός αγνώστου που για να του ανταποδώσει την πράξη θα του βρει δουλειά ως σωματοφύλακα υψηλών προσωπικοτήτων μέχρι ένα πλούσιο ζευγάρι να τον πάρει στην αποκλειστική δούλεψη του. Ο δεσμός ωστόσο με την κατά πολύ νεότερη γυναίκα του μεγιστάνα, Helen, η πάντα καχύποπτη στάση του γιού τους και εν τέλει ο θάνατος του πρώτου θα βγάλει στην επιφάνεια τις υποδόριες συγκρούσεις.
Ο Istvan θα την παντρευτεί, θα κάνει παιδί μαζί της έχοντας πάντα απέναντι τον θετό του γιο Thomas ο οποίος ποτέ δεν θα τον αποδεχτεί ούτε θα του αφαιρέσει τη στάμπα του προικοθήρα που του έχει αποδώσει. Μέχρι την τελική «λύση»…
Αν και μπορεί να απογειώσει το βιβλίο ο Szalay έχει τις κακές, ανοικονόμητες και άτυχες στιγμές του, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ωστόσο πως στον τωρινό Μεσαίωνα που διάγουμε αυτές είναι απαραίτητες για την κατάκτηση του Booker και άλλων αντίστοιχων «βραβείων». Σε κάθε περίπτωση η ανάγνωση του συστήνεται στην αγγλόφωνη πάντα έκδοση για λόγους που έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενες αναρτήσεις…

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Ντέμης Κωνσταντινίδης- 2 ποιήματα

Oι προτομές
Μιλώ στις προτομές του πάρκου.
Έχουν ξεχάσει τίτλους και ιδιότητες.
Τις βασανίζει η ακινησία.
Τις πληγώνει θανάσιμη ακαμψία.
Κι αυτά τ' αναθεματισμένα πτηνά
που δεν σέβονται τίποτα.
Κι αυτές οι χυμώδεις κοπέλες
που περνούν από μπροστά.
"Πήγαινέ μας μια βόλτα", με παρακαλούν.
"Μόνο ξεκόλλα μας από δω, στο Θεό που πιστεύεις!
Και να σε βρουν, άνθρωπε, χίλια καλά"
Αυτό προσπαθώ να εξηγήσω
τόση ώρα στον αστυφύλακα
που με συνέλαβε.
***
O πραματευτής
Τον πάγκο του δεν τον πλησίαζαν.
Αυτός εκεί, αράδιαζε κάθε πρωί
τη σκονισμένη πραμάτεια του:
Πουλούσε αναμνήσεις..
"Ποιος νοιάζεται" έλεγαν και ξανάλεγαν
"για ξένες αναμνήσεις!
Κι αυτός, ο χριστιανός.."
"Εδώ παλεύουμε να ξεφορτωθούμε
τις δικές μας".
"Άλλωστε, αυτές είναι πια
τόσο κιτρινισμένες και καχεκτικές.
Σχεδόν νεκρές.
Δεν έχουν
καμία πρακτική χρησιμότητα"

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Να μην φαίνεται-Ιω (Μέρος 5ο)

12. Ακίνητο
Το παιδί στάθηκε στο δωµάτιο.
Δεν υπήρχε κάτι µπροστά του.
Ο χώρος ήταν ίδιος.
Όπως πριν.
Από µακριά ακούγονταν φωνές.
Δεν ξεχώριζαν λέξεις.
Μόνο ο ρυθµός.
Το παιδί δεν γύρισε.
Έµεινε εκεί.
Τα χέρια δίπλα στο σώµα.
Δεν άγγιζαν τίποτα.
Η ανάσα ήταν αργή.
Σχεδόν δεν φαινόταν.
Δεν µετακινήθηκε.
Περίµενε.
Δεν ήξερε τι.
Δεν χρειαζόταν να ξέρει.
Πέρασε χρόνος.
Ή όχι.
Δεν άλλαξε κάτι.
Κανείς δεν µπήκε.
Κανείς δεν το φώναξε.
Το παιδί κατέβασε λίγο το κεφάλι.
Κοίταξε το πάτωµα.
Μετά πάλι µπροστά.
Δεν έκανε βήµα.
Δεν δοκίµασε.
Έµεινε.
Σαν να µπορούσε να µείνει έτσι.
Όσο χρειάζεται.
Σαν να µην υπήρχε αλλού.
Μόνο αργότερα.
Όχι τώρα.
Το σώµα δεν βάραινε.
Δεν τραβούσε προς τα κάτω.
Έµεινε όρθιο.
Χωρίς ένταση.
Χωρίς κίνηση.
Σαν να είχε βρει τρόπο.
Να είναι εκεί.
Χωρίς να φαίνεται.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
13. Σκοτάδι
Το φως έσβησε.
Όχι απότοµα.
Λίγο-λίγο.
Οι σκιές µεγάλωσαν.
Έφτασαν πιο κοντά.
Το παιδί έµεινε στο κρεβάτι.
Δεν σηκώθηκε.
Δεν κάλεσε.
Έµεινε.
Το δωµάτιο άλλαξε.
Δεν φαινόταν.
Αλλά ήταν αλλιώς.
Οι τοίχοι δεν έδειχναν ίδιοι.
Το ταβάνι χάθηκε.
Το παιδί κοίταξε µπροστά.
Δεν έβλεπε καθαρά.
Δεν προσπάθησε.
Άφησε το βλέµµα.
Το σκοτάδι ήρθε πιο κοντά.
Κάλυψε τα αντικείµενα.
Τις γωνίες.
Τα χέρια.
Το σώµα.
Το παιδί δεν µετακινήθηκε.
Δεν αντιστάθηκε.
Η ανάσα ήταν ήσυχη.
Σταθερή.
Πέρασαν σκέψεις.
Δεν κράτησε καµία.
Δεν τις έσπρωξε.
Τις άφησε.
Δεν χρειαζόταν τώρα.
Όχι εδώ.
Έµεινε.
Χωρίς να φαίνεται.
Χωρίς να ακούγεται.
Χωρίς να ζητά.
Το σκοτάδι έµεινε µαζί του.
Σταθερό.
Δεν άλλαξε.
Δεν έφυγε.
Το παιδί έκλεισε τα µάτια.
Δεν υπήρχε διαφορά.
Έµεινε έτσι.
Χωρίς κίνηση.
Χωρίς βάρος.
Σαν να µπορούσε να µείνει.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
Όσο χρειάζεται.

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Η κωλόγρια έπαθε "Δημουλίδου"...

Σε μια παρέα σκληρών λογοτεχνικών μυστών ένας έχει πέσει κάτω πιάνοντας την κοιλιά του από τα γέλια, έχει προηγηθεί μια ακόμα ευτράπελη ιστορία με πρωταγωνίστρια τη Λενίτσα από τις πολλές που διακινούνται στα πηγαδάκια των ανθρώπων του βιβλίου. Η Πατάκαινα φυσικά πετάει τη σκούφια της, κάθε αυλικός χρειάζεται τους γελωτοποιούς του, όσο περισσότεροι τόσα πιο πολλά τα δίφραγκα στο- δίχως πάτο- βαρέλι.
Κι αν κάτι χαρακτηρίζει τους γελωτοποιούς είναι η ευελιξία τους, πέσε στα τέσσερα, κάνε σπαγγάτο, πιάσε μια κωλοτούμπα. Για να πούμε βέβαια και του στραβού το δίκιο ποτέ δεν έχουν παρακούσει στα παραγγέλματα των επιβαλλόμενων τάσεων που τους επιβάλλουν τα κάθε λογής παραμάγαζα, και βιβλίο για το σκυλάκι της θα γράψει (όταν η φιλοζωία είναι στα πάνω της), και για τον Καποδίστρια αλλά αν σου λείπει ένα καλό «Δημουλίδικο» ρομάντζο με την εμμηνόπαυση στα ντουζένια της δεν πας πουθενά Λενίτσα, δεν χρειάζεται να στο πει η Αννούλα, εμείς εδώ στο Καρτέλ στο λέμε…
Έπιασε λοιπόν το αστροπελέκι να μας βγάλει τα μάτια με μια υπόθεση που θα έκανε ακόμα και τον "γιό της βροχής» να σηκωθεί από τον τάφο του. «Ο Άλκης και ο Στράτος. Δύο αγόρια, το ένα από την κορυφή, το άλλο από τον πάτο. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο Κολλέγιο Αθηνών. Ο φωτογενής γόνος δεξιάς πολιτικής δυναστείας κι ο γιος του αριστερού δασκάλου του χωριού. Ο ένας είχε όλα τα όπλα εκτός από το μυαλό του κι ο άλλος μόνον το μυαλό του. Μια παιδική φιλία που κατέληξε ανθρωποφαγία στον δρόμο για την εξουσία.», αντιγράφουμε από την υπόθεση και όταν πληροφορούμαστε πως πρόκειται για μυθιστόρημα που περιγράφει τον "πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικο-αισθηματικό ξεπεσμό μας" αρχίζουμε ήδη να προετοιμάζουμε την κοιλιά μας για το επόμενο πηγαδάκι που θα πέσει στο τραπέζι το θέμα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά βέβαια ο εθισμός στον κρετινισμό και κυρίως η χυδαιότητα της (λογοτεχνικής) διαπλοκής δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Ειδικότερα όταν μιλάμε για έναν κατήφορο που έχει ξεφύγει από τα στενά λογοτεχνικά πλαίσια αγγίζοντας την ευαίσθητη χορδή της αισθητικής….

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Να μη φαίνεται-Ιω (Μέρος 4ο)

10. Πάτωµα
Το φως έµπαινε από την κουρτίνα.
Όχι πολύ.
Μόνο όσο χρειαζόταν.
Η σκόνη φαινόταν µέσα του.
Αιωρούνταν αργά.
Το παιδί σήκωσε το χέρι.
Το πέρασε µέσα από το φως.
Τα σωµατίδια χάθηκαν.
Μετά ξαναφάνηκαν.
Το έκανε ξανά.
Χωρίς ήχο.
Λίγο πιο γρήγορα.
Μετά σταµάτησε.
Το πάτωµα ήταν κρύο.
Καφέ και κόκκινο.
Τα σχήµατα επαναλαµβάνονταν.
Το παιδί ήταν µισοξαπλωµένο.
Το µάγουλο ακουµπούσε στο πλακάκι.
Δεν µετακινήθηκε.
Έσυρε το δάχτυλο πάνω στις γραµµές.
Από τη µία άκρη στην άλλη.
Σταµάτησε.
Γύρισε.
Συνέχισε.
Τα σχήµατα ενώνονταν.
Δεν άφηναν κενό.
Το δάχτυλο τα ακολουθούσε.
Χωρίς να βγαίνει έξω.
Σιγοτραγουδούσε.
Χωρίς λόγια.
Ίσα που ακουγόταν.
Μετά λίγο πιο καθαρά.
Για λίγο.
Σταµάτησε.
Άκουσε.
Δεν ακούστηκε κάτι άλλο.
Το φως µετακινήθηκε λίγο.
Το χέρι έµεινε µέσα του.
Για µια στιγµή σήκωσε το κεφάλι.
Πού τελειώνει το δέρµα.
Πού αρχίζει το φως.
Έµεινε εκεί.
Ακίνητο.
Μετά χαλάρωσε λίγο τα δάχτυλα.
Για λίγο.
Σαν να δοκίµαζε.
Σαν να µπορούσε.
Μετά τα έκλεισε πάλι.
Έµεινε εκεί.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 
11. Νεροχύτης
Το ποτήρι ήταν γεµάτο.
Όχι µέχρι πάνω.
Λίγο πιο κάτω.
Το παιδί το κράτησε µε τα δύο χέρια.
Σφιχτά.
Όχι πολύ.
Ο νεροχύτης ήταν ψηλά.
Σηκώθηκε στις µύτες.
Τα δάχτυλα πάτησαν στο µάρµαρο.
Κρύο.
Όπως το πάτωµα.
Δεν γλίστρησαν.
Έµειναν εκεί.
Το ποτήρι ανέβηκε.
Αργά.
Το γάλα κινήθηκε µέσα.
Σταµάτησε.
Το παιδί περίµενε.
Δεν ανέπνευσε βαθιά.
Περίµενε να ηρεµήσει.
Το σήκωσε λίγο ακόµα.
Το χείλος του νεροχύτη φάνηκε.
Λευκό.
Κοντά.
Τα χέρια έτρεµαν.
Δεν τα κατέβασε.
Δεν τα χαλάρωσε.
Έφερε το ποτήρι µέσα.
Για µια στιγµή έµεινε στον αέρα.
Δεν ήξερε πού να το αφήσει.
Δεν µετακινήθηκε.
Μετά το κατέβασε.
Αργά.
Το γυαλί ακούµπησε στο µάρµαρο.
Ένας ήχος.
Μικρός. 
Το παιδί σταµάτησε.
Περίµενε.
Δεν ακολούθησε άλλος.
Δεν έσπασε.
Το κράτησε λίγο ακόµα.
Μετά άφησε τα χέρια.
Όχι απότοµα.
Αργά.
Έµεινε στις µύτες.
Δεν κατέβηκε αµέσως.
Κοίταξε το ποτήρι.
Ήταν όρθιο.
Το γάλα µέσα.
Δεν είχε χυθεί.
Κατέβηκε.
Αργά.
Τα πόδια στο πάτωµα.
Κρύο.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Το βυσματικό «βραβείο» της Ε.Ε (EUPL) και το μεγάλο φιάσκο

Αν οι χαρτογιακάδες δεν έδιναν «βραβεία λογοτεχνίας» στον κάθε δικτυωμένο γλείφτη τότε ποιος θα έδινε; Η απορία είναι εύλογη ωστόσο τα ευτράπελα που δημιουργούνται όταν θεσπίζονται τέτοιου είδους πανηγύρια- ώστε στα μεθεόρτια το κάθε αργυρώνητο Αρδάκι να κάνει λόγο για «διεθνές κύρος»- δεν λείπουν.
Και πως να λείπουν όταν οι «διακριθέντες» δεν αποτελούν και τίποτα «ιερά τέρατα» της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά τον απόπατο του λογοτεχνικού υποκόσμου. Από τον καρπαζοεισπράκτορα Μάκη Τσίσα μέχρι πουθενάδες των εσχατιών της Βαλκανικής που «κρίνονται» και «διακρίνονται» από τύπους σαν την αγιογδύτισσα τη Σοκόλη και τον κάθε αργόμισθο κηφήνα που χαρτζιλικώνεται από σημαδεμένες επιδοτήσεις.
Φυσικά όπως προείπαμε τα ευτράπελα από τέτοια φαρσικά θεσμικά εγχειρήματα δύσκολα λείπουν καθώς οι εμπλεκόμενοι όσο έχουν κάνει τη γλώσσα τους σαλάχι άλλο τόσο σκαμπάζουν από λογοτεχνία. Έτσι το τελευταίο κρούσμα όπου η Ελένη Φωκά ζήτησε η βιογραφία της να αποσυρθεί από τη βραχεία λίστα έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο.
Ο λόγος, δεν εντάσσεται στη κατηγορία της μυθοπλασίας, όπου οι τενεκέδες το κατέταξαν, αλλά του ιστορικού μυθιστορήματος. Κάτι που «συνιστά βαρύτατη προσβολή στην προσωπική της αξιοπρέπεια, αλλά και στην ιστορική αλήθεια των γεγονότων που η ίδια βίωσε στην κατεχόμενη Κύπρο.» Θα μου πεις τώρα μπορούν οι χαρτογιακάδες να ξεχωρίσουν το ιστορικό από το μυθοπλαστικό όταν τρέχουν για λεύκανση πρωκτού κάθε δεύτερη βδομάδα. Απορίες πραγματικά ανάξιες λόγου αφού το τελευταίο που τους απασχολεί είναι το ίδιο το βιβλίο…