CARTEL
Περιοδικό λογοτεχνικής αστυνόμευσης
Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026
Το ωραίο καλοκαίρι-Συλλογικό (Μέρος 2ο)
Απολεσθέντα και ευρεθέντα (Άννα Συνοδινού)
Ήταν ένα ωραίο καλοκαίρι. Από εκείνα που σε πείθουν πως ο κόσμος είναι φτιαγμένος για να διαρκεί. Ο ήλιος ανέβαινε κάθε πρωί με την ακρίβεια δημοσίου υπαλλήλου, η θάλασσα επαναλάμβανε τις ίδιες κινήσεις και οι άνθρωποι ξόδευαν τις μέρες τους προσποιούμενοι ότι ξεκουράζονται.
Ένας άντρας περπατούσε κάθε απόγευμα στην παραλία κρατώντας μια ομπρέλα κλειστή. Δεν είχε ποτέ βροχή. Κανείς δεν τον ρώτησε γιατί την κουβαλούσε. Οι άνθρωποι συνηθίζουν γρήγορα ό,τι δεν καταλαβαίνουν. Στο τέλος του Αυγούστου ο άντρας χάθηκε. Η ομπρέλα, όμως, βρέθηκε ανοιχτή στη μέση της ακτής. Από κάτω υπήρχε σκιά, αλλά τίποτε που να τη δημιουργεί.
Μια γυναίκα έγραφε κάθε μέρα γράμματα που δεν έστελνε. Τα δίπλωνε προσεκτικά και τα έριχνε στη θάλασσα. Το νερό δεν τα πήρε ποτέ. Συσσωρεύονταν στα ρηχά, σαν μικρά λευκά ψάρια. Όταν ήρθαν οι πρώτες φθινοπωρινές καταιγίδες, βγήκαν όλα στην ακτή ανοιγμένα. Ήταν κενά.
Στο λιμάνι υπήρχε ένα ρολόι που έχανε κάθε μέρα λίγα δευτερόλεπτα. Τόσο λίγα που κανείς δεν το πρόσεξε. Μέχρι που μια μέρα σταμάτησε εντελώς. Τότε κατάλαβαν ότι είχε κλέψει ένα ολόκληρο απόγευμα. Κανείς δεν θυμόταν τι είχε συμβεί εκείνη την ώρα. Ίσως τίποτα. Ίσως αυτό να ήταν το πρόβλημα.
Τα παιδιά έπαιζαν στην άμμο θάβοντας αντικείμενα. Κοχύλια, πέτρες, πλαστικά παιχνίδια. Ένα από αυτά έθαψε το όνομά του. Όταν το φώναξε η μητέρα του το βράδυ, δεν γύρισε. Όχι επειδή δεν την άκουσε, αλλά επειδή δεν ήξερε πια ποιος ήταν.
Κάθε νύχτα ένα φως φαινόταν μακριά στον ορίζοντα. Δεν αναβόσβηνε όπως οι φάροι ούτε μετακινούνταν όπως τα πλοία. Έμενε εκεί, ακίνητο, επίμονο. Κάποιοι είπαν ότι ήταν καράβι. Άλλοι ότι ήταν αστέρι. Οι πιο ηλικιωμένοι δεν είπαν τίποτα. Είχαν μάθει ότι τα πράγματα που δεν έχουν όνομα είναι συνήθως πιο αληθινά από όσα έχουν.
Και το καλοκαίρι τελείωσε όπως τελειώνουν όλα: χωρίς εξήγηση. Οι άνθρωποι μάζεψαν τις πετσέτες τους, έκλεισαν τα εξοχικά τους και επέστρεψαν στις ζωές τους. Πίστεψαν πως άφησαν πίσω τους τη θάλασσα, τον ήλιο και τα παράξενα συμβάντα των διακοπών.
Αλλά η αλήθεια είναι πως τίποτα δεν είχε συμβεί στην παραλία.
Όλα είχαν συμβεί μέσα τους.
Η άμμος απλώς έκανε αυτό που κάνει πάντα: σκέπαζε αργά ό,τι οι άνθρωποι δεν ήθελαν να βλέπουν. Και η θάλασσα, ευγενική όπως πάντοτε, συνέχιζε να τους επιστρέφει τα πάντα.
Λ.Π (Γεια σου καλοκαίρι)
Ήταν η ώρα που σιωπούσε αρυτίδωτη εκείνη. στη δύση του πλησίαζε ο άλλος. κι εμείς σχήματα φευγαλέα της πέτρας και του αέρα - άθελά μας - μπορούσαμε ν' ακούμε το τρίξιμο του δειλινού και το φτεροκόπημα των ψαριών και τα βήματα του κάβουρα
Και να βλέπουμε την απορία που είχε το χαραγμένο στα χαλίκια πέλμα αν είχε βρει τον προορισμό του ή ξεστράτισε.
ήταν η ώρα που ταιριάζει ν' ακούς το αποσταμμένο γουργουρητό της ντιζελομηχανής και ο πατέρας είχε βάλει στη βάρκα του την οικογένεια όλη για μια βόλτα στ' ανοιχτά του κόλπου σιγανή.
κι έβγαινε η βάρκα στ' ανοιχτά κι ακούστηκε η φωνή της μικρής λαχταρισμένη και δοξαστική, εγκώμιο εσπερινό και χαρά ολόλαμπρη: «γειά σουυυυ καλοκαίρριιιιιιιιιι»
και πέταξε γλάρος ο χαιρετισμός. αμήν κι αλμύρισα
Ολβία Παπαηλίου (Το γυάλινο λικέρ)
Ήταν ακουμπισμένη η καράφα στο ανατολικό παράθυρο, σε εκείνο που έβλεπε τον ήλιο να προβάλει πίσω από το στρογγυλό βουνό με τα δυο δέντρα στην κορφή – το φαλακρό βουνό μιας μελωδίας περασμένα αλλοτινής. Χωρίς κεραμιδένιες στέγες, δίχως ξύλινες, χωρίς καθόλου βλάστηση παρεκτός τα δυο δέντρα, έμοιαζε με περιοχή κάποιας ανεξημέρωτης ακόμα Άγριας Δύσης, και έτσι ήταν δυνατό για εκείνη να φαντάζεται φυλές ερυθροδέρμων να ροβολάνε με ιαχές, έτσι όπως παραδίνονταν στα τακτικά γυμνάσια που εξασφάλιζαν μια πολεμοχαρή υπεροχή, χωρίς καμμιά αντίσταση ωστόσο.
Και η καράφα της λιαζότανε όλο το καλοκαίρι, έτσι όπως ήξερε πως έπρεπε να λιάζεται το ηδύποτο αγριοκέρασο, όχι και τόσο διαφορετικά απ’ ότι έπρεπε να λιάζεται και το οινόπνευμα το φαρμακευτικό, με στουμπωμένα μέσα του τα άνθη της διπλής, ρόδινης πικροδάφνης. Που τον ερχόμενο χειμώνα θα είχαν γίνει κουρελάκια χρώματος καφέ, λες κι είχε μέσα στην μποτίλια του οινοπνεύματος διαλύσει κουταλιές με κοκκινόχωμα, από τον χωματόδρομο που πέρναγε μπροστά από το σπίτι της, ο δρόμος στριφωμένος με τεράστιες, παχύφυλλες αγαύες που λες και είχαν ξεπατικωθεί από γκραβούρες μεξικάνικες ενός άλλου αιώνα, τότε που η επανάσταση ζητούσε Αντελίτες ντυμένες στα μεταξωτά, που είχαν πάρει όμως τα βουνά με φυσεκλίκια φορεμένα σταυρωτά, παλληκαρήσια.
Κι ανάμεσα σε ονειροφαντασιές, ψευτοκρυστάλλινη η καράφα στο περβάζι, γεμάτη με νερό θαλασσινό και τις γιαλόπετρες που μάζευε με λαίμαργες παλάμες, κοσμήματα λαμπρά μέσα στην άμμο την χοντρόκοκκη, ανάμνηση από στέμματα βυζαντινά, αυτοκρατόρισσες που έφερνε η αλμύρα χάρισμα στα χέρια της, αν κι είχε πια περάσει από τα χρόνια που παιχνίδια επιζητούσαν. Της άρεσε να λέει στους επισκέπτες της πως τα γυαλιά θα γίνονταν πολύ μεθυστικά, αρκεί να στριφογύριζε την γυάλινη καράφα της ώστε να πείσει ο ήλιος τα αρώματα να απελευθερωθούν μες στο νερό, και τότε το λικέρ της θα γινότανε ακόμα δυνατότερο και από την ακριβότερη τεκίλα, απ΄το μεσκάλ: πράσινα τα γυαλάκια, ευωδιά από νεράντζι. Γαλάζια, λίγη γεύση από λεβάντα. Μπλε, όπως οι αγαύες που φυτρώνανε πάνω στον χωματόδρομο. Τα διάφανα λευκά, ούζο και σπίρτο. Τα φανταζότανε να τα σερβίρει μουλιασμένα και γλυκόπιοτα, κελαρυστά μες στα λεπτά της ποτηράκια, και οι ερυθρόδερμοι να έρχονται να δίνουνε τα πιο καλά, πιτσιλωτά τους άλογα, για ένα μπουκαλάκι σε σχήμα πλακέ, παραλληλόγραμμο, για το νερό αυτό που θα τους βάφτιζε με τρέλα και με έκσταση στις άγριες κατεβασιές τους απ’ τη ράχη του απέναντι βουνού...
Παλιά, πριν την πλημμύρα (Μάρε Ντόν)
Παλιά, πριν την πλημμύρα, άκουγε το σφύριγμα των τραίνων, το ρυθμικό ήχο των τροχών μέχρι που έσβηνε στον κάμπο. Τώρα οι γραμμές χορτάριασαν και η περιοχή ζώστηκε με αυτοκινητόδρομους, κόμβους, διακλαδώσεις που ζαλίζουν, καρφωμένες ψηλά πινακίδες απειλητικές σαν δαμόκλειος σπάθη, λαβύρινθοι στο βωμό της "ταχύτητας" και της "ανάπτυξης". Τι μισητές λέξεις για κάποιον που πάντα αγαπούσε να πηγαίνει αργά σ' επαρχιακούς δρόμους συχνά χωρίς προορισμό.
Καθώς κοίταζε απ' το παράθυρο του σπιτιού του τις γεμάτες νερό λακκούβες στο αδιέξοδο, το οδόστρωμα διάτρητο από "επεμβάσεις" και πρόχειρα μπαλώματα από τότε που η πόλη παραδόθηκε στους εργολάβους, έπιασε τον εαυτό του να παρατηρεί το ολοκαίνουργιο παρκαρισμένο αυτοκίνητο έξω απ' την αυλή του. Ήταν πελάτες του airbnb απέναντι που ετοιμάζονταν να φύγουν. Όταν λέμε airbnb εννοούμε ένα παλιό χαμόσπιτο 60 χρόνων που μετά την ανακαίνιση έμοιαζε καινούργιο και είχε μεγάλο σουξέ όπως και η πόλη η οποία μέσα σε λίγα χρόνια έγινε "προορισμός". Καταναλωτές τοπίων, κτιρίων, άνθρωποι παμφάγοι αλλά ευγενικοί έρχονταν κι έφευγαν.
Κι όσο κοιτούσε το αυτοκίνητο κάτι παράξενο συνέβη κι ένιωσε το ίδιο σκίρτημα, την ίδια λαχτάρα όπως όταν στα λιμάνια έβλεπε τα πλοία ν' αράζουν και να σαλπάρουν ήρεμα πριν το μακρύ συριγμό. Αδημονούσε, περίμενε να φορτώσουν τις τελευταίες βαλίτσες ως τη μαγική εκείνη στιγμή που οι τροχοί θ' αρχίσουν να γυρίζουν σιγά σιγά μέχρι το αυτοκίνητο να στρίψει στη γωνία και να χαθεί. Κι ας ήταν ταξίδι επιστροφής, αυτός φαντάζονταν ότι ξεκινούσαν για κάπου μακριά, για ξένους τόπους, roadtrip χωρίς χρονοδιάγραμμα. Γενικά, από τότε που απέρριψε τα νησιά και τους τουριστικούς προορισμούς ως μέρη λαμπερής φτήνιας και αθλιότητας τα ταξίδια του ήταν μόνο φανταστικά.
Κάποια στιγμή οι επιβάτες τελείωσαν με τις αποσκευές και το όχημα ξεκίνησε.
-Τι διαστροφή, σκέφτηκε με θλίψη καθώς με βλέμμα κολλημένο το κοίταζε ώσπου χάθηκε στη στροφή...
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026
Το ωραίο καλοκαίρι-Συλλογικό (Μέρος 1ο)
Τερέτισμα πανηγυριού (Βάσω Τζιβανάκη)
Σκέψου
τη νύχτα που ονειρεύομαι σ' εκείνο το πεζούλι
κι εσύ μπροστά μου είσαι έτοιμος να με ρωτήσεις το οτιδήποτε με απλότητα,
ενώ εγώ τάχα κάνω πως κερδίζω χρόνο,
όσο ήδη στις φωνητικές χορδές απανωτές εκρήξεις λέξεων
-ενοχικές κι ευθύβολες-
αμφιβάλλονται
Σκέψου λοιπόν
δύο τζιτζίκια να 'μπαιναν στο στόμα μας,
στο κάθε στόμα ένα,
που όλο το θ-έρως τζιτζιτζίτζι κάνουν για να σμίξουνε
και τους χειμώνες τους προηγούμενους γείραν στο χώμα για ξεκούραση,
δεν πέθαναν ωστόσο,
μόνο μετρούσαν τον καιρό για να ζεστάνει πάλι.
Και δες τα τώρα
που πλησιάσαν αναπότρεπτα,
μα τόσοι οι ήχοι κι οι εικόνες
κι αυτή η ρημάδα η υγρασία του πανηγυριού
που χάσαν τον σκοπό τους και μπερδεύτηκαν
και καταλήξαν να χαϊδεύουν τους λαιμούς μας από μέσα
ζητώντας να ‘τανε τουλάχιστον διάφανοι,
να βλέπονται
και ας μην αγγίζει το ένα το άλλο.
Πρέπει να φιληθούμε να τα ενώσουμε.
Η’ σκέψου κι εσύ κάτι...
Τρία ποιήματα (Γεωργία Μπεκριδάκη) Βερολίνο Ηλιοφάνεια. Την θέλαμε Λύνει προβλήματα Λέγαμε Ψευδαίσθηση. Αυτή είναι. Νησί Απέραντο Γαλάζιο. Κάλτσες Lidl. Ισοπαλία. Αθήνα Αεροδρόμιο Βενιζέλου Πρώτη στάση, φαρμακείο. -Τέσσερα Ripel, δυο κρέμες για τσιμπήματα. - Αλλεργία; - Ομάδα αίματος Ο. Κατανόηση. Το λαμπρό καλοκαίρι (Κώστας Ψαράκης)
θα περάσει κι αυτό το λαμπρό καλοκαίρι πως γλυστρα η ζωή σαν την άμμο απ το χέρι [η δροσιά της αυγής το ζεστό μεσημέρι] ειν ο χρόνος παλιό σκουριασμένο μαχαίρι Το τραγούδι αυτό θα το λεν’ οι ανέμοι οταν θάμαστε μεις μες στης μνημης τα μέρη θα περάσει κι αυτό το λαμπρό καλοκαίρι ειν ο χρόνος παλιό σκουριασμένο μαχαίρι...
Δευτέρα 8 Ιουνίου 2026
Ο ΛΕΥΚΟΣ ΚΑΡΧΑΡΙΑΣ (Χριστόφορος Τριάντης)
Μια μέρα του Ιουνίου (18 είχε ο μήνας), ο πρωθυπουργός της χώρας, επισκέφθηκε ένα θαλάσσιο πάρκο, στα ανατολικά προάστια της πρωτεύουσας, με την ονομασία «Τα μεγάλα κήτη», εκεί μέσα σε ενυδρεία υπήρχαν κάθε είδους μεγαλόσωμα όντα, από δελφίνια μέχρι θαλάσσιοι ελέφαντες. Ο πρωθυπουργός, μετά της κουστωδίας, εισήλθε στο θαλάσσιο πάρκο και περιεργαζόταν τα ζωντανά εκθέματα, έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον και προσοχή για αυτά. Μπροστά όμως στο ενυδρείο με τον λευκό καρχαρία συνέβη κάτι το μοναδικά τραγικό, ο καρχαρίας επιτέθηκε με πρωτοφανή δύναμη στον υαλοπίνακα του κλουβιού, τον έσπασε, και κάνοντας μια καταπληκτική χορευτική κίνηση κατάπιε μπροστά στα μάτια όλων (αμάσητο) τον πολιτικό μας ηγέτη, κατευθείαν μετά με μια ακόμη χορευτική φιγούρα ρυθμικής γυμναστικής, ξαναγύρισε στο θραυσμένο κλουβί του.
Επικράτησε πανικός, η κατάσταση ήταν χαοτική, φρουροί, εργαζόμενοι, βουλευτές κι ο περιφερειάρχης (μόλις είχε καταφέρει να ξυρίσει το πηγούνι του- θρηνούσε την γάτα του, την Νταίζη) έκαναν σαν τρελοί από ταραχή και φόβο. Οι σωματοφύλακες έβγαλαν τα όπλα και σκόπευαν το κήτος, απειλούσαν το ζώο και περίμεναν την εντολή για πυρ, αλλά ω του θαύματος, ακούστηκε η φωνή του πρωθυπουργού από τα έγκατα του καρχαρία, συγκεκριμένα από την κοιλιά του, «Μην πυροβολείτε ανόητοι, είμαι καλά, μα βρίσκομαι στα σκοτεινά, χωρίς φως και δεν πιάνει το κινητό μου. Φροντίστε για την ασφάλειά μας». Ο προσωπάρχης κινήθηκε σχετικά γρήγορα και αποτελεσματικά, έφεραν έναν γερανό και μετέφεραν τους δύο σ’ ένα άλλο υδάτινο κλουβί, με την εντολή να μεταφερθεί ο πρωθυπουργός σε ασφαλές μέρος. Ο ηγέτης της χώρας μίλησε για δεύτερη φορά και αξίωσε να είναι στο σπίτι του, κοντά στην λατρεμένη σύζυγό του και τον αγαπημένο του σκύλο (τόνισε ότι δεν μπορούσε μακριά τους, ούτε λεπτό).
Έτσι εξελίχθηκαν τα πράγματα. Ο καρχαρίας χαμογελώντας (ιδιομορφία που παραξένεψε τους ανθρώπους γύρω του) μεταφέρθηκε στο πρωθυπουργικό σπίτι, ενώ κατά την διάρκεια της διαδρομής, ο έγκλειστος πρωθυπουργός τραγουδούσε το λαϊκό άσμα «Φέρτε μου κρασί να πιω και να μεθύσω», οι παριστάμενοι ερμήνευσαν αυτό το μουσικό διάλειμμα ως αποτέλεσμα μεγάλης ευτυχίας ή μεγάλης αγωνίας (για το μέλλον του).
Γρήγορα γκρεμίστηκε ένα σημαντικό μέρος της οροφής για να εισέλθει το ενυδρείο με τον λευκό καρχαρία και τον άρτι καταπινόμενο πολιτικό. Η σύζυγος επόπτευε τις εργασίες, ενώ ο αγαπημένος σκύλος, ονόματι «Μπαντίδος», γάβγιζε και περιφερόταν γύρω από το ενυδρείο, για να ακούσει την φωνή του αφεντικού της χώρας και του σκυλοϊού.
Ο ωκεανογράφος εξ Αμερικής, καθηγητής του Χάρβαρντ, Ντόναλντ Τζ. Φόιλ που ρωτήθηκε για το πώς οι ενδιαφερόμενοι θα διαχειρίζονταν τις δύο υπάρξεις, πρότεινε να αλλάζουν το νερό κάθε πέντε ημέρες, ο καρχαρίας να τρώει υγιεινά για να μην βαρυστομαχιάζει και καταπιέζει τον πρωθυπουργό στην κοιλιά και τέλος οι μυστικές υπηρεσίες να αποκρυπτογραφούν τις πρωθυπουργικές φωνές, όσα λέει ακούγονται και πρέπει να καταγράφονται, αλλά ο ίδιος δεν μπορεί να δει οτιδήποτε, βρίσκεται στο απόλυτο σκοτάδι. Ο καθηγητής ήλπιζε επίσης, ότι το μεγαλόσωμο ψάρι κάποια στιγμή θα τον ξεράσει και έτσι θα επανέρθει σώος στην πρακτική ζωή, ως άλλος Ιωνάς ή Μωυσής (ήταν καλός γνωστής των βιβλικών κειμένων).
Παράλληλα με άλλες εξελίξεις, ο ηγέτης της χώρας αρνήθηκε να εγκαταλείψει τον πρωθυπουργικό θώκο, προχώρησε σε κάποιες ρυθμιστικές κινήσεις, διορίζοντας έναν κομματικό τύπο με βαμμένα μαλλιά και χάλια μυαλά, αναπληρωτή του, ο οποίος στο πρώτο τηλεοπτικό διάγγελμά, δεσμεύτηκε να εξαφανίσει τους λευκούς καρχαρίες, τους λευκοδράκοντες και τις «Λευκές νύχτες*» (μισούσε τους Ρώσους), ώστε να μην επαναληφθούν τέτοια γεγονότα. Βέβαια όταν έμαθε ο καρχαρίας μας, τις δηλώσεις σκέφτηκε να ξεράσει τον πρωθυπουργό εκτάκτως, αλλά δυστυχώς για όλους εμάς το ανέβαλε, δεν ξερνάς εύκολα τέτοια προσωπικότητα. Να μην ξεχάσω ότι σε κάποια υπουργικά συμβούλια συμμετείχαν και τα δύο όντα, οι υπουργοί μετακινούνταν στο παροπλισμένο (για λόγους οικονομίας) σκάφος «Άριστος», κι εκεί έφτανε το κλουβί-ενυδρείο με τον λευκό καρχαρία και τον πρωθυπουργό, αλλά όλο αυτό ήταν μια επίπονη διαδικασία που κούραζε τους πάντες και κυρίως τον καρχαρία, κι έτσι εγκαταλείφθηκε.
Στο σπίτι, η κατάσταση ήταν άσχημη, συναισθηματικά εννοώ, γιατί η σύζυγος βρήκε την ευκαιρία της ζωής της, ξεφορτώθηκε τα τρία παιδιά του ζευγαριού στο εξωτερικό κι απολάμβανε στα άλλα 18 δωμάτια της κατοικίας την ευτυχία της: εραστές, επενδύσεις, ταξίδια (είχε ψηφιακή επικοινωνία με την οικία), τυχερά παιχνίδια και μαθήματα γιόγκας από θιβετιανούς γκουρού και σερβιτόρους της Μυκόνου. Οι μεγαλοαστοί μόνο ξέρουν από ηδονές.
Ύστερα από τρεις μήνες, οι κρατικοί φορείς αποφάσισαν να μεταφέρουν τον καρχαρία στην ανοιχτή θάλασσα (υπήρξε και η πρόταση να εγκατασταθούν και οι δύο μόνιμα στα στενά του Ορμούζ), γιατί πλέον η κατάσταση με τους εραστές της συζύγου, τα ουρλιαχτά του «Μπαντίδος» και τις βλακείες του καρχαρία (έπαψε να τρώει τα λαχανικά κι έγινε πάλι κρεατοφάγος, μάλιστα δια στόματος του πρωθυπουργού, ζήτησε να του φέρουν εκλεκτά κρέατα, όχι πολύ ψημένα) ήταν αβίωτη, επίσης ο πρωθυπουργός ξανάρχισε τα παράπονα για την μοναξιά του Ιωνά στην κοιλιά του κήτους.
Μια ημέρα του Σεπτεμβρίου όμως, όλα έληξαν άδοξα, γιατί ο καρχαρίας έσπασε πάλι το προστατευτικό γυαλί, ως ακροβάτης πήδηξε έξω, ξέρασε με ευκολία τον ηγέτη της χώρας, καταπίνοντας τον ουρλιάζοντα «Μπαντίδος», που όπως ισχυρίστηκε στους δημοσιογράφους λίγο μετά, δεν τον χώνευε με τίποτα. Οι δημοσιογράφοι δεν κατάλαβαν ποιον εννοούσε ως αχώνευτο, τον πρωθυπουργό ή τον σκύλο.
*Λευκές νύχτες: Έργο του Φ. Ντοστογιέφσκι
Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026
Yukio Mishima-Στάρ (Κριτική)
Ο Μιζούνο Γιούτακα είναι σταρ του σινεμά, είναι νέος, όμορφος και δημοφιλής, είναι επίσης χωρισμένος ανάμεσα στο χάσμα του «πραγματικού» κόσμου και του δικού του κόσμου, της δημόσιας εικόνας του και της εικόνας που ο ίδιος θρέφει για τον εαυτό του. Των προσδοκιών των άλλων (που δείχνει να σιχαίνεται) και των δικών του επιθυμιών ή της έλλειψης αυτών. Της φούσκας του ψέματος που φιλοτεχνούν τα περιοδικά ποικίλης ύλης, οι κουτσομπολίστικές στήλες και οι δημοσιογράφοι και της πραγματικότητας που βρίσκεται στον αντίποδα.
Αντιμέτωπος με αυτό το υπαρξιακό αδιέξοδο επιλέγει τον αντικομφορμισμό, διατηρεί κρυφή σχέση με την άσχημη βοηθό του και όχι με κάποια αστραφτερή συμπρωταγωνίστρια του, δηλώνοντας έτσι έμπρακτα τη διαμαρτυρία του απέναντι σε ένα επίπλαστο σύστημα που ο ίδιος απορρίπτει όσο και αν τον θρέφει. «Το γεγονός ότι όλες οι γυναίκες εκεί έξω με ποθούν δίνει στην Κάγιο τη διεστραμμένη ευχαρίστηση της απόλυτης αποκλειστικότητας. Ως εκ τούτου, η ασχήμια της είναι απολύτως απαραίτητη και η Κάγιο δεν μπορεί να την κρύψει», αναφέρει σε κάποιο σημείο του λόγου του.
Το γεγονός ότι και ο ίδιος ο Μισίμα είχε κρυφές σχέσεις με άντρες παράλληλα με τον γάμο του εξηγεί την υπαρξιακή ανισορροπία ανάμεσα στις κοινωνικές επιταγές και τα βαθύτερα θέλω που προσπαθεί να μεταφέρει σε αυτή την νουβέλα. Το "Σταρ" ωστόσο πάνω από όλα είναι μια αδυσώπητη και διαχρονική σάτιρα για τον κόσμο της Showbiz, μια κραυγή αυθεντικότητας ή απεγνωσμένης αναζήτησης αυτής σε μια κοινωνία που κυκλοφορεί με προσωπεία…
Τρίτη 2 Ιουνίου 2026
Οι «νεκρολογίες» των άθλιών
Υπάρχουν άνθρωποι που αν τους κόψεις θα βγει αίμα, άλλοι που αν τους κόψεις θα βγει γρανίτης και τέλος κάποιοι που αν τους κόψεις θα βγάλουν σκατά. Στην τελευταία κατηγορία ανήκουν δυστυχώς αρκετοί δημοσιολογούντες που δεν κρατάνε το δηλητήριο για τον εαυτό τους αλλά με κάθε ευκαιρία το εκδηλώνουν στην κοινωνία.
Σε αυτό το πλαίσιο, αν για πολλούς το κατάπτυστο δημοσίευμα που είχε βγει- εν είδει αστεϊσμού- από γνωστή ρυπαρή φυλλάδα αποτέλεσε έκπληξη, για τους παροικούντες στην Ιερουσαλήμ και γνωρίζοντες το συγκεκριμένο χολερικό και εμφορούμενο από ρατσιστικές απόψεις παρεάκι ήταν απλά αναμενόμενο. Το πρόβλημα ωστόσο στην περίπτωση αυτών των ανθρώπων δεν είναι οι όποιες ρατσιστικές απόψεις τους αλλά η ικανοποίηση που αντλούν από το θάνατο των συνανθρώπων τους. Συνανθρώπων φυσικά για όλους εμάς τους φυσιολογικούς καθώς στο δικό τους ταραγμένο μυαλό ο άνθρωπος ορίζεται αποκλειστικά από το ταξικό του πρόσημο και την κοινωνική του θέση.
Μνημειώδης είναι άλλωστε και η δήλωση- για να μεταφερθούμε σε άλλο παράδειγμα- γνωστής λεκανατζούς των «γραμμάτων και των τεχνών» για το άπορο παλικάρι που έχασε τη ζωή του πηδώντας απ’ το τρόλεϊ επειδή δεν είχε να πληρώσει το αντίτιμο του εισιτήριου. Μόνο που στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε κανένα ίχνος «αστεϊσμού», μονάχα ανεξάντλητο περίσσευμα σκατοψυχιάς…
Για να λέμε βέβαια τα πράγματα με το όνομα τους η μάστιγα των «νεκρολογιών» δεν είναι ελληνικό φαινόμενο, ούτε περιορίζεται στην κατευθυνόμενη δημοσιογραφία και τον χώρο των "γραμμάτων". Αντιθέτως ξεκινάει από την βιοεξουσία του Φουκώ και φτάνει μέχρι την «Νεκροπολιτική» του Achille Mbembe για να πάει ακόμα πιο πίσω στις γνωστές θεωρίες ευγονισμού που όλοι γνωρίζουμε.
Και αν μπορεί να υπάρξει ένα ελπιδοφόρο ανάχωμα στους καιρούς που ζούμε αυτός είναι ο Άνθρωπος. Ο άνθρωπος με άλφα κεφαλαίο...
Παρασκευή 22 Μαΐου 2026
Γεωργία Μπεκριδάκη-Γιακάς
Μάγκας
ΧειμώναςΜπαίνει, ακάλεστος.
Κάθεται στο τραπέζι.
Ζητά και τα ρέστα:
«Τι νέα;
Ήρθα για να μείνω.»
Γιακάς
Χιονοθύελλα.
Σηκώνω τον γιακά.
Κάποιοι τα κατάφεραν έτσι.
Ο Ρασκόλνικοφ, ας πούμε.
Ψίθυροι
Δυο γλώσσες μέσα στο κεφάλι.
Μιλούν ταυτόχρονα.
Καμία δεν σώζει.
Ακούω.
Δευτέρα 18 Μαΐου 2026
Η κατάπτυστη λέρα και τα νέα λογοτεχνικά ήθη
Πριν από λίγους μήνες η γνωστή λέρα Στάθης Καλύβας έβγαλε ένα βιβλίο στο οποίο επιχειρηματολογεί δήθεν για την πολιτισμική άνθηση στα χρόνια της χούντας, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό καθότι δημοκρατία έχουμε και ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι του κατέβει. Αν για παράδειγμα βγάζαμε μια μελέτη για τον ναζισμό και τους μεγάλους συγγραφείς που ενέδειξε αυτή η λαμπρή περίοδος θα ήμασταν μεν κατάπτυστοι αλλά όπως είχε πει και ο μεγάλος Clint "οι απόψεις είναι σαν την κωλοτρυπίδα, όλοι διαθέτουν από μια".
Κακό είναι ωστόσο όταν οι ιστορικές ανακρίβειες προσβάλλουν την μνήμη των νεκρών. Κατί τέτοιο συνέβη στο εν λόγω "πόνημα" όπου ο θάνατος του λογοτέχνη Μάριου Χάκκα αποδόθηκε όχι σε καρκίνο (όπως πραγματικά συνέβη) αλλά σε...αυτοκτονία. Προφανώς η συγκεκριμένη αλητεία έγινε αντιληπτή τόσο από τον εκδοτικό κόσμο (η Άγρα έφτασε μέχρι και να βγάλει ανακοίνωση) αλλά και τους συγγενείς του λογοτέχνη. Και εδώ αρχίζουν οι αθλιότητες στις οποίες οι εκδοτικοί νταβάδες μας έχουν συνηθίσει...
Το χαμαιτυπείο της Μπούρα όχι μόνο δεν απέσυρε πάραυτα το βιβλίο όπως θα όφειλε, αντιθέτως επιφυλλάχθηκε να αποκαταστήσει την ιστορική αλήθεια στην επόμενη έκδοση (λεφτά είναι αυτά, όχι στραγάλια). Όσο για την κατάπτυστη λέρα αρκέστηκε σε μια ανακοίνωση που ναι μεν αποδέχεται το λάθος της αλλά ρίχνει το ανάθεμα στην Άγρα, τους συγγενείς του νεκρού ακόμα και τον ίδιο τον Πάπα.
Για λόγους αισθητικής κυρίως δεν την δημοσιεύουμε αλλά μπορείτε εύκολα να την βρείτε, το γεγονός ωστόσο αποτελεί μια ακόμα πικρή δικαίωση όλων εκείνων που φωνάζουν όχι μόνο για την ανύπαρκτη ποιότητα την οποία πριμοδοτούν τα εκδοτικά παραμάγαζα αλλά κυρίως την εισαγωγή νέων ηθών- ιδιαίτερα σκοτεινών- στον κόσμο του βιβλίου...
Κυριακή 17 Μαΐου 2026
Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Βορράς χωρίς νότο (απόσπασμα)
Η Αριστοτελία έδειχνε τώρα σαν να είχε ένα δεύτερο στόμα κάτω από το σαγόνι της, ένα στόμα που οι άκρες των χειλιών του ξεκινούσαν από τους λοβούς των αυτιών σχηματίζοντας ένα τεράστιο χαμόγελο − μα τον Θεό, έμοιαζε με το πιο χαμογελαστό πρόσωπο που είχα δει στη ζωή μου, ήταν ένα χαμόγελο αδιαπραγμάτευτο. Ήταν η ελαφρότητα των ιντερνετικών περιοδικών που απευθύνονταν μόνο σε γυναίκες, τριαντάρες, ελεύθερες και χειραφετημένες, ήταν η αμηχανία απέναντι στις προσβολές του κάθε χαζοδάνδη που έκρυβε την αξεσιά του με το περίβλημα της διανόησης και την ανδρική του ανεπάρκεια με ετοιμόρροπους σοβάδες ψευτοανωτερότητας, ήταν το ροζ δωμάτιο της παιδικής της ηλικίας. Πιθανώς να ήταν τα εκλαϊκευμένα και βολικά συμπεράσματα του ψυχαναλυτή της ή οι εύπεπτοι οδηγοί κατανόησης του Πλάτωνα, του Σπινόζα και του Νίτσε. Μα πάνω απ’ όλα ήταν μια χαλκομανία, ένα προσωπείο όπως εκείνο του κλόουν στα παιδικά πάρτι, ήταν ένα χαμόγελο που είχε μάθει ν’ αντιλαμβάνεται την ευτυχία ως υποχρέωση και όχι ως δικαίωμα.
«Γδύσου, Νίκολας» τον άκουσα να με προστάζει. Γύρισα και τον κοίταξα έκπληκτος.
«Γιατί;» κατάφερα μόνο να ψελλίσω.
Κατευθύνθηκε προς το μέρος της, σήκωσε τη φούστα της και κατέβασε άγαρμπα το βρακί της, ήταν ένα δαντελένιο μαύρο στρινγκ διακοσμημένο με στρασάκια, ακριβό μάλλον στην ποιότητα και φτηνό στην αισθητική. Τράβηξε με την ίδια αγαρμποσύνη τα πόδια της και τα άνοιξε διάπλατα μπροστά μου.
«Γι’ αυτό ακριβώς, Νίκλας» κοίταξε με νόημα το αιδοίο της χωρίς να γυρίσει προς το μέρος μου.
«Έχεις γαμήσει ποτέ ετοιμοθάνατη γυναίκα; Είναι το πιο υπέροχο πράγμα του κόσμου. Ο εγκέφαλος είναι κλινικά νεκρός και έτσι δεν μπορεί να αντιδράσει, όμως το “παπάκι” της είναι ακόμη ζωντανό και έτσι η αίσθησή του δεν έχει διαφορά».
Πρόσεξα τη σάρκινη σχισμή που συνέθεταν οι καφεκόκκινες μεμβράνες της και πιο πάνω το επιμελώς ξυρισμένο εφηβαίο της· η περιοχή μού θύμισε μεγεθυμένα απόκρυφα εμβρύου. Δεν ξέρω γιατί έφερα αυτό τον συνειρμό στον νου μου, ίσως για να αποβάλω από μέσα μου και την τελευταία υποψία σαρκικού ερεθισμού. Γύρισα και κοίταξα τον Μαρκ με αποστροφή, το βλέμμα μου του έλεγε ότι θα προτιμούσα να με σκοτώσει μαζί με τους υπόλοιπους παρά να με αναγκάσει να βιάσω αυτό το πτώμα. Δεν έδειξε να πτοείται, αντιθέτως τοποθέτησε το νυστέρι λίγα εκατοστά από τον λαιμό μου κοιτώντας με με το ίδιο παραινετικό ύφος. Σκέφτηκα ότι αν δεν έκανα έναν ελιγμό θα με σκότωνε ή θα με έβαζε να ικανοποιήσω το νοσηρό βίτσιο του.
«Νόμιζα ότι ήμαστε φίλοι» του είπα διατηρώντας τη φωνή μου ψύχραιμη και σταθερή.
«Ξέρεις, Νίκολας, στην αρχή και εγώ αυτό πίστευα. Αλλά πλέον δεν νομίζω ότι μπορείς να κάνεις φίλους. Είσαι πολύ ιδιαίτερος για να διασπάσεις το άτομό σου».
«Δεν καταλαβαίνω, τι εννοείς;»
Ακούμπησε απαλά τη λεπίδα του νυστεριού στον λαιμό μου προκαλώντας ένα στιγμιαίο τσίμπημα.
«Στην αρχή αυτής της νύχτας δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να σε σκοτώσω ή όχι. Είπα στον εαυτό μου ότι θα την αφήσω να προχωρήσει και θα αποφασίσω στην πορεία της. Όταν καθίσαμε εκεί που με πήγες κατάλαβα ότι δεν ανήκεις στον μέσο όρο, μπορεί να είσαι πιο κάτω ή πιο πάνω αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία· ο άνθρωπος που είναι ικανός για το χειρότερο είναι ικανός και για το καλύτερο. Νομίζεις αλήθεια ότι η πραγματική αξία της ανθρώπινης ζωής είναι αυτή που της προσδίδει ο δυτικός πολιτισμός; Όχι, Νίκλας, είμαστε ήδη πάρα πολλοί εδώ πάνω. Για ρίξε μια ματιά γύρω σου».
Σάββατο 16 Μαΐου 2026
Γεωργία Μπεκριδάκη-Ρετάλια
Τσίτι ζωή
Όλο στενεύει στο πλύσιμο.
Κρατήστε τα ρετάλια.
Ρετάλια
Όχι για διόρθωση.
Για κάτι
που δεν τελειώνει.
Ύφασμα
Αφήνουν στρίφωμα —
σαν να περισσεύει μέλλον.
Ό,τι αρχίζεις το τελειώνεις μόνος. Μάλλινα Οι λεκέδες δεν φεύγουν. Αλλάζουν χρώμα. Ψάχνεις νήμα. Σαν ραφή που δεν κλείνει.
Flesh-Κριτική
Οι πρώτες σελίδες από το “flesh” του Szalay σε πιάνουν από το λαιμό, ωστόσο η συνέχεια δεν είναι ανάλογη αφήνοντας τον αναγνώστη με την απορία που θέλει ακριβώς να το πάει για αρκετές σελίδες. Αν και στο τέλος η απάντηση ικανοποιεί η «κοιλιά» είναι εμφανής με αρκετά σημεία όπου οι ήρωες καταδύονται σε μια σχηματική συνθήκη που δείχνει να αποσκοπεί ξεκάθαρα στην «επιβεβλημένη» διαπλάτυνση του βιβλίου. Όλα αυτά ωστόσο δεν προοιωνίζονται στην, ούτως ειπείν, άκρως υποσχόμενη αρχή.
Ξεκινώντας από τη μετακομουνιστική Ουγγαρία, παρακολουθούμε την πρώτη εφηβική ερωτική απογοήτευση του ήρωα Istvan την οποία θα διαδεχτεί η βάρβαρη σεξουαλική αποπλάνηση του από μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας του, παρά την αρχική του απροθυμία- που αγγίζει τα όρια της αηδίας- όχι μόνο στο τέλος θα υποκύψει αλλά θα αναπτυχθεί μέσα του ένα πάθος αντιζηλίας που θα τον οδηγήσει στη δολοφονία του άντρα της.
Αναμορφωτήριο, στρατός, μετανάστευση στην Αγγλία και ένα γεγονός που θα αλλάξει τη ζωή του. Η διάσωση ενός αγνώστου που για να του ανταποδώσει την πράξη θα του βρει δουλειά ως σωματοφύλακα υψηλών προσωπικοτήτων μέχρι ένα πλούσιο ζευγάρι να τον πάρει στην αποκλειστική δούλεψη του. Ο δεσμός ωστόσο με την κατά πολύ νεότερη γυναίκα του μεγιστάνα, Helen, η πάντα καχύποπτη στάση του γιού τους και εν τέλει ο θάνατος του πρώτου θα βγάλει στην επιφάνεια τις υποδόριες συγκρούσεις.
Ο Istvan θα την παντρευτεί, θα κάνει παιδί μαζί της έχοντας πάντα απέναντι τον θετό του γιο Thomas ο οποίος ποτέ δεν θα τον αποδεχτεί ούτε θα του αφαιρέσει τη στάμπα του προικοθήρα που του έχει αποδώσει. Μέχρι την τελική «λύση»…
Αν και μπορεί να απογειώσει το βιβλίο ο Szalay έχει τις κακές, ανοικονόμητες και άτυχες στιγμές του, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ωστόσο πως στον τωρινό Μεσαίωνα που διάγουμε αυτές είναι απαραίτητες για την κατάκτηση του Booker και άλλων αντίστοιχων «βραβείων». Σε κάθε περίπτωση η ανάγνωση του συστήνεται στην αγγλόφωνη πάντα έκδοση για λόγους που έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενες αναρτήσεις…
Δευτέρα 11 Μαΐου 2026
Ντέμης Κωνσταντινίδης- 2 ποιήματα
Oι προτομές
Μιλώ στις προτομές του πάρκου.
Έχουν ξεχάσει τίτλους και ιδιότητες.
Τις βασανίζει η ακινησία.
Τις πληγώνει θανάσιμη ακαμψία.
Κι αυτά τ' αναθεματισμένα πτηνά
που δεν σέβονται τίποτα.
Κι αυτές οι χυμώδεις κοπέλες
που περνούν από μπροστά.
"Πήγαινέ μας μια βόλτα", με παρακαλούν.
"Μόνο ξεκόλλα μας από δω, στο Θεό που πιστεύεις!
Και να σε βρουν, άνθρωπε, χίλια καλά"
Αυτό προσπαθώ να εξηγήσω
τόση ώρα στον αστυφύλακα
που με συνέλαβε.
***
O πραματευτής
Τον πάγκο του δεν τον πλησίαζαν.
Αυτός εκεί, αράδιαζε κάθε πρωί
τη σκονισμένη πραμάτεια του:
Πουλούσε αναμνήσεις..
"Ποιος νοιάζεται" έλεγαν και ξανάλεγαν
"για ξένες αναμνήσεις!
Κι αυτός, ο χριστιανός.."
"Εδώ παλεύουμε να ξεφορτωθούμε
τις δικές μας".
"Άλλωστε, αυτές είναι πια
τόσο κιτρινισμένες και καχεκτικές.
Σχεδόν νεκρές.
Δεν έχουν
καμία πρακτική χρησιμότητα"
Κυριακή 10 Μαΐου 2026
Να μην φαίνεται-Ιω (Μέρος 5ο)
12. Ακίνητο
Το παιδί στάθηκε στο δωµάτιο.
Δεν υπήρχε κάτι µπροστά του.
Ο χώρος ήταν ίδιος.
Όπως πριν.
Από µακριά ακούγονταν φωνές.
Δεν ξεχώριζαν λέξεις.
Μόνο ο ρυθµός.
Το παιδί δεν γύρισε.
Έµεινε εκεί.
Τα χέρια δίπλα στο σώµα.
Δεν άγγιζαν τίποτα.
Η ανάσα ήταν αργή.
Σχεδόν δεν φαινόταν.
Δεν µετακινήθηκε.
Περίµενε.
Δεν ήξερε τι.
Δεν χρειαζόταν να ξέρει.
Πέρασε χρόνος.
Ή όχι.
Δεν άλλαξε κάτι.
Κανείς δεν µπήκε.
Κανείς δεν το φώναξε.
Το παιδί κατέβασε λίγο το κεφάλι.
Κοίταξε το πάτωµα.
Μετά πάλι µπροστά.
Δεν έκανε βήµα.
Δεν δοκίµασε.
Έµεινε.
Σαν να µπορούσε να µείνει έτσι.
Όσο χρειάζεται.
Σαν να µην υπήρχε αλλού.
Μόνο αργότερα.
Όχι τώρα.
Το σώµα δεν βάραινε.
Δεν τραβούσε προς τα κάτω.
Έµεινε όρθιο.
Χωρίς ένταση.
Χωρίς κίνηση.
Σαν να είχε βρει τρόπο.
Να είναι εκεί.
Χωρίς να φαίνεται.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
13. Σκοτάδι
Το φως έσβησε.
Όχι απότοµα.
Λίγο-λίγο.
Οι σκιές µεγάλωσαν.
Έφτασαν πιο κοντά.
Το παιδί έµεινε στο κρεβάτι.
Δεν σηκώθηκε.
Δεν κάλεσε.
Έµεινε.
Το δωµάτιο άλλαξε.
Δεν φαινόταν.
Αλλά ήταν αλλιώς.
Οι τοίχοι δεν έδειχναν ίδιοι.
Το ταβάνι χάθηκε.
Το παιδί κοίταξε µπροστά.
Δεν έβλεπε καθαρά.
Δεν προσπάθησε.
Άφησε το βλέµµα.
Το σκοτάδι ήρθε πιο κοντά.
Κάλυψε τα αντικείµενα.
Τις γωνίες.
Τα χέρια.
Το σώµα.
Το παιδί δεν µετακινήθηκε.
Δεν αντιστάθηκε.
Η ανάσα ήταν ήσυχη.
Σταθερή.
Πέρασαν σκέψεις.
Δεν κράτησε καµία.
Δεν τις έσπρωξε.
Τις άφησε.
Δεν χρειαζόταν τώρα.
Όχι εδώ.
Έµεινε.
Χωρίς να φαίνεται.
Χωρίς να ακούγεται.
Χωρίς να ζητά.
Το σκοτάδι έµεινε µαζί του.
Σταθερό.
Δεν άλλαξε.
Δεν έφυγε.
Το παιδί έκλεισε τα µάτια.
Δεν υπήρχε διαφορά.
Έµεινε έτσι.
Χωρίς κίνηση.
Χωρίς βάρος.
Σαν να µπορούσε να µείνει.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
Όσο χρειάζεται.
Σάββατο 2 Μαΐου 2026
Η κωλόγρια έπαθε "Δημουλίδου"...
Σε μια παρέα σκληρών λογοτεχνικών μυστών ένας έχει πέσει κάτω πιάνοντας την κοιλιά του από τα γέλια, έχει προηγηθεί μια ακόμα ευτράπελη ιστορία με πρωταγωνίστρια τη Λενίτσα από τις πολλές που διακινούνται στα πηγαδάκια των ανθρώπων του βιβλίου. Η Πατάκαινα φυσικά πετάει τη σκούφια της, κάθε αυλικός χρειάζεται τους γελωτοποιούς του, όσο περισσότεροι τόσα πιο πολλά τα δίφραγκα στο- δίχως πάτο- βαρέλι.
Κι αν κάτι χαρακτηρίζει τους γελωτοποιούς είναι η ευελιξία τους, πέσε στα τέσσερα, κάνε σπαγγάτο, πιάσε μια κωλοτούμπα. Για να πούμε βέβαια και του στραβού το δίκιο ποτέ δεν έχουν παρακούσει στα παραγγέλματα των επιβαλλόμενων τάσεων που τους επιβάλλουν τα κάθε λογής παραμάγαζα, και βιβλίο για το σκυλάκι της θα γράψει (όταν η φιλοζωία είναι στα πάνω της), και για τον Καποδίστρια αλλά αν σου λείπει ένα καλό «Δημουλίδικο» ρομάντζο με την εμμηνόπαυση στα ντουζένια της δεν πας πουθενά Λενίτσα, δεν χρειάζεται να στο πει η Αννούλα, εμείς εδώ στο Καρτέλ στο λέμε…
Έπιασε λοιπόν το αστροπελέκι να μας βγάλει τα μάτια με μια υπόθεση που θα έκανε ακόμα και τον "γιό της βροχής» να σηκωθεί από τον τάφο του. «Ο Άλκης και ο Στράτος. Δύο αγόρια, το ένα από την κορυφή, το άλλο από τον πάτο. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο Κολλέγιο Αθηνών. Ο φωτογενής γόνος δεξιάς πολιτικής δυναστείας κι ο γιος του αριστερού δασκάλου του χωριού. Ο ένας είχε όλα τα όπλα εκτός από το μυαλό του κι ο άλλος μόνον το μυαλό του. Μια παιδική φιλία που κατέληξε ανθρωποφαγία στον δρόμο για την εξουσία.», αντιγράφουμε από την υπόθεση και όταν πληροφορούμαστε πως πρόκειται για μυθιστόρημα που περιγράφει τον "πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικο-αισθηματικό ξεπεσμό μας" αρχίζουμε ήδη να προετοιμάζουμε την κοιλιά μας για το επόμενο πηγαδάκι που θα πέσει στο τραπέζι το θέμα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά βέβαια ο εθισμός στον κρετινισμό και κυρίως η χυδαιότητα της (λογοτεχνικής) διαπλοκής δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Ειδικότερα όταν μιλάμε για έναν κατήφορο που έχει ξεφύγει από τα στενά λογοτεχνικά πλαίσια αγγίζοντας την ευαίσθητη χορδή της αισθητικής….
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












