Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

15αύγουστος-συλλογικό (Μέρος 2ο)

Αγάπησε την τηλεργασία και δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ούτε μια μέρα στη ζωή σου (Χρήστος Χατζηκωνταντίνου)
Ντιν νταν, ντιν νταν. Η γαμοκαμπάνα της εκκλησίας χάλασε ακόμη μια φορά τον ύπνο μου. Ξύπνησα και κοίταξα το κινητό. 15 Αυγούστου, 8κ23 το πρωί. Βλαστήμησα σιγανά. Όχι ότι είχε και καμιά σημασία δηλαδή, μόνος μου έμενα. Στην πραγματικότητα ούτε κι η ώρα είχε σημασία. Όταν είσαι 48 ώρες on call, επειδή είναι πιθανόν να βρεθεί κάποιο πρόβλημα στην πλατφόρμα, δεν έχει πολύ σημασία πότε ξυπνάς, που ξυπνάς ή σε ποια ζώνη ώρας δουλεύεις.
Είχα δυομιση μήνες που είχα πιάσει δουλειά σε μια από αυτές τις εταιρείες που εδρεύουν κάπου αλλά εσύ μπορείς να είσαι οπουδήποτε αλλού, τηλεργασία ή remote για τους πιο αγγλομαθείς. Ο ενθουσιασμός που θα δούλευα με τσιγάρο και σώβρακο από το σαλόνι μου, μετριάστηκε κάπως όταν έμαθα ότι θα μπορώ να πάρω άδεια μετά από τρεις μήνες. Ο μισθός όμως, αισθητά καλύτερος σε σχέση με το να έπιανα δουλειά σε κάποια ελληνική εταιρεία, γρήγορα μαλάκωσε τις όποιες αμφιβολίες μου.
Η τηλεργασία είχα όντως πλάκα στην αρχή, ξεκινούσα 12, τελείωνα 8, στις 9 είχα ήδη ξεκινήσει τις μπύρες με όποιον ήταν διαθέσιμος. Οι περισσότεροι γνωστοί και φίλοι ήταν σε αντίστοιχη φάση. Μετά τον κόβιντ είχαμε όλοι κάπως βολευτεί να οχυρωνόμαστε σπίτι μας μαζί με τη δουλειά, οπότε αποφασίσαμε να το συνεχίσουμε και μετά. Προγραμματιστές οι περισσότεροι, ήταν το μόνο εύκολο.Ο κόσμος φαινόταν να αλλάζει κι εμείς, οι πιονιέροι της νέας εποχής, ήμασταν έτοιμοι να αδράξουμε τη μέρα και να κάνουμε τα εταιρικά γραφεία παρελθόν και το home office το σύμβολο της νέας μας χειραφετημένης καθημερινότητας.
Περίπου δυόμιση μήνες μετά δεν συμμεριζόμουν ιδιαίτερα τον ενθουσιασμό της αρχής. Λίγο το καλοκαίρι που είχε έρθει κι εγω ήμουν μαγκωμένος στην καρέκλα του γραφείου, λίγο που μετά από κάποιο καιρό ο μοναδικός στον οποίο μιλούσα όλο το πρωί ήταν το ηλικιωμένο ζευγάρι από το διπλανό διαμέρισμα, λίγο κάτι υπερωρίες που είχαν αρχίσει να σκάνε σιγά σιγά, η ειδυλλιακή πραγματικότητα που φανταζόμουνα είχε πάει περίπατο. Θα μπορούσα βέβαια να πάρω το λάπτοπ μου και να διακοπάρω κάπου, να δουλεύω από την παραλία κι άλλα τέτοια ωραία. Κάποιες μέρες όμως που δοκίμασα να το κάνω από το εξοχικό ενός φίλου κατέληξα να σκέφτομαι τη δουλειά όσο διασκέδαζα και τη διασκέδαση όσο δούλευα, με αποτέλεσμα τίποτα από τα δυο να μην πάει καλά.
Αλλά τον Αύγουστο τα πράγματα χειροτέρεψαν. Πέρα από το ότι δεν θα πήγαινα διακοπές, θα έπρεπε να είμαι 2 ΣΚ on call για να προσέχω την πλατφόρμα. 15 Αυγούστου ήταν κυριακή, είχα στην πλάτη μου 5 μέρες δουλειάς και το Σάββατο που το ξόδεψα κατά βάση διορθώνοντας bugs στην πλατφόρμα. Ο υδράργυρος “σκαρφάλωνε” ανεξέλεγκτα, φτάνοντας μέχρι τους 40 βαθμούς κελσίου, δεν κυκλοφορούσε άνθρωπος έξω κι εγώ είχα μείνει στην πόλη να φυλάω θερμοπύλες. Τα stories φίλων και γνωστών από παραλίες και beach bars δεν βοηθούσαν την κατάσταση και με είχαν φτάσει σε κατάσταση παράκρουσης.
Βγήκα λίγο στο μπαλκόνι για να πιω τον καφέ μου και ανταλλάξαμε 2 κουβέντες με τον κύριο Κώστα από δίπλα, που είχε ξεμείνει κι αυτός στην πόλη με τη γυναίκα του. Λευκή αμάνικη φανέλα και σώβρακο, ένας άνθρωπος που έβαζε την άνεση πάνω από οποιεσδήποτε ψευδεπίγραφες θεωρίες περί dress code. Έστριψα το πρώτο τσιγάρο της ημέρας κι οι πρώτες τζούρες μου έφεραν την γνώριμη ζάλη της νικοτίνης. Κάθησα στην καρέκλα για να μην πέσω κάτω. Στο βάθος είδα μια συστάδα από φοίνικες.
Επιτέλους, μετά από τόσο καιρό μεσοπέλαγα μάλλον πλησιάζαμε στη στεριά. Ρούφηξα πάλι το τσιγάρο και το πέταξα. Η υγρασία στους τροπικούς κάνει πάντα τον καπνό να έχει απαίσια γεύση. Γύρισα στον καπετάνιο. “Καπετάν Κώστα, θέλω το βράδυ να κατέβω στην πόλη. Έχω συνεννοηθεί με τον Γουίλυ να καλύψει το πόστο μου”. Ο καπετάνιος με κοίταξε απορημένος. Ο καημένος, από τότε που έχασε τη γυναίκα του έχανε κατά καιρούς την επαφή του και με το περιβάλλον. Αποφάσισα να πάω προς την καμπίνα μου να ετοιμαστώ.
Η ειδοποίηση του discord με επανέφερε στην πραγματικότητα. Δυστυχώς έπρεπε να δουλέψω. Έβγαλα σορτσάκι και φανέλα κι άφησα το ύφασμα της καρέκλας να απορροφήσει τον ιδρώτα μου. Με αυτόν τον τρόπο γλίτωνα κι ένα πλυντήριο. Μισή ώρα αργότερα είχα τελειώσει. Αφού σκρόλλαρα χωρίς σκοπό σε facebook και instagram, διάβασα ένα αφιέρωμα για το πως γιορτάζεται ο 15αύγουστος σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και πόνταρα κάτι ψιλά στo λίβερπουλ-τσέλσι, έκανα κάτι γρήγορο να φάω, τράβηξα μια διαδικαστική μαλακία και λιποθύμησα στον καναπέ του σαλονιού κάτω από το aircondition.
Ξύπνησα κάνα δίωρο μετά με σχετικά καλή διάθεση, μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι θα περνούσα το δεκαπενταύγουστο στην έρημη θεσσαλονίκη δουλεύοντας. Αφού έριξα κανα δυο παναγίες, άνοιξα τo κινητό για να σκοτώσω λίγο ακόμη χρόνο αλλά το ίντερνετ αρνιόταν πεισματικά να συνεργαστεί. Για δεδομένα ούτε λόγος, αφού στη γούβα που έμενα δεν είχε καλα καλά σήμα ούτε για τηλέφωνο. Κοίταξα το ρούτερ κι είδα το λαμπάκι του ίντερνετ να αναβοσβήνει απελπισμένο. Ούτε ίντερνετ λοιπόν, ούτε σταθερό αφού από τότε που έβαλα οπτικές ίνες αν κοπεί το ίντερνετ παραλύει όλο το σύστημα επικοινωνίας του σπιτιού.
Κρύος ιδρώτας με έλουσε. Ήμουν off the grid μετά από χρόνια. Ούτε που θυμόμουν την τελευταία φορά που ήμουνα σε μέρος χωρίς πρόσβαση στο ίντερνετ. Ο μοναδικός τρόπος για να επικοινωνήσω με τον έξω κόσμο ήταν είτε δια ζώσης είτε να μετακινηθώ κάπου που το κινητό μου έπιανε σήμα. Έτρεξα στο μπαλκόνι και παρακάλεσα τον γείτονα να χρησιμοποιήσω το σταθερό για να μιλήσω με την εταιρεία του ίντερνετ και να μάθω πότε θα αποκατασταθεί η βλάβη. Ευτυχώς ο κυρ Κώστας είχε αντισταθεί στην επέλαση του μοντερνισμού και των οπτικών ινών, που σημαίνει ότι είχε ένα σταθερό τηλέφωνο που δούλευε παρά την απουσία του ίντερνετ. Στεκόταν αγέρωχος, με τον κασκορσέ και το μουστάκι του, ανίκανος να κατανοήσει τον πανικό μου επειδή “δεν παίζει εκείνο το μπλιμπλίκι με τα φωτάκια”.
Η ευγενέστατη υπάλληλος στο τηλεφωνικό κέντρο κάθε άλλο παρά με καθησύχασε. Υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα στο δίκτυο της περιοχής μας που θα ήθελε αρκετό χρόνο για να επιδιορθωθεί, ακόμη και σε μια φυσιολογική μέρα, πόσο μάλλον δεκαπενταύγουστο. Το ίντερνετ δεν αναμενόταν να επανέλθει πριν το μεσημέρι της επόμενης. Σκέφτηκα τι θα μπορούσα να κάνω. Η πρώτη σκέψη ήταν να δουλέψω σε κάποιο ίντερνετ καφέ αλλά για λόγους ασφαλείας είχα πρόσβαση στην πλατφόρμα μόνο από το δίκτυο του σπιτιού. Ίσως αν επικοινωνούσα με το IT να βρισκόταν μια λύση αλλά αποφάσισα να το αποφύγω για έναν πολύ σημαντικό λόγο: Δεν ήθελα καθόλου να το κάνω.
Το μπαλκόνι μου ήταν δυτικό και ο ήλιος καθώς έδυε έβαφε τον ουρανό με αποχρώσεις του μωβ και του πορτοκαλί. Το απαλό αεράκι που είχε αρχίσει να φυσάει ανακούφιζε κάπως τον αυγουστιάτικο καύσωνα κι αποφάσισα ότι είχα μια μοναδική ευκαιρία για ρεπό. Εξάλλου ο καιρός έμοιαζε υπέροχος για μια νυχτερινή βόλτα στην πόλη. Αποφάσισα να πάω προς την καμπίνα μου να ετοιμαστώ.
Αφού σενιαρίστηκα και φόρεσα τη στολή εξόδου, ξαναβγήκα στο κατάστρωμα. “Θα κατέβω στην πόλη όπως έλεγα καπετάνιε. Θα τα πούμε το πρωί.” Ο καπετάνιος με κοίταξε απορημένος. Ο καημένος, από τότε που έχασε τη γυναίκα του έχανε κατά καιρούς την επαφή του και με το περιβάλλον.
ΒΑΪΟΣ ΚΟΛΟΦΩΤΙΑΣ Κόκκινο Βότσαλο
Ο Θοδωρής κατέβηκε απ' το καΐκι με μια τσάντα, δύο τζιν, τρία μπλουζάκια και τριάντα ευρώ στην τσέπη. Δεκατέσσερις Αυγούστου, μεσημέρι, ο ήλιος κάθετος πάνω απ' το λιμανάκι σαν καπάκι. Κανείς δεν τον περίμενε. Αυτό ακριβώς ήθελε.
Το νησί λεγόταν στα χαρτιά κάπως αλλιώς, μα όλοι το λέγανε «η Αγία», από το εκκλησάκι στην κορυφή, μια λευκή τελεία πάνω στον γκρίζο βράχο. Στριφτά δρομάκια, γάτες αλανιάρες, ο φούρνος που άνοιγε στις πέντε το πρωί, ένα μπακάλικο, δύο ταβέρνες, κι ένα λιμανάκι που το βράδυ γέμιζε βάρκες, παιδιά, σκυλιά και μια παρέα γερόντων που έπαιζαν τάβλι φωνάζοντας σαν να τσακώνονταν. Βρήκε δουλειά την ίδια μέρα. Ο Μανούσος, ταβερνιάρης με φωνή βαριά και χέρια σαν δαγκάνες, τον έβαλε να πλένει πιάτα με αντάλλαγμα φαΐ και ένα στρώμα στην αποθήκη. «Δεκαπέντε μέρες σε χρειάζομαι», του είπε. «Μετά βλέπουμε».
Τη Φαίδρα τη γνώρισε τη δεύτερη μέρα, στο μικρό μαγαζάκι δίπλα στο λιμάνι όπου πουλούσε βότσαλα ζωγραφισμένα. Ψάρια, μάτια, φεγγάρια, λέξεις. Καθόταν στο πεζούλι με τα πόδια σταυροπόδι, τα χέρια λερωμένα με μπογιά, τα μαλλιά δεμένα με ένα κομμάτι ύφασμα που κάποτε ήταν φόρεμα. «Πόσο κάνει το κόκκινο;» ρώτησε ο Θοδωρής, δείχνοντας ένα βότσαλο με ένα μάτι ζωγραφισμένο πάνω, μπλε, ανοιχτό, κάπως αναιδές. «Δεν πουλιέται αυτό». «Γιατί το 'χεις εκεί τότε;» «Για να ρωτάνε». Γέλασε. Της άρεσε που γέλασε.
Του είπε να καθίσει, του έδωσε ένα βότσαλο άσπρο, ζωγράφισε πάνω μια γραμμή τσιτσιτσί με τρία γρήγορα κινήματα, το πέταξε στα χέρια του. «Δώρο. Τώρα φύγε, δουλεύω».
Δεν έφυγε αμέσως. Έμεινε μια ώρα, δύο, βοηθώντας να στρώσει τα βότσαλα σε σειρές, μαθαίνοντας ονόματα ψαριών που δεν είχε ξανακούσει, ρωτώντας για το νησί, για κείνη, παίρνοντας μισές απαντήσεις που τον έκαναν να θέλει παραπάνω.
Η Αγία είχε κι έναν άλλο κάτοικο, εποχιακό, τον Λάκη. Ο Λάκης με τη βάρκα, λέγανε, γιατί είχε ένα παλιό ξύλινο καίκι με μηχανή που βρόνταγε σαν τρακτέρ και μια πινακίδα ζωγραφισμένη με το χέρι: «Ηφαίστειο - Σπηλιές – Delfini Watching, 25€». Τα δελφίνια δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ σε καμία εκδρομή, το ηφαίστειο ήταν ένας βράχος με κόκκινο χώμα, κι οι σπηλιές δύο τρύπες που χωρούσαν το πολύ τρεις ανθρώπους σκυμμένους. Ο Λάκης έπαιρνε τα λεφτά πρώτα, πάντα πρώτα, «για το καύσιμο», έλεγε, και μετά αποφάσιζε αν θα βγει η βάρκα ή αν θα «χαλάσει ο καιρός ξαφνικά». «Κάποια στιγμή θα τον πνίξει κανένας», του είπε ο Μανούσος στο μαγειρείο, τρίβοντας ένα μαχαίρι στην πέτρα. «Αλλά είναι ξάδερφός μου, τι να κάνω».
Τη νύχτα της παραμονής, ο κόσμος μαζεύτηκε στο λιμάνι για το πανηγύρι. Τραπέζια βγήκαν έξω, κρασί κύλησε στις καράφες, κάποιος έφερε ένα βιολί, κάποιος άλλος ένα ακορντεόν, χαλασμένο κατά το ήμισυ, που έπαιζε πάντως. Ο Θοδωρής χόρεψε άσχημα αλλά με χαρά. Η Φαίδρα χόρεψε καλά και χωρίς να την νοιάζει ποιος κοιτούσε.
Κάπου στη μέση της βραδιάς, ένας τουρίστας Γερμανός, κατακόκκινος απ' τον ήλιο και το κρασί, άρχισε να φωνάζει στον Λάκη. Ήθελε πίσω τα λεφτά της εκδρομής που δεν έγινε ποτέ. Ο Λάκης, μεθυσμένος, τον έσπρωξε. Ο Γερμανός έπεσε πάνω σ' ένα τραπέζι, γυαλιά έσπασαν, μια γυναίκα ούρλιαξε, κι ο Θοδωρής, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, βρέθηκε στη μέση, κρατώντας τον Λάκη από τους ώμους, λέγοντάς του «έλα, έλα, κάτσε κάτω» με μια φωνή σταθερή, θαρραλέα που δεν ήξερε πως είχε.
Ο Λάκης τον χτύπησε στο μάτι, όχι δυνατά, μα αρκετά. Ο Θοδωρής δεν έπεσε πίσω. Έμεινε εκεί, με το χέρι ακόμα πάνω στον ώμο του άλλου, μέχρι που ο Μανούσος έφτασε τρέχοντας και τον τράβηξε στην κουζίνα, στα δροσερά πλακάκια, με ένα πανί βρεγμένο στο πρόσωπο. Η Φαίδρα ήρθε λίγο μετά. Δεν είπε τίποτα για τη γενναιότητα ή την ανοησία του. Κάθισε δίπλα του, πήρε το πανί, το ξανάβρεξε, το ξανάβαλε στο μάγουλό του. Έμειναν έτσι, χωρίς πολλά λόγια, ακούγοντας τη γιορτή να συνεχίζεται έξω, τα βιολιά, τα πόδια στο τσιμέντο, κάποιον να τραγουδά παράφωνα αλλά με όλη του την καρδιά.
«Ο πατέρας μου ήταν σαν τον Λάκη», είπε τελικά η Φαίδρα. «Όχι απατεώνας. Απλά χαμένος. Έφυγε όταν ήμουν έξι χρονών».
Ο Θοδωρής δεν ρώτησε τίποτα άλλο. Της έπιασε το χέρι, εκείνη δεν το τράβηξε. Το πρωί του δεκαπενταυγούστου, το νησί ξύπνησε αργά, με πονοκεφάλους και ήλιο δυνατό. Η λειτουργία στην εκκλησία στην κορυφή ξεκίνησε στις οκτώ, με καμπάνες που χτυπούσαν ακανόνιστα, σαν να τις βαρούσε παιδί. Η Φαίδρα πήγε, ο Θοδωρής την ακολούθησε, κι εκεί, ανάμεσα σε γριές με μαύρα μαντίλια και ψαράδες με πουκάμισα σιδερωμένα βιαστικά, στάθηκαν δίπλα δίπλα, χωρίς να κρατιούνται πια, απλά κοντά. Μετά τη λειτουργία, ο παπάς, γέρος με γένια άσπρα ίσαμε τη μέση, μοίρασε αντίδωρο. Στη Φαίδρα έδωσε ένα κομμάτι και είπε, χωρίς εμφανή λόγο, «καλή αντάμωση». Στον Θοδωρή έδωσε άλλο κομμάτι και είπε ακριβώς την ίδια φράση, με την ίδια ακριβώς έμφαση. Κανείς απ' τους δύο δεν σχολίασε τη σύμπτωση. Ίσως να μην ήταν καν σύμπτωση. Ίσως ο παπάς να το 'λεγε σε όλους.
Κατέβηκαν το μονοπάτι μαζί, ξυπόλητοι στο τέλος γιατί τα σανδάλια της Φαίδρας έσπασαν στη μέση της κατηφόρας, γελώντας με το ασήμαντο αυτό γεγονός περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν. Στο λιμάνι, ο Λάκης καθόταν έξω απ' την ταβέρνα με τα μούτρα κατεβασμένα, πίνοντας καφέ, χωρίς να μιλάει σε κανέναν. Ο Μανούσος του είχε βάλει το φλιτζάνι μπροστά χωρίς να μιλάει ούτε εκείνος. Ο Θοδωρής δούλεψε ακόμα δέκα μέρες στην ταβέρνα. Έμαθε να καθαρίζει σουπιές χωρίς να βρωμίζει τα ρούχα του, κάτι το οποίο ποτέ δεν κατάφερε τελείως. Έμαθε τα ονόματα όλων των γατιών του λιμανιού, που ήταν περισσότερα απ' τα ονόματα των ανθρώπων. Έμαθε πως η Φαίδρα ζωγράφιζε βότσαλα από τα δεκαέξι της, πως τα πούλαγε το καλοκαίρι, πως τον χειμώνα έμενε στην Αθήνα σε ένα δωμάτιο με θέα σε μια πολυκατοικία, πως δεν της άρεσε να μιλάει για τον χειμώνα. Το τελευταίο βράδυ κάθισαν στο βράχο πάνω απ' το ηφαίστειο του Λάκη, το κόκκινο χώμα ζεστό ακόμα κάτω απ' τα πόδια τους, παρόλο που ο ήλιος είχε δύσει ώρα πριν. Η Φαίδρα του έδωσε το βότσαλο με το μάτι, αυτό που δεν πουλιόταν. «Γιατί τώρα;» ρώτησε εκείνος. «Γιατί ρωτάς». Το φεγγάρι, ακόμα σχεδόν γεμάτο απ' τη γιορτή, φώτιζε το νερό σε λωρίδες ασημιές που κινούνταν αργά. Κάπου πιο πέρα ακούγονταν σκυλιά, μια πόρτα που έκλεινε, τα τζιτζίκια σιωπηλά, επιτέλους, μετά τη δύση. Ο Θοδωρής δεν ρώτησε αν θα ξανάρθει, ούτε εκείνη τον ρώτησε το ίδιο. Το καΐκι έφευγε το πρωί στις εφτά. Κοιμήθηκαν λίγο, μαζί, στην αποθήκη σε ένα στρώμα, με τα κορμιά και τα ρούχα τους ακόμα βρεγμένα απ' το τελευταίο μπάνιο της νύχτας. Στο λιμάνι, το πρωί, ο Μανούσος του έσφιξε το χέρι και του έβαλε στην τσέπη ένα φάκελο με λεφτά, παραπάνω απ' όσα είχαν συμφωνήσει. Η Φαίδρα δεν κατέβηκε να τον αποχαιρετήσει. Την είδε από το καΐκι, στο μπαλκόνι πάνω απ' το μαγαζάκι της, να κουνάει το χέρι μια φορά, χωρίς φανφάρες. Το βότσαλο με το μάτι το κράτησε στην τσέπη σε όλο το ταξίδι, γυρίζοντάς το ανάμεσα στα δάχτυλα του, χωρίς να ξέρει ακριβώς τι σκεφτόταν.

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

15Αύγουστος-Συλλογικό (Μέρος 1ο)

Ελεγείες του Δεκαπενταύγουστου (Όλβια Παπαηλίου)
Ένας παλιός δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα, μπορεί και να ήταν όμορφα έτσι που όλα ερημώνανε, αλλά εκείνη τη χρονιά ερχότανε το τέλος της ζωής όπως την ήξερε η Μ. Γιατί ο Δεκαπενταύγουστος δεν κάνει σκόντο σε κανέναν, δεν θα ένιωθε οίκτο ούτε και για αυτήν, ούτε για αυτήν την πόλη που πνιγόταν από επιθυμίες αναχώρησης. «Αλλά εφόσον μας σταυρώνει η κατάσταση και μας ακινητοποιεί στο Γολγοθά της ύπαρξης, ας δραπετεύσουμε σε πιο παλιές στιγμές για να αντέξουμε» σκεφτότανε, ενώ περίμενε μέσα στην νοσοκομειακή αίθουσα αναμονής. Ακόμα μια βραδιά, πόσο θα άντεχε;
Οι σκέψεις της ταξίδευαν από στιγμές του μακρινού της παρελθόντος στα θερινά τα σινεμά, με τις επαναλήψεις των ταινιών που είχε αγαπήσει κάποτε στα νιάτα της, στις φρεσκότερες αναμνήσεις της φρίκης. Ένας αγαπημένος με κρίσεις επιληψίας, αποτέλεσμα όγκου του εγκεφάλου. Και είχε προσπαθήσει να τον συγκρατήσει, ώστε να μην πέσει στο πάτωμα, μετά είχε καλέσει το ασθενοφόρο και τον είχαν πάρει στο γνωστό νοσοκομείο όπου έκανε την αγωγή του – τι να σου κάνει και μια αγωγή όταν η ασθένεια που έχεις ονομάζεται αστροκύτωμα; Με όνομα που θύμιζε αστέρια και με προσδόκιμο ζωής περίπου έναν χρόνο. Η διάγνωσή του είχε γίνει τον προηγούμενο Δεκαπενταύγουστο, είχε μεταφερθεί με αεροπλάνο εσπευσμένα από κάποιο νησί, ενώ το δάσος της ανατολικής νησιώτικης πλευράς αναφλεγόταν, στάνταρ καλοκαιριάτικες πληγές οι πυρκαγιές, που όλο και πλήθαιναν.
Και, τέλος πάντων, πάνω στην επιληπτική του κρίση της είχε βγει ο ώμος από τη θέση του και έτσι είχε καταλήξει να πρέπει να ξαναγυρίσει στο νοσοκομείο που αυτός νοσηλευόταν, πάλι, μέσα στη νύχτα. Είχε πάει να βρει ταξί, μα ήταν τρεις τη νύχτα, τέλος πάντων Δεκαπενταύγουστος, και είχε στρίψει για να πάει στην πλατεία, εκεί τον είδε τον τυπά. Ακόμα ένας που τον χτύπησε ο Αύγουστος, ήταν γυμνός στον έρημο δρόμο, με μια ζώνη δερμάτινη και ασορτί γιλέκο, και παπούτσια αθλητικά. Κι ένα καπέλο τύπου τζόκει, αυτό μάλλον θα ήταν δερματίνη. Και άλλο τίποτα, τσιτσίδι, και είχε και τα φρύδια του τελείως ξυρισμένα. Ένας επιδειξίας της συμφοράς, ένας φετιχιστής μάλλον, του δέρματος. Ούτε να φοβηθεί δεν είχε διάθεση, ο ώμος της την πόναγε με άγριες σουβλιές και ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι. Δεκαπενταυγουστιάτικα, το κέρατό μου μέσα! «Άμε, ρε χριστιανέ μου, στην ευχή», του είχε πει. Κι εκείνος κάτι πήγε να απαντήσει, αλλά αυτή είχε πάρει τη φόρα που της έδινε η περίσταση, « άμε σου λέω, έχουμε τρεχάματα νυχτιάτικα, εσύ έχεις νταλκά και μανουριάζεσαι, εδώ άλλος πεθαίνει κι άλλος χάνεται, μα εσύ έχεις τη βιόλα σου να παίζεις, και σιγά κιόλας τη βιόλα». Βαριεστημένα του την είχε πει, πήρε κι εκείνος τα βρεμένα κι αποχώρισε, ήξερε να χαλάει μαγιονέζες με το ύφος της.
Μετά τα είχε πει στον ταξιτζή κι αυτός είχε γελάσει, πράγμα που την εξόργισε χειρότερα, γιατί αυτά τα πράγματα είναι τρισαθλιότητες, μέσα στην πόλη και μες στον Δεκαπενταύγουστο, ζούγκλα είχε καταντήσει η γειτονιά της δηλαδή; Παλιότερα έβλεπε ωραίες ταινίες τέχνης, και τώρα τι; Πήγαινε η ζωή της στον αγύριστο, κι ο ώμος την σφαχτάριζε, κι οι κουνημένοι βγαίναν τσάρκα μες στη νύχτα. Και τρεις μέρες αργότερα πέθανε και ο άνθρωπός της, αυγουστιάτικα.
Η Αθήνα του 15αύγουστου (Άννα Συνοδινού)
Τον Δεκαπενταύγουστο η Αθήνα μοιάζει με πόλη που ξύπνησε αργά και ανακάλυψε πως όλοι έφυγαν χωρίς να την ειδοποιήσουν.
Τα ρολά είναι κατεβασμένα.
Τα καφέ μισόκλειστα.
Τα λεωφορεία περνούν σχεδόν άδεια, εκτελώντας τα δρομολόγιά τους από συνήθεια και όχι από ανάγκη.
Τα φώτα στις πολυκατοικίες σβήνουν το ένα μετά το άλλο. Μένουν μόνο μερικές κίτρινες κουκκίδες να μαρτυρούν πως κάποιοι δεν έφυγαν.
Μια ηλικιωμένη ποτίζει τους βασιλικούς της.
Ένας διανομέας περιμένει παραγγελίες που δεν έρχονται.
Ένα παιδί κάνει ποδήλατο στη μέση του δρόμου, χωρίς να κοιτάζει πίσω του.
Μια γάτα κοιμάται πάνω στο καπό ενός αυτοκινήτου που έχει μέρες να πάρει μπρος.
Η πόλη δεν είναι άδεια.
Απλώς έχουν μείνει πίσω όσοι δεν χώρεσαν στις φωτογραφίες των διακοπών.
Σε ένα μπαλκόνι υπάρχει ένα λευκό πλαστικό τραπέζι. Πάνω του, ένα ποτήρι νερό μισογεμάτο και δύο γόπες σε ένα σταχτοδοχείο. Δίπλα, μια καρέκλα στραμμένη προς τον δρόμο.
Σαν κάποιος να σηκώθηκε πριν από λίγο.
Ή πριν από χρόνια.
Στην Αθήνα δεν είσαι ποτέ σίγουρος.
Και κάπου εκεί αρχίζει το παράξενο.
Μέσα σε αυτή την ασυνήθιστη ησυχία, η πόλη σταματά να βιάζεται. Χαλαρώνει για λίγο τη λαβή της και μας αφήνει να τη νιώσουμε.
Ακούς τον αέρα να περνά ανάμεσα από τις νεραντζιές.
Ακούς το ξερό τρίξιμο μιας τέντας.
Ακούς μια τηλεόραση ανοιχτή σε κάποιο διαμέρισμα.
Ακούς τα βήματά σου στην Ερμού.
Από ένα μπαλκόνι πέφτει μια σταγόνα από κλιματιστικό.
Ύστερα άλλη μία.
Ύστερα άλλη μία.
Σαν ρολόι που μετρά τον Αύγουστο. Σαν να απομακρύνθηκε ξαφνικά ο θόρυβος που χρησιμοποιούμε καθημερινά για να μην ακούμε τον εαυτό μας.
Η Αθήνα βρίσκεται τότε στο μεταίχμιο δύο κόσμων.
Στον πρώτο υπάρχει η πραγματικότητα.
Οι λογαριασμοί που περιμένουν πάνω στα τραπέζια της κουζίνας.
Τα ενοίκια που ανεβαίνουν ακόμη κι όταν λείπουν οι ένοικοι.
Τα γραφεία που θα γεμίσουν ξανά.
Οι υποχρεώσεις που έχουν την υπομονή των γεωλογικών φαινομένων.
Δεν ανησυχούν.
Ξέρουν ότι θα επιστρέψουμε.
Στον δεύτερο κόσμο όλα μοιάζουν ελαφρώς μετατοπισμένα.
Τα φανάρια αλλάζουν χρώμα χωρίς μάρτυρες.
Οι άδειες στάσεις περιμένουν επιβάτες που ίσως να μην έρθουν ποτέ.
Οι πολυκατοικίες στέκονται σαν πελώρια πλοία αραγμένα σε μια θάλασσα από τσιμέντο.
Τα εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά κοιτάζουν τους δρόμους με τα τυφλά τους παράθυρα.
Και για μια στιγμή έχεις την αίσθηση ότι η πόλη θυμάται κάτι που εμείς έχουμε ξεχάσει.
Ίσως μια εποχή με λιγότερη βιασύνη.
Ίσως ένα μέλλον που δεν συνέβη ποτέ.
Ίσως τίποτα.
Η Αθήνα, άλλωστε, είναι ειδική στο να πουλά νοσταλγία για πράγματα που δεν έζησες.
Κι όμως, αυτή η σχεδόν άδεια πόλη είναι όμορφη.
Όχι επειδή έγινε καλύτερη.
Αλλά επειδή σταμάτησε για λίγο να προσποιείται.
Έμεινε μόνη με τις ρωγμές της, τα ξεθωριασμένα μπαλκόνια, τα εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά, τους κάδους που μυρίζουν μέσα στη ζέστη και τη σκόνη του Αυγούστου κολλημένοι στα πεζοδρόμια.
Όπως ακριβώς κι εμείς όταν μένουμε μόνοι.
Χωρίς προγράμματα.
Χωρίς δικαιολογίες.
Χωρίς τον θόρυβο.
Και τότε συμβαίνει το πιο σουρεαλιστικό απ’ όλα.
Για λίγα λεπτά, περπατώντας σε έναν έρημο δρόμο κάτω από τον λευκό ήλιο, πιστεύεις ότι η ζωή θα μπορούσε να είναι διαφορετική.
Όχι καλύτερη.
Απλώς πιο αληθινή.
Ύστερα έρχεται ο Σεπτέμβρης.
Η πόλη ξαναγεμίζει ανθρώπους που τρέχουν να προλάβουν το μέλλον, ενώ το παρόν τούς περιμένει ακόμη εκεί: σε ένα άδειο μπαλκόνι, πάνω σε ένα λευκό πλαστικό τραπέζι, δίπλα σε ένα μισογεμάτο ποτήρι νερό που έχει ήδη ζεσταθεί από τον ήλιο.
Διαμάντω (Βάσω Τζιβανάκη)
Το καλοκαίρι προχωρεί ζεστό.
Η επανάσταση δεν θα 'ρθει πάλι.
Τα δυο βυζιά μου με ενοχλούν
κι ίσως αν τα 'κοβα θα 'χα δικαίωμα
σε ένα καλύτερο μερίδιο στον κόσμο,
όπου εσύ είσαι το τσεκούρι
κι εγώ απλή γκρούπι με αντιφάσεις δωδεκάχρονου.
Ας μείνουμε έτσι αεράτοι, σύντροφέ μου.
Δεν τα μπορείς τα παραπάνω.
-Με 38 βαθμούς Κελσίου Αύγουστο μήνα
ποιος τα μπορεί στην τελική;-
Μα αν θες, ας παίξουμε μια παντομίμα υπαινικτική.
Δε θα κοστίσει σε αφοσίωση,
δε θα σε κάνει να νοιαστείς για τις αμέτρητες καβάτζες
σ’ αυτόν τον τόπο τον ανεξακρίβωτο
με τα κατάξερα κουφάρια κατσαρίδων
στα σπίτια των τυφλών σημείων
-που διάολε,
εσύ έχεις τα κλειδιά, αφού παίζεις έδρα-.
Φέρνω το δάχτυλό μου στο λαιμό παράλληλα.
Ο δείκτης ξεγλιστρά απ' άκρη σ' άκρη στο πετσί,
σφίγγω τα δόντια,
μάτια γουρλωτά,
φλέβες πετιούνται διεσταλμένες.
Μάντεψε τι έκανα...
___________..._____________
Για τη φωτιά υπολόγισέ με.
Μετά την έκσταση του μακελέματος
φτάνοντας σε έναν προορισμό μισαμοιβαίας χειραφέτησης,
ας ενωθούμε πια στα ίσα,
όπως θα το 'κανε η Διαμάντω,
αν προλάβαινε...
(Στα μέρη μου τα μυστικά είναι για τους μύστες)

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2026

Αστυνομία σκιών-Κεφάλαιο 4

Ο Αύγουστος μπορεί να αποδειχθεί μαγικός, μπορεί και εφιαλτικός. Έχει μια ιδιαιτερότητα που κανείς άλλος μήνας δεν διαθέτει, τις άδειες μέρες του νιώθεις πως δεν σε βλέπει κανείς, απελευθερώνεσαι. Άλλοι βγάζουν κυνόδοντες, άλλοι ουρά. Μα έρποντας στα ζεστά τσιμέντα της πόλης, η ενέργεια της σε τυλίγει ολόκληρο. Ένστικτα που θεωρούσες από καιρό θαμμένα επανεμφανίζονται, σε κατακλύζουν με μια επιθυμία που εναντιώνεται στον ρόλο σου, την εικόνα που αντικρίζεις στον καθρέφτη ή την τζαμαρία κάποιου κλειστού καταστήματος, αυτή που η καθημερινότητα και οι αναγκαίες συμβάσεις της σου επιβάλλουν. Γιατί τον Αύγουστο η καθημερινότητα καταλύεται, οι συμβάσεις εξασθενούν, το κουστούμι του ανθρώπου που προσποιείται μπαίνει στην ντουλάπα, για να αλλαχτεί με το κουστούμι του ανθρώπου που είναι ο εαυτός του, ή ίσως με τη γύμνια του…
Πάνω στον καμβά της άδειας ασφάλτου οι σκιές επιδίδονταν σε ερωτικά όργια, άλλες σε εγκληματικές ενέργειες, κάποιες σε μια περίτεχνη χορογραφία. Για να βρεις την σκιά σου τον Αύγουστο πρέπει απλά να είσαι ο εαυτός σου. Καθώς συνεχίζω να περπατάω βλέπω μια σκιά από το πουθενά να μου φράζει το δρόμο, γνωρίζω πως δεν είναι η δικιά μου μα την νιώθω να με σιμώνει απειλητικά, πισωπατώ ενστικτωδώς πριν ο κάτοχος της σκάσει μπροστά μου σαν καρπούζι. Τον Αύγουστο μαθαίνω πως καταγράφονται οι περισσότερες αυτοκτονίες.
*
Ντένβερ, Κολοράντο
«Επανεξετάζοντας τα μοντέλα μου κατέληξα στο συμπέρασμα πως οι σκιές δεν μπορούν να παγιδευτούν, δεν μπορούν να περιοριστούν, δεν μπορούν να φυλακιστούν. Ακόμα και αν εξουδετερώσεις τους ξενιστές ή τους κατόχους τους εκείνες θα διατηρήσουν την αυτονομία τους κυκλοφορόντας ελεύθερες. Οι μέθοδοι καταστολής που επινοήθηκαν από την φαντασία του συγγραφέα ο οποίος μου ανέθεσε τον ρόλο του εμβριθούς μελετητή τους αποδεικνύονται αναποτελεσματικές.
»Αυτό ωστόσο που μπορώ να πω μετά βεβαιότητας είναι πως τον Αύγουστο στα μεγάλα αστικά κέντρα του δυτικού ημισφαιρίου αυτές είναι περισσότερες από τους ανθρώπους, ουσιαστικά καταλαμβάνουν τις πόλεις επιβάλλοντας όχι μόνο τον ρυθμό τους- αργό και υποδόριο- αλλά και την ηθική τους. Αν οι άνθρωποι που έμειναν πίσω ευθυγραμμιστούν σε αυτά μπορούν να βρουν τη δική τους. Το στενάχωρο είναι πως οι περισσότεροι αδυνατούν να προσαρμοστούν στην αλλαγή των δεδομένων, μένουν στην πόλη αλλά νοερά την έχουν αφήσει ή προσκολλώνται στην εικόνα που αυτή είχε πριν αδειάσει. Παραμένει πάντως αρκούντως κωμικό πως πολλοί που έχουν εγκλωβιστεί σε αυτή τη συνθήκη αναρωτιούνται αν είναι σκιά του εαυτού τους…»
Καθηγητής Σάιμον Κλαρκ

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

Σκέψεις, κρόσσια, κροκάλες (Vol 6)

Και είναι μια μέρα που θες πάλι να αποδράσεις
Και είναι μια ακόμα στιγμή που συνειδητοποιείς πως όλη σου η ζωή ήταν μια απόπειρα φυγής
Η προσδοκία του ταξιδιού και η ματαίωση του προορισμού
Είναι μια μέρα που οι ουσίες στο αίμα μαρτυρούν μια ακόμα άσκοπη πτήση
Είναι μια στιγμή που καταλαβαίνεις πως η μόνη φυγή που δεν έχεις δοκιμάσει είναι αυτή από τη φυγή
Το απρόσωπο σεξ, οι πειραματισμοί της σάρκας η κατάλυση του εαυτού
Σαν αυτοσκοπός
Σαν τη γραμμή που σπάει πάνω στο καθρεφτάκι μιας φευγαλέας ομορφιάς
Τόσο ανύποπτης για να σε κρατήσει στο εδώ
Θέλεις να κόψεις τις αρτηρίες σου για να τις κάνεις ανθοδέσμη
Και ύστερα με το αίμα τους να αποτυπώσεις την τελευταία αναλαμπή σε μια υπόγεια διάβαση των Βρυξελλών
Να κάψεις όλα τα ημερολόγια του κόσμου
Καθώς συνθλίβεις το τσιγάρο στον πάτο του σταχτοδοχείου

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Αστυνομία Σκιών- Κεφάλαιο 3

Είμαι ο αστυνομικός 10397, η ταυτότητα μου ορίζεται από το τμήμα που υπηρετώ και την ημερομηνία γέννησης μου, ουσιαστικά αποτελεί μια σύμπτυξη των δύο με την οποία αναφέρομαι σε υπηρεσιακά έγγραφα, δικογραφίες και τα χείλια των ανωτέρων μου. Τοποθετήθηκα στο τμήμα δίωξης σκιών όχι κατόπιν δικής μου θέλησης αλλά εκείνης του συγγραφέα. Σκοπός μου είναι να εξυπηρετήσω μια κεντρική ιδέα η οποία βασίστηκε στη μελέτη ενός καθηγητή μεταφυσικής του Πανεπιστημίου του Κολοράντο. Σύμφωνα με αυτή οι σκιές των ανθρώπων συχνά δεν ακολουθούν τον κάτοχο τους αλλά κυκλοφορούν ελεύθερες αναζητώντας τον κατάλληλο ξενιστή, το φαινόμενο είναι περισσότερο έντονο τον Αύγουστο όπου ο περισσότερος κόσμος φεύγει, εντούτοις πολλοί τις αφήνουν στην πόλη.
Οι τρόποι καταστολής μέχρι και το σημείο που γράφονται αυτές οι γραμμές υπήρξαν διφορούμενοι και αμφιλεγόμενοι, αρχικά μας δόθηκαν οδηγίες να εξουδετερώνουμε τους ξενιστές, αργότερα ωστόσο η προσοχή στράφηκε στους νόμιμους κατόχους τους. Το σίγουρο είναι πως καμία σκιά δεν μπορεί να συλληφθεί, έτσι παρά τις προσπάθειες μας αυτές εξακολουθούν να κυκλοφορούν αδέσποτες. Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός πως η θέα πολλών εξ αυτών αποκαλύπτει στα μάτια του ξενιστή τους ανθρώπους στους οποίους ανήκουν. Κάτι τέτοιο συνέβη εκείνο το απόγευμα του Αυγούστου στη συμβολή Αχαρνών και Ηπείρου.
*
Μετά το θάνατο του Ντάνι δεν ένιωσα λύπη, ίσως και οι περισσότεροι που παρευρέθησαν στην κηδεία του να βίωσαν την ίδια αίσθηση με μένα. Μια ανακούφιση που έντυσε το νωπό πένθος βοηθώντας μας να συνεχίσουμε τις ζωές μας. Ιδιαίτερα όσοι είχαμε υπάρξει κακοποιημένοι χρησιμοποιήσαμε την απώλεια του ως μάθημα προκειμένου να διαχειριστούμε τα κατάλοιπα που είχαν αφήσει στην ψυχή μας οι θύτες, κατά έναν τρόπο ο Ντάνι είχε θυσιαστεί για όλους εμάς. Είναι πρωτίστως οι άδειες μέρες του Αυγούστου που η μάχη με τους δαίμονες θεριεύει καθώς δεν υπάρχει κανείς άλλος να σε αποσπάσει, και ήταν σε μια τέτοια αναμέτρηση που θυμήθηκα πως στη συμβολή αυτών των δρόμων είχαμε και οι δύο αφήσει τις σκιές μας. Καθώς άνοιξα τα χέρια μου να τον αγκαλιάσω, καθώς το λευκό φως από την κρότου-λάμψης με τύφλωσε, κύλησαν αυθόρμητα στο νου μου τα λόγια εκείνου του ποιήματος που μιλούσε για όλους εκείνους που επιχείρησαν να καταστρέψουν τις ζωές μας.
Καθώς Δεν Θέλουν Τη Μοναξιά
Καθώς Δεν Καταλαβαίνουν Τη Μοναξιά
Θα Προσπαθήσουν Να Καταστρέψουν
Οτιδήποτε
Διαφέρει
Από Την Δική τους
Καθώς Δεν Μπορούν
Να Δημιουργήσουν Τέχνη
Δεν Θα
Καταλάβουν Την Τέχνη
Θα Θεωρήσουν Την Αποτυχία Τους
Ως Δημιουργοί
Μόνο Ως Αποτυχία
Του Υπόλοιπου Κόσμου
Καθώς Δεν Μπορούν Να Αγαπήσουν Ολοκληρωτικά
Θα Πιστέψουν Την Αγάπη Σου
Ως Ατελή
ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ ΘΑ ΣΕ
ΜΙΣΗΣΟΥΝ
Και Το Μίσος Τους Θα Είναι Τέλειο
Σαν Λαμπερό Διαμάντι
Σαν Μαχαίρι
Σαν Βουνό
ΣΑΝ ΤΗΝ ΤΙΓΡΗ
ΣΑΝ το Κώνειο
Η Τελειότερή Τους
Τέχνη

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Αστυνομία σκιών- Κεφάλαιο 2

Τα μαθήματα του μπαλέτου είχαν διακοπεί, γενικώς τα πάντα τον Αύγουστο διακόπτονται, μένουν μόνο οι σκιές των ανθρώπων που έφυγαν. Ένα ποτήρι λεμονάδας που ξεχάστηκε στη φορμάικα και τώρα το γυροφέρνουν οι μέλισσες, ένας νικημένος έρωτας που ψάχνει στο πάρκο τη νύχτα την παλιά του αίγλη, ένα άχρηστο φανάρι κυκλοφορίας. Κάποιοι έχουν επινοήσει και τον όρο για να περιγράψουν την απόλαυση που αντλεί κάποιος από πόλεις φαντάσματα και ερειπωμένα κτήρια: “Η πορνογραφία της εγκατάλειψης”.
Περπατούσα στους έρημους δρόμους νιώθοντας σαν μπαλαρίνα που δίνει παράσταση σε ένα άδειο θέατρο, όμως τελικά δεν ήμουν μόνη, στο πεζοδρόμιο, στους τοίχους, στα μπαλκόνια εκατοντάδες σκιές διαπλέκονταν. Σκιές ανθρώπων που είχαν αφήσει την πόλη ή τον κόσμο. Ήταν τότε που κατάλαβα πως αυτοί που έλκονται από την εγκατάλειψη δεν ερεθίζονται με τη θέα μιας άδειας πόλης ή ενός άδειου κτηρίου, αλλά φαντασιωνόμενοι τους ανθρώπους που έζησαν κάποτε εκεί.
Το μάτι μου τον πήρε στο απέναντι πεζοδρόμιο, συμβολή Αχαρνών και Ηπείρου, με τα χέρια ανοιχτά σαν να προσπαθούσε να αγκαλιάσει μια απ’ αυτές. Και έπειτα μια εκτυφλωτική λευκή λάμψη τους εξαφάνισε και τους δύο, εκείνον και τη σκιά. Συνέχισα το δρόμο μου προσπαθώντας να συνειδητοποιήσω αν η σκηνή που μόλις είχα δει ήταν καμωμένη από τη φαντασία μου ή πραγματική. Θεώρησα πως δεν είχε και τόση σημασία. Όσοι μένουν πίσω στην πόλη τον Αύγουστο υποφέρουν από διάφορες παρενέργειες, παράκρουση, νοσταλγία, αναμνήσεις…
Πήρα ένα νεράκι από το πακιστανικό ψιλικατζίδικο και κοντοστάθηκα στη στάση. Άρχισα να μετράω τα λιγοστά αυτοκίνητα που περνούσαν από μπροστά, ίσως για να ανακτήσω τη χαμένη μου συγκέντρωση, τα σκορπισμένα μου λογικά. Κοίταξα κάτω στην άσφαλτο και αυτό που αντίκρισα με έκανε να ριγήσω. Γιατί η σκιά μου είχε χαθεί, δεν υπήρχε πουθενά.
*
Ντένβερ, Κολοράντο
«Ασφαλώς τις σοβαρότερες και πιο επίπονες παρενέργειες του φαινομένου δεν τις βιώνουν οι ξενιστές, αλλά αυτοί που έχουν χάσει ή ξεχάσει τις σκιές τους. Πρόκειται για άτομα που ναι μεν αντιλαμβάνονται την ύπαρξη τους αλλά αδυνατούν να τις δώσουν ορατότητα. Κάποιοι από αυτούς βρίσκονται ακόμα στο παρελθόν, κάποιοι άλλοι δυσκολεύονται να προχωρήσουν μπροστά ζώντας σε έναν νεκρό χρόνο.
»Αναθεωρώντας λοιπόν τα δεδομένα του μοντέλου μου θεωρώ πλέον πως οι αρχές δεν θα πρέπει να εστιάζουν στους ξενιστές αλλά εκείνους οι οποίοι τους προσβάλλουν. Η περισυλλογή τους καθίσταται ευκολότερη αφού αντί της εξελιγμένης τεχνολογίας μπορούν να εντοπιστούν και με γυμνό μάτι. Επιπλέον και η ίαση τους είναι λιγότερο δαπανηρή καθώς στις περισσότερες περιπτώσεις αρκούν οι παραδοσιακές ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι αντί αμφίβολων πρακτικών και σκευασμάτων»
Καθηγητής Σάιμον Κλαρκ

Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

Αστυνομία σκιών-Κεφάλαιο 1

Τον Ντάνι τον είδα στην Αχαρνών, δέκα Αυγούστου μεσημέρι έξω από το Αφγανικό εστιατόριο. Στην αρχή νόμιζα πως ήταν η φαντασία μου, είχε άλλωστε πεθάνει πέντε χρόνια νωρίτερα, μα όσο τον σίμωνα τόσο πιο πολύ σίγουρος ήμουν πως ήταν αυτός. Τα θλιμμένα μάτια δεν θα μπορούσαν να είναι κανενός σωσία του, εκείνα τα μάτια τα οποία κουβαλούσαν όλα τα κακοποιημένα παιδιά.
Ο Ντάνι είχε ζήσει την περισσότερη ζωή του στο σκοτάδι των δαιμόνων του, του αλκοόλ και της αυτοκαταστροφής. Περιέργως αρκετά την ημέρα της κηδείας του οι νιφάδες στροβιλίζονταν σαν Δερβίσηδες στον ουρανό πριν λιώσουν πάνω στη λευκή κρούστα που είχαν δημιουργήσει, δεν μπορούσα να θυμηθώ πιο λευκό Μάρτη, έτσι αποφάσισε να τον χαιρετήσει, συνθέτοντας μια μαγική αντίθεση σαν τον κύκλο του Γιν και του Γιάγκ.
Καθώς ξανάδα τα μάτια του, εκείνο το μεσημέρι, μπορούσα πλέον να διακρίνω καθαρά τη λάμψη μέσα απ’ τη θλίψη, γιατί ο Ντάνι έλαμπε μες τα σκοτάδια όσο λίγοι. Και ό,τι ήθελα περισσότερο εκείνη τη στιγμή, ήταν η λάμψη του. Άνοιξα τα χέρια μου, για να τον κλείσουν μέσα τους, και τότε ένα λευκό φως με τύφλωσε αναπάντεχα.
*
-103 προς κέντρο ακούει;
-Κέντρο ακούει;
-Εντοπίστηκε ύποπτη σκιά στη συμβολή Αχαρνών και Ηπείρου, πιθανή διάδραση με ξενιστή
- Προσεγγίστε τον ξενιστή και εξουδετερώστε τον, επαναλαμβάνω προσεγγίστε τον ξενιστή
*
Ντένβερ, Κολοράντο
«Σύμφωνα με τα τελευταία ευρήματα μου, παρατηρούνται όλο και περισσότερες σκιές να περιφέρονται αδέσποτες στον αστικό ιστό. Αυτές είτε ανήκουν σε αποβιώσαντες είτε σε ανθρώπους που τις έχουν απωλέσει. Οι ορφανές σκιές επιζητούν τον κατάλληλο ξενιστή προκειμένου να ενσωματωθούν στην ψυχή του, άτομα δηλαδή που οι κάτοχοι τους έχουν στο παρελθόν αναπτύξει φιλικούς, ερωτικούς ακόμα και επαγγελματικούς δεσμούς. Μόλις τα καταφέρουν αναπτύσσουν μια ύπουλη σχέση αμοιβαιότητας βασισμένη σε ένα κοινό συμφέρον εδρασμένο πάνω στην ψυχική ατέλεια του δέκτη.
»Στον Μεσαίωνα τέτοια φαινόμενα βαφτίζονταν ως δεισιδαιμονίες, πολλοί από τους ασθενείς ρίχνονταν στην πυρά, υπέμεναν φριχτά βασανιστήρια ή- στην καλύτερη περίπτωση- περιθωριοποιούνταν από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο και πέθαιναν με τη ρετσινιά του τρελού. Ευτυχώς η επιστήμη έχει προχωρήσει αρκετά ώστε στις μέρες μας να μπορούν να εντοπιστούν από τις αρχές με τα ειδικά εξοπλισμένα, φασματογραφικά drones των δυνάμεων καταστολής και να υποβάλλονται στις ανάλογες θεραπείες
»Κάποιες χώρες ωστόσο ακολουθούν πρακτικές που αντιβαίνουν τη σύμβαση κατά των βασανιστηρίων της Γενεύης με αμφιλεγόμενες ανακριτικές μεθόδους και ακατάλληλα μέσα καταστολής. Κάποια καθεστώτα έχουν ήδη εφαρμόσει προσχηματικά μεθόδους που δεν αποσκοπούν στην αντιμετώπιση του φαινομένου αλλά την τρομοκράτηση του πληθυσμού και την άσκηση μεγαλύτερου ελέγχου πάνω σε αυτόν.»
Καθηγητής Σάιμον Κλάρκ

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

"Βομβιστική επίθεση στην Pan Am 103"

Αυστηρά προσηλωμένη στα γεγονότα και τις λεπτομέρειες τηλεοπτική μεταφορά της τραγωδίας του Lockerbie. Η σειρά ακολουθεί πιστά τις προδιαγραφές του BBC συνδυάζοντας τη δραματουργία με την έρευνα, την μυθοπλασία με την πραγματικότητα (οι σκηνές των ειδήσεων προέρχονται από υλικό αρχείου).
Ξεκινώντας με το τραγικό γεγονός της ανατίναξης του αεροπλάνου πάνω από το Σκωτσέζικο χωριό φωτίζει τόσο τους πρωταγωνιστές της τραγωδίας, εκείνους δηλαδή που έχασαν τα οικεία τους πρόσωπα, όσο και αυτούς που είναι επιφορτισμένοι με τη έρευνα και την ανάδειξη των ενόχων.
Το κοινωνικό δράμα εναλλάσσεται με την αστυνομική και κατασκοπευτική πλοκή καθώς οι αρμόδιες υπηρεσίες των εμπλεκόμενων χωρών προσπαθούν να συνεργαστούν, να ανταλλάξουν πληροφορίες αλλά και να διατηρήσουν στο μανίκι τα κρυφά τους χαρτιά σε μια εποχή που χαρακτηρίστηκε από έντονη παρασκηνιακή δραστηριότητα σε έναν κόσμο που οι ισορροπίες ήταν πιο εύθραυστες από ποτέ άλλοτε.
Πρωτίστως, ωστόσο, η "βομβιστική επίθεση στην Pan Am 103" εκτυλίσσεται με απόλυτο σεβασμό στα θύματα και την αλήθεια όσο και στις απαιτήσεις του τηλεθεατή ο οποίος μεταφέρεται στα ταραχώδη απόνερα εκείνου του τραγικού γεγονότος.

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

Γιάννης Μακριδάκης- Ενάμισι δευτερόλεπτο φως

Ο Μακριδάκης είναι ένας bona fide συγγραφέας που αντλεί έμπνευση από τα ερεθίσματα μιας ζωής όχι περιχαρακωμένης στην ρουτίνα του αστικού ιστού, αλλά παραδομένης στο ρυθμό και τους κανόνες της φύσης. Ο κόσμος του είναι η ύπαιθρος, η περιφέρεια, η ακριτική νησιωτική Ελλάδα και κατ’ επέκταση οι άνθρωποι που συνθέτουν αλλά και δίνουν ζωή και πνοή σε αυτό το ιδιαίτερο οικοσύστημα, άνθρωποι της τύρβης, του μόχθου αλλά και των παθών.
Στη νουβέλα του αυτή η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τα γεγονότα που συνέβησαν μέσα σε έναν φάρο και τον αντίκτυπο τους όχι μόνο στην τοπική κοινωνία αλλά και τον ψυχισμό του πρωταγωνιστή, του υιού του φαροφύλακα που εκδιώχθηκε από τον τύραννο πατέρα του κουβαλώντας την πατρική κατάρα του αλλά και το στίγμα των πράξεων του σαν αναπόδραστη οικογενειακή ευθύνη.
Αναμετρούμενος με τις αναμνήσεις του θα πληροφορηθεί όλες τις λεπτομέρειες του σκανδάλου που προκάλεσε ο γεννήτορας του, θα αποσαφηνίσει πλήρως την τερατώδη φύση του και θα επιλέξει να αναμετρηθεί με τα τραύματα του παρακαλώντας τον νέο φαροφύλακα να τον αφήσει για μια νύχτα μόνο στο καταραμένο αυτό οίκημα. Διαπιστώνοντας πως η ζωή δεν είναι μόνο τα σκοτάδια αλλά και οι στιγμιαίες αναλαμπές, σαν αυτές του ενάμισι δευτερολέπτου που κάνει το φανάρι του κάθε δεκαοχτώμισι δευτερόλεπτα.
Με γραφή ρέουσα, φειδωλή στις παραγράφους και τα σημεία στίξης αλλά και γλώσσα ανυπόκριτη ο Μακριδάκης παραδίδει ένα έργο για τις αμαρτίες γονέων, τον αγώνα του κάθε ανθρώπου να αυτονομηθεί απ’ τις ρίζες του διατηρώντας παράλληλα τη νοσταλγία του τόπου του και οτιδήποτε ωραίου μπορεί αυτός να του άφησε, όπως η γερογαϊδούρα Κοκώνα που στη θέα της τα δάκρυα θα κυλήσουν αυθόρμητα…

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026

Headhunter

Αρχιδάτο noir που ακολουθεί τα χνάρια της νορδικής παράδοσης με μινιμαλιστική ατμόσφαιρα και στιβαρή πλοκή.
Ο ήρωας, ένας κυνηγός CEO, που υποδύεται με «παγωμένη» αυστηρότητα ο εξαιρετικός Lars Mikkelsen προσλαμβάνεται από έναν Δανό μεγιστάνα για να βρει τον επόμενο διάδοχο της αυτοκρατορίας του παρακάμπτοντας τον γιό του που θεωρεί ακατάλληλο. Μόνο που ο υιός εξυφαίνει μια ραδιουργία στην οποία σύντομα θα βρεθεί στη μέση με διακύβευμα το άρρωστο παιδί του.
Εκεί είναι που η ταινία απογειώνεται διαθέτοντας όλα τα στοιχεία του στρατηγικού και κατασκοπευτικού θρίλερ θυμίζοντας έντονα στην ατμόσφαιρα και το ρυθμό το εμβληματικό frantic.
Χωρίς υπερβολές και περιττά σκηνοθετικά βάρη η ταινία πραγματεύεται τις οικογενειακές έριδες, την πατρική αγάπη, την προδοσία σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται υπακούοντας τους κανόνες της «νέας ηθικής», ιδιαίτερα όταν αυτή έρχεται αντιμέτωπη με την μάχη του ανθρώπου να διατηρήσει την ακεραιότητα του αλλά και εκείνη των πιο οικείων προσώπων του.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2026

Σκέψεις, κρόσσια, κροκάλες (vol 5)

Σε κλειστοφοβικές κάμαρες η κρυφή ζωή στενάζει
Ζητάει το μερτικό της απαγορευμένης ηδονής
Εκείνης που λιθοβολούν τα ξένα μάτια και απογυμνώνουν οι ψίθυροι καθώς εγκλωβισμένη στη ναφθαλίνη γυρεύει λίγο βρώμικο οξυγόνο
Ζητάει χείλια τραχιά τυλιγμένα γύρω από φαλλούς, αξύριστα πηγούνια και φθαρμένα άρβυλα
Πληρώνει πάντα μπροστά, προσφυγόπουλα, απόκληρους και ναυαγούς
Μεθάει με τη μυρωδιά της φτηνής χλωρίνης, στα ουρητήρια και τους γαμιστρώνες της μιας χρήσης
Σε κλειστοφοβικές κάμαρες το αίμα ρέει στο μάρμαρο ανυπότακτο
Και τα πρωτοσέλιδα αγκαλιάζουν στοργικά την αργυρώνητη φρίκη
Ταχτσής, Κουμανταρέας, Σεργιανόπουλος
Και άλλοι τόσοι άγνωστοι εραστές της ντροπής
Σε αυτές τις κάμαρες ο εαυτός αποβάλει τα άμφια του
Και στέκεται γυμνός και αγέρωχος απέναντι από το απόσπασμα
Αδιαφορώντας για τη δημόσια εικόνα του
Αποζητώντας μονάχα το τίμημα της επιλογής του
Τη σφαίρα της ηδονής

Τρίτη 21 Ιουλίου 2026

Γιάννης Κοντογιάννης- 2 ποιήματα

ΟΡΙΣΜΟΣ
Agomonos ta Caballos ta Terc assubio
Ο Αγόμονος κι ο Κάβαλλος κι ο Τερκ ήσανε δω.
Κέλτικη επιγραφή σε δάχτυλο της μεγάλης Σφίγγας.
Τι ειν’ ἡ τέχνη της ποιήσεως
παρά
εγχαράκτου αληθείας
δοκιμή αθανασίας.
Να μην χαθούμε.
Έρχονται πάλι στο κατώφλι μου
ο Γκόλιος, ο Τάσκας, η Μίτκα
η Τσίκα, ο Κάλιος, η Ντίνκα,
πού χάθηκαν αυτοί,
μείνανε τα λόγια τους,
τα ντέτλιε μοι και τσιούπσε μοι,
έρημα τα σπίτια
τρύπιες οι κόγχες
το ποτάμι κυλάει μονάχο
τραγουδάει χωρίς σκοπό
και ποιος θυμάται πια,
μόνον το χάραγμα στο δάχτυλο της Σφίγγας
μια κρύα νύχτα χωρίς φέγγος,
πριν το σβήσει κι αυτό η άμμος του χρόνου,
assubio, ήσανε δω κι οι τρεις τους,
κάποτε.
Τι είν’ ἡ τέχνη της ποιήσεως
αν μη
δοκιμή ματαιοδοξίας.
ΠΙΣΤΗ
Ακλόνητο βουνό ξεφύτρωσε
μες στην πλημμύρα,
νερά, νερά παντού.
Κατηφορίζω τις ρίζες του,
κάλπικου χρυσού σπορά,
δεσμωτείας εγγύηση.
Ανόητη πρόσκληση
απευθύνω
για μπάρκο
στην μπουνάτσα.
Χορτάριασε.
Ντύθηκα μ’ αλάτι,
έραψα μ’ ερωτήσεις τις λινάτσες
να χαρτογραφήσω νησιά
μακριά από ρίζες

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2026

T2: Προδοσία του “I chose not to choose life” ή συνέχιση ενός μύθου;

Όταν κάνεις το sequel για την απόλυτη ταινία μιας χαμένης γενιάς που προσηλύτισε εκατομμύρια οπαδούς ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης και όρισε τη μουσική ταυτότητα μιας ολόκληρης εποχής το ερώτημα που γεννάται είναι απλό: Θα καταφέρεις να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων ή θα ξεπουλήσεις το «δόγμα» σου για μερικά εκατομμύρια δολάρια με μια αρπαχτή;
Η αρχή του «Τ2» συγκλίνει προς το δεύτερο, σκηνοθετικά ξαναζεσταμένα τεχνάσματα που δεν έχουν την αλλοτινή πρωτοτυπία, σεναριακές ευκολίες για να τα υποστηρίξουν, ένα reunion μιας τσογλανοπαρέας που θυμίζει άνοστη σύναξη σε κάποιο χιψτερομάγαζο του κέντρου και μια ταινία που λες πως αν πάει έτσι μέχρι το τέλος θα πάρεις το cd του soundtrack που έχεις φυλαγμένο σαν πολύτιμο διαμάντι και θα το φέρεις στο κεφάλι του Danny.
Κι όμως, κάπου στα μισά καταλαβαίνεις πως ο μάγος δεν έχει πει την τελευταία του λέξη, ούτε έχει απαρνηθεί τα υλικά της πρώτης συνταγής. Από τις τρίπλες του George Best μέχρι τα ενωτικά, προτεσταντικά σκουπίδια, από τις εργατικές κατοικίες με τα διαλυμένα όνειρα μέχρι το γκρι μιας πόλης καταδικασμένης στην ταξική καταχνιά και τον αλκοολισμό, όλα είναι εκεί. Τι απουσιάζει μόνο; Ένα καινούργιο soundtrack που σαν μουσική πρόταση θα ντύσει την εποχή, αλλά εδώ που τα λέμε δεν είναι και απολύτως απαραίτητο. Το “lust for life” του Iggy αρκεί…
To “choose life” ωστόσο είναι ακόμα εκεί, όσο το απαγγέλει ο Rendon στη Veronica, την ανατολικοευρωπαία φίλη του sick boy ο οποίος ονειρεύεται να κάνει μια «σάουνα» και να της δώσει τη διεύθυνση, την στιγμή που η Dianne ως πετυχημένη δικηγορίνα προσπαθεί να τον ξελασπώσει για υπόθεση εκβιασμού, ο Spud πειραματίζεται με το μποξ και ο Begbie ψάχνει εκδίκηση. Είπαμε, η τσογλανοπαρέα είναι όλη παρούσα…
Το Τ2 καταφέρνει να μου μεταδώσει λίγη από την νοσταλγία της εποχής που έζησα το πρώτο, μα καταφέρνει και κάτι παραπάνω, σαν millennial πια- όπως άλλωστε και οι ήρωες του- να με υποβάλλει σε έναν μικρό απολογισμό, μια μεταστροφή από το “not to choose life” της οργισμένης νιότης στο “choose life” των σαράντα plus…