Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Συνεντεύξεις με την κυρία Ευτέρπη μέρος 3(Βαγγέλης Στεργίου)

Και τώρα που φάγαμε και τώρα που ήπιαμε, δώστε βάση κυρία Ευτέρπη μου…
Είμαστε παιδιά του Λόγου με λάμδα κεφαλαίο.
Κι ο Λόγος προέκυψε από την ανάγκη μας της επιβίωσης, η οποία οφείλει να αναβαθμιστεί σε ανάγκη για Ζωή με ζού κεφαλαίο, από τον Άνθρωπο με άλφα κεφαλαίο.
Έτσι είναι κυρία μου. Χαίρομαι που χαμογελάτε.
Και που λέτε…(ανάβει Camel άφιλτρο)... η πιο αρχέγονη μορφή Λόγου είναι το μπιτ της καρδιάς. Έπειτα ακολουθεί η ζωγραφική στα σπήλαια και χιλιάδες χρόνια αργότερα, η ποίηση κυρία μου!
Οι περί τέχνης ερωτήσεις κυρία Ευτέρπη μου, και ειδικά οι περιτέχνως διατυπωμένες, γνωρίζετε πως αποτελούν μεγάλη αδυναμία μου.
Λοιπόν… είθισται το έργο τέχνης να προκαλεί εσώτερες παλίρροιες στο υποσυνείδητο και προφανώς ουδεμίαν σχέση έχει με στείρους μπαμπινιωτισμούς ή με όλα αυτά τα νάυλον ντέφια, τα επιπλέοντα στα πάνω αφρώδη νερά των ανθολογίων
Εξάλλου, το κύμα των μεγάλων έργων υποβόσκει, ταξιδεύει υπογείως κι εν τέλει φτάνει σε μέλλοντες χωρόχρονους, απαλλαγμένο από διαφημίσεις, παρουσιάσεις και βαϊραλισμούς*, ακριβώς επειδή είναι Τέχνη με ταφ κεφαλαίο να πούμε κι όχι τέχνη με ταφ πεζό.
Δεν εγκλωβίζεται σε ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, αλλά χύνεται ακέραιο σε κατάλληλες πτυχές του κοινωνικού σώματος, διότι είναι αναγκαίο. Ναι ρε Σάκη, πολύ χαίρομαι ρε φίλε που συμφωνείς να πούμε.
Με τον Σάκη κυρία Ευτέρπη μου, ήμασταν συμφοιτηταί στη σχολή καλών τεκνών…
*βαϊραλισμός: όρος του Άλκη (από την αγγλική λέξη viral – έννοια που εμφανίστηκε τα τελευταία τέρμινα και όπως γνωρίζεις αγαπητέ μου αναγνώστρια/στη, προέκυψε λόγω διαδικτυακής αλληλεπίδρασης του κοσμάκη με άυλα, διάσημα και εφήμερα ιντερνετικά αντικείμενα).
Διότι ο καθείς μας κυρία Ευτέρπη μου, παίζει εντός μιας ανεπαίσθητης ταινίας και δεν το γνωρίζει. Μιας ταινίας με σκηνοθέτη την κοινωνική του τάξη.
Ειδικά τα τελευταία τέρμινα με τούτα δω τα μαραφέτια, τα κοινωνικά μύδια, ο καθείς δύναται να γενεί σκηνοθέτης παύλα ηθοποιός του εαυτού του, καθώς κοντύλιασε* και κείνος ο φιλόσοφος με την παχιά μουστάκα....Όχι αυτός...ο άλλος…
…Κι ανάβει ένα Camel άφιλτρο.
Μύρισε κάτι σα σπινιάρισμα Honda στρογγυλοφάναρου παπιού
πάνω σε κάποιο λευκό φρεσκοκομμένο τριαντάφυλλο
απ' τον κήπο της πιο βαριάς βιομηχανίας όπλων στον κόσμο…
*κοντυλιάζω: γράφω
Έτσι, κυρία Ευτέρπη μου, έχουμε γεμίσει με παρδαβέλες*.
Παρδαβέλας κυρία μου, λέγεται αυτός που γράφει, γράφει, γράφει, προτείνει, υποδεικνύει, συγγράφει, εκδίδει, μα τα όσα γράφει κι εκδίδει, γυροφέρνουν την αλήθεια, μα δεν την ακουμπάν ποτέ. Κι αυτό, ενίοτε στους κύκλους των πνευματικών ανθρώπων, που μας έλεγε κι η δασκάλα της εκθέσεως, είναι επιτηδευμένο,
άρα ανήθικο.
Διότι μπορούμε σε τρεις γραμμούλες να γράψουμε όλη την αλήθεια του σύμπαντος, κυρία μου...Μην απορείτε καθόλου...Και πού είστε... Να το κλείσουμε τώρα αυτό το μαραφέτι, ε;
Τι είμαστε να παρδαβελίζουμε τόσην ώρα;
Τίποτα πνευματικοί άνθρωποι;
* Παρδαβέλας: πιθανώς από τα «πάρδαλις» + «βάλλω», δηλαδή που ρίχνει/σπέρνει κηλίδες
Σε όσο πιο αρχέγονες και παλαιές πηγές εμπνεύσεως μεταφερόμαστε, όσο πιο οικοσυστημικά και ολιστικά αντιμετωπίζουμε το απανταχού ιστορικά κατασκευασθέν κοσμικό οικοδόμημα, όσο δηλαδή απομακρυνόμαστε από την πλήρη εϊαϊοποίηση* της ύπαρξής μας, τόσο περισσότερο έχουμε τη δύναμη να δούμε το σύστημα απ' έξω. Κι όσο πιο κριτικά ατενίζουμε το σύστημα, τόσο πιο πολύ δυναμώνει η ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη ανάγκη μας, για απελευθέρωση από την αστική ψευτιά, αγαπητή κυρία Ευτέρπη μου.
Εκτός κυρία μου, αν εσείς θεωρείτε πως τα πράματα βαίνουν παγκοσμίως φίνα....
Ε, αυτό λέγω...Ναι ρε φίλε Σάκη! Είσαι ο καλύτερος ηχολήπτης ρε φίλε.
Κερνάω μαύρη μπυρίτσα στο Ark…Μετά ρε, ναι
εϊαϊοποίηση: όρος του Άλκη, ο οποίος προέρχεται από τους όρους AI (Αrtificial Ιntelligence) και “ποιώ”.
Η προχωρημένη τεχνολογικά κοινωνία, χωρίς την ύπαρξη της βαθιάς θεωρίας στο συλλογικό ασυνείδητο του κοσμάκη, οδηγεί σε πλήρη κοινωνικό αναλφαβητισμό, κυρία Ευτέρπη μου. Σε αυτό το στάδιο είμαστε. Σ' ένα τέλμα κοινωνικής δυσαναγνωσίας, σε μια σύγχρονη υπερβερμπαλιστική Βαβέλ, δηλαδή σε μια κατάσταση υπερκαταρτισμένων και κοινωνικοπολιτικο-ιστορικά αγράμματων υποκειμένων που δε δύνανται να αφομοιώσουν τίποτα και συνεπώς ας πούμε, δε συνάγεται κανείς αξιακός κώδικας ούτε από τις μεταξύ τους σχέσεις, ούτε από την αλληλεπίδρασή τους με τα υπόλοιπα υποκείμενα σε υπερατλαντικό και γκλόμπαλ επίπεδο.
Βράσε όρυζα κυρία Ευτέρπη μου…
Βράσε και τα κοινωνικά τα δίχτυα, βράσε και τ' αρτιφίσιαλ ιντέλιτζενς,
βράσε και ΄σενα, βράσε και 'μένα.
Δεν ξέρουμε πού παν τα τέσσερα. Κι ας κολυμπάμε στην πληροφορία.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Η δομική στιβαρότητα της Χρυσηίδας Δημουλίδου.

Παρεξηγημένη, λοιδορημένη και σίγουρα- μέσα στον υποκριτικό βόθρο των ελληνικών γραμμάτων- ταυτισμένη με την «κακή» λογοτεχνία η Χρυσηίδα Δημουλίδου δεν μιλάει πολύ, αλλά όταν το κάνει μιλάει με τις πωλήσεις της και πολύ περισσότερο με τη διάρκεια της, αν στο συγκεκριμένο είδος μπορούμε να μιλήσουμε για μια «Πατριάρχη», ή έναν «ασθενή μηδέν» με πιο μεταφυσικούς όρους, τότε ο τίτλος της ανήκει δικαιωματικά. Διότι ήταν η συγκεκριμένη που καθιέρωσε το είδος στην Ελλάδα, τουλάχιστον στη σύγχρονη μορφή του.
Η Ροζ λογοτεχνία δεν έχει σχέσεις με «βραβεία», σαλόνια σε πολιτισμικές στήλες, εκδουλεύσεις και γλυφοκωλάδα. Με άλλα λόγια για να ξεχωρίσεις πρέπει να το κάνεις με το «σπαθί» σου, να έχεις το κάτι παραπάνω, και πιο είναι αυτό το «κάτι» που έχει η Δημουλίδου: Η σεμιναριακή, σχεδόν, δομική στιβαρότητα. Με άλλα λόγια η πλοκή που υφαίνει ένας ανάλαφρος, πιθανώς κακότεχνος αλλά συνειδητοποιημένος story teller.
Η πλοκή είναι πάντα ζήτημα εμπειριών, ερεθισμάτων, ταξιδιών, μιας ζωής να την πιείς στο κουτάλι. Για να το θέσουμε αλλιώς αν είσαι ο Μάκης Τσίσας που επί είκοσι χρόνια έτρωγες καρπαζιά από τον αρχικλεφταρά τον Χατζόπουλο τότε θα βγάλεις το ανάλογο «πόνημα» το οποίο θα πάρει και ένα Ευρωπαϊκό βραβείο της πλάκας με την αγιογδύτισσα τη Σοκκόλη στην κριτική επιτροπή (Για να καταλάβετε πως δίνονται οι διακρίσεις στους λακέδες). Αν από την άλλη έχεις ταξιδέψει από Ντουμπάι μέχρι Νέα Υόρκη, έχεις ξεσαλώσει στα πιο ξέφρενα πάρτι της Μυκόνου, έχεις γνωρίσει ένα σωρό προσωπικότητες του διεθνούς τζετ σετ τότε σίγουρα έχεις κάτι να πεις, και πολύ περισσότερο έχεις κάτι να γράψεις.
Η ροζ λογοτεχνία είναι αλογόκριτη, δεν υπακούει στα κελεύσματα ($$$) των κριτικών, δεν συγχρωτίζεται σε γκροτέσκα σουαρέ, έχει οπωσδήποτε τις κακές στιγμές της αλλά δεν φέρει το παραπανίσιο μειονέκτημα της χυδαιότητας και της ρουφιανιάς. Αυτό η μέση νοικοκυρά (στην οποία απευθύνεται) το εκτιμά, ίσως γιατί και η ίδια μέσα στην απλότητα της δεν καταλαβαίνει από παρασκήνια και προφανώς δεν τα παρακολουθεί σαν τα πάσης φύσεως πρόβατα που στέλνουν οι κριτικοί στον γκισέ. Σε αυτό το πεδίο η Δημουλίδου παίζει καλή μπάλα, όπως και οι αντίστοιχες ομότεχνες της σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη έχοντας το ίδιο κοινό χαρακτηριστικό, την κατασκευή μιας στιβαρής δομής. Το είδος άλλωστε δεν είναι Ελληνική πατέντα, ούτε ποτέ υπήρξε…

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Όταν η ροζ λογοτεχνία υποκαθιστά τον ροζ δονητή.

Αποτελεί τη ναυαρχίδα των εκδοτικών νταβάδων και ίσως το είδος που διαθέτει το πιο προβλέψιμο target group. Η ροζ λογοτεχνία δεν είναι μόνο απαραίτητη αλλά και πολυχρηστική καθώς μπορεί να ικανοποιήσει παντός είδους ανάγκες.
Απεγνωσμένες νοικοκυρές, γυναίκες που η σεξουαλική τους ζωή μοιάζει με άνυδρη στέπα, ανδρόγυνα στα πρόθυρα γαμήλιου λήθαργου, ακόμα και αρσενικά με τη ρετσινιά του ευνουχισμένου βρίσκουν το αποκούμπι τους σε αναγνώσματα που δεν εμπορεύονται κάποιο ιδιαίτερο πνεύμα, δεν διεκδικούν δάφνες ποιότητας, δεν παρεκκλίνουν από τα στερεοτυπικά όρια που η ίδια η αντίληψη τους έχει θέσει. Το πιο σημαντικό, τα έχουν γράψει άνθρωποι σαν και κείνους.
Έτσι δεν υπάρχει μικροαστική κλίνη που στο κομοδίνο να μην έχει κάποιες «μαμάδες βορείων προαστίων», κάποιο «σπίτι δίπλα στο ποτάμι», κάποιον «Ιούδα». Αν ο δονητής μένει μέσα στο συρτάρι, τα παραπάνω τοποθετούνται από πάνω, σε θέση ευδιάκριτη και συχνά περίοπτη καθώς δεν είναι μόνο οι ερωτογενείς ζώνες που χρειάζονται το ανάλογο stimulus αλλά και το πνεύμα, ιδιαίτερα αν καλύπτεται με το περιτύλιγμα της φιλαγνωσίας.
Η ροζ λογοτεχνία είναι τίμια, δεν προσποιείται κάτι άλλο, δεν κάνει εκπτώσεις γιατί είναι από μόνη της φτηνή. Αντίθετα εκπτώσεις κάνει το κάθε σοβαροφανές τσουτσέκι μπροστά στις απαιτήσεις του εκάστοτε εκδοτικού νταβά. Είναι αυτό από το οποίο θα ζητηθεί συγκεκριμένη θεματολογία, λιασμένες γωνίες και υλικό βουτηγμένο στη φορμόλη. Για του λόγου το αληθές, διαβάστε το παρακάτω edito…
https://neokartel.blogspot.com/2024/03/blog-post.html
Κι αν ο δονητής αποτέλεσε το μεγαλύτερο ανάχωμα απέναντι στη θηλυκή υστερία, η ροζ λογοτεχνία συνεχίζει μια δική της παράδοση, προσδίδοντας νόημα σε ζωές που χωρίς αυτή θα είχαν παραμείνει στη ναφθαλίνη…

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Συνεντεύξεις με την κυρία Ευτέρπη Μέρος 2 (Βαγγέλης Στεργίου)

Ζούμε και ζήσαμε σε μια κοινωνία με διάφορα είδη κατεστημένων, αγαπητή κυρία Ευτέρπη μου.
Δηλαδή...Δηλαδή...(ανάβει Camel άφιλτρο με Zippo Guns 'n' Roses)...Κατεστημένο επιστημονικό, κατεστημένο καλλιτεχνικό, ένα προ - ορισμένο κοινωνικό επιστητό μαντάμ, που στο κάτω κάτω δεν το επιλέξαμε εμείς και η γενιά μου, η οποία έζησε την εφηβεία και τη νεότητά της στα '90s.
Μας κληροδότησαν έναν κόσμο που λέτε κυρία μου, στον οποίον και καλά θα 'πρεπε να ενσωματωθούμε, γιατί ήταν λέει...ένας κόσμος μεθεπαναστατικός κι εξελισσόμενος, μα κυρία μου...
ήταν ένας ντεμέκ κόσμος του μεταμοντέρνου,
που λεν κι οι φιλόσοφοι...
Τα '90s ήταν η εποχή στην οποία μας επιβλήθηκε από ποιόν δηλαδή, από τους εκφυλισμένους παλαιοεπαναστάτες, ο σεβασμός στα ήθη και στα έθιμα του έντεχνου τραγουδιού, της θεοδωρακοπληξίας, της χατζιδακοπληξίας και δε συμμαζεύεται μαντάμ, λες και ήταν τίποτα Θρησκείες όλα αυτά τα κατεστημένα....
Ώπα, ώπα, έως εδώ, φώναξαν κάποια αδέρφια μας κι επανέφεραν το σύνθημα Punk's not Dead, θέλοντας να πουν πως είμαστε καθαροί ρε 'σεις αλλοτριωμένοι παλαιοεπαναστάτες της μπότας μας...Μη γελάτε μαντάμ, διότι αυτή ειν' η αλήθεια να πούμε...
Δεν είναι τυχαίο που τα ελληνικά συγκροτήματα της δεκαετίας του '90 είναι στιχουργικά σαφώς ανώτερα από τα αντίστοιχα αγγλικά της εποχής...Κι επίσης δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι από δαύτους μαντάμ, ούτ’ επλούτισαν,
ούτ’ ηθικολόγησαν σαν κάποιους παλιούς ποιητάδες,
ούτε καυχήθηκαν πως άλλαξαν τον κόσμο...
Όχι μαντάμ, δεν αλλάξαμε τον κόσμο,
μα δε μας άλλαξε κι αυτός να ξέρετε, κι είμαστε ακόμη εδώ...
Κι ας έγινε η απώλεια, συνήθειά μας.
Διότι είναι κάποιοι συνάνθρωποί μας, οι οποίοι μπαίνουν εμπρός στον εαυτό τους συνεχώς, και καθώς το Εγώ τους, κυρία Ευτέρπη μου, είναι τόσο μεγάλο, εν' τέλει και δυστυχώς, δε βλέπουν τίποτε άλλο, παρά τον ίδιο τους τον εαυτό.
Το Εγώ τους, κάλυψε την πόλη τους και δεν τη βλέπουν πια.
Έπειτα κάλυψε τη χώρα τους και δεν τη βλέπουν ούτε τούτη πια...(ανάβει τσιγαράκι Camel άφιλτρο)...
Κι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου,
που το Εγώ τους κάλυψε την πλάση όλη...
Και δεν τη βλέπουν πια...
Έτσι δεν κάνουμε δουλειά, μαντάμ...
Ένα κριτήριο για να ξεχωρίσει κανείς κάποιο γραφτό της προκοπής…ναι, ναι, λογοτεχνικό εννοώ…είναι να μην υποβόσκει κάτω απ’ τα σχήματα λόγου του, το εγωϊστικό σαράκι του συγγραφέα. Να μη γράφει δηλαδή για να φουντώσει το ίδιο το Εγώ του, μα το Εσύ, ιφ γιου νόου γουάα μιν, που λεν και οι Αμερικανοί.
Διότι σήμερα κυρία Ευτέρπη μου, έχουμε γεμίσει με κρυφοπεριαυτολόγους που διψάν για φόλαουερς, μα από μέσα "τζίφος" η γνησιότις της ψυχούλας τους. Είναι σημαντικό δηλαδή και πώς να το κάνουμε, να μη νοιώθεις τα δικά σου βάσανα, μα τα βάσανα των άλλων και μερικές φορές…
Τα βάσανα ολόκληρων λαών, κυρία μου....
Επ! Σάκης.. εσύ ήσουν τόση ώρα πίσω απ' αυτό το μαραφέτι με το μικρόφωνο ρε αδερφέ; Πω ρε φίλε, χρόνια και ζαμάνια.
Κυρία Ευτέρπη μου, για πες στα παιδιά να φκιάσουν κανά απεριτίφ με μεζέ.
Τέρμα για απόψε η κουλτουρομπαρούφα.
Ο Σάκης είναι φίλος αδερφικός και παλαιός συγκάτοικος στη Δ’ Εστία τη φοιτητική.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Ο Τσαλαπετεινός του Wyoming (Κριτική)

Αν υπάρχουν δύο ελληνικές ταινίες που σημάδεψαν τη γενιά μου, αυτές είναι «Οι απόντες» του Νίκου Γραμματικού και ο «Τσαλαπετεινός του Wyoming» του Δημήτρη Ινδαρέ. Γυρισμένες στα μέσα των 90’s αφουγκράζονται και ακτινογραφούν όλη τη μελαγχολία, τον καταστροφικό κομφορμισμό και τον αντιερωτισμό εκείνης της δεκαετίας. Μιας δεκαετίας μέσα στην οποία οι σαραντάρηδες της γενιάς μου είχαν την τύχη (αλλά και την ατυχία μαζί) να ενηλικιωθούν.
Στο σινεμά την ταινία του Ινδαρέ την είδα για πρώτη φορά με μια συμμαθήτρια από το φροντιστήριο σε μια άδεια αίθουσα στην Πατησίων, ή για να πω την αλήθεια ελάχιστα από αυτή κατάφερα να δω, καθώς κατά τη διάρκεια της προβολής επιδιδόμασταν σε ερωτικές περιπτύξεις που ωστόσο δεν έφτασαν εκείνη τη στιγμή στην ολοκλήρωση, και θα έπαιρνε αρκετό καιρό μέχρι αυτό να γίνει με τρόπο περισσότερο τραυματικό και σχεδόν καθόλου διονυσιακό. Ιστορικά εγκλωβισμένοι ανάμεσα στη γενιά της όψιμης σεξουαλικής απελευθέρωσης που χαρακτήρισε τα 80’s και της απενοχοποίησης των ηθών που θα σηματοδοτούσαν τα 00’s, μεγαλώσαμε στο άχαρο μεταίχμιο, μια μαύρη τρύπα που κυριαρχούσε η ματαίωση, η καχυποψία, η σύγχυση και τα όψιμα κρίματα των προηγούμενων.
Όταν λοιπόν έτυχε την ξαναδώ στην τηλεόραση η ταύτιση μου ήταν κάτι περισσότερο από απόλυτη ώστε να την κατατάξω σε ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα της εγχώριας κινηματογραφίας.
Στην ιστορία, ένας νεαρός φοιτητής, ο Μιχάλης (Αλέξανδρος Λογοθέτης) προσπαθεί να ισορροπήσει (σαν ενδιάμεσος και ο ίδιος κρίκος) ανάμεσα στη μεγαλύτερη ερωμένη του Λήδα (Κωνσταντίνα Ανδριοπούλου) και τη νεαρή φίλη της Λία (Βίκη Βολιώτη), πριν γνωρίσει την εγκατάλειψη από την πρώτη και τον απόλυτο έρωτα μαζί με την απόρριψη από τη δεύτερη. «Σύμφωνα με μελέτες που έγιναν στον Τσαλαπετεινό του Wyoming…τα υπόλοιπα αρσενικά υποχρεούνται σε αναγκαστική εγκράτεια» ακούγεται να λέει ο φίλος της ανύπαντρης μητέρας του (Μπέτυ Αρβανίτη) σε ένα σημείο της ταινίας. Ονειροπόλος και ευαίσθητος ο ίδιος αδυνατεί να αφομοιωθεί σε μια συνθήκη που του ζητά να παραδώσει την αθωότητα του, παρατηρώντας γύρω του τα εγωκεντρικά συντρίμμια ενός κόσμου που επιζητεί την απόλυτη έλλειψη ευθυνών, την απουσία ουσιαστικών δεσμεύσεων, το safe zone της μοναξιάς του.
Με μια ατμοσφαιρική μουσική επένδυση δια χειρός Δημήτρη Παπαδημητρίου και το υπέροχο τραγούδι της Ελευθερίας Αρβανιτάκη «Και όλα αρχίζουν αλλιώς» που δένει τις κορυφαίες σκηνές, η ταινία του Ινδαρέ αποτελεί ένα μικρό ρέκβιεμ της αντρικής παιδικότητας, αλλά και μια εισαγωγή στον επίπονο προθάλαμο της ενηλικίωσης που κάποιοι δρασκελίζουν και κάποιοι άλλοι επιμένουν να αναβάλλουν την είσοδο τους, «υποχρεούμενοι σε αναγκαστική εγκράτεια»…

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Γροιλανδία (Αχιλλέας Σωτηρέλλος)

Αγαπημένη μου Νούρια, αφού πρώτα βεβαιώθηκα απόλυτα για την συναισθηματική μου απονέκρωση αποφάσισα να αφήσω τα εύκρατα κλίματα σε αναζήτηση πιο ψυχρών. Η απόρριψη σου ήταν η κορυφή του παγόβουνου σε μια σειρά από ερωτικές απογοητεύσεις, διαψεύσεις, ματαιώσεις και προδοσίες που διαμόρφωσαν την ακρωτηριασμένη μου ύπαρξη. Η αλήθεια ήταν πως δεν υπήρξα ποτέ τυχερός στη ζωή μου, από την άλλη βέβαια σκέφτομαι ότι είμαστε αποκλειστικά εμείς υπεύθυνοι για τις τύχες μας. Ήμουν άτολμος, ονειροπόλος και εγωιστής, προτιμούσα να διατηρώ τους πόθους μου διψασμένους γιγαντώνοντας την έξαψη από το να τους προσγειώνω στα άθλια λασπόνερα της καθημερινότητας ή να τους απογυμνώνω από το παραπλανητικό περιτύλιγμα αντικρίζοντας από κάτω την καταρρακωμένη αλήθεια. Από μια άποψη σε χρησιμοποίησα, δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω, στα απρόσιτα χείλι σου αναγνώρισα ένα ακόμα απωθημένο για να με απομακρύνει από οδυνηρές βεβαιότητες και επίπονους συμβιβασμούς. Όσο περνάνε οι μέρες, το συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο.
Γλυκιά μου Νούρια. Αναφέρθηκα προηγουμένως σε παγόβουνο, τι όμορφη λέξη αλήθεια, ταυτισμένη με το διασημότερο ναυάγιο της ιστορίας. Εδώ στη Γροιλανδία,ξέρεις, το ενενήντα τοις εκατό καταλαμβάνεται από πάγους, η έκταση της είναι περίπου ίση με εκείνη της Αυστραλίας, ωστόσο ο συνολικός πληθυσμός δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες κατατάσσοντας την στην κορυφή της σχετικής λίστας με τις πιο αραιοκατοικημένες χώρες του πλανήτη. Επίσης καταγράφει και άλλες ενδιαφέρουσες διακρίσεις, όπως τα πρωτεία στις αυτοκτονίες, τους βιασμούς και τον αλκοολισμό. Θα περίμενε κανείς οι φυλακές να ήταν γεμάτες, αλλά το πρόβλημα είναι ότι εδώ δεν υπάρχουν φυλακές, τους στέλνουν έμαθα στη Δανία, δεν έβγαλα άκρη να σου πω την αλήθεια…
Πάντως η ζωή μου στο Νόοκ κυλάει ήρεμα. Το Νόοκ είναι η πρωτεύουσα και αριθμεί περί το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού, διαθέτει νοσοκομείο, πανεπιστήμιο, κλειστές αθλητικές εγκαταστάσεις και τον μοναδικό ουρανοξύστη της χώρας. Ακόμα και γήπεδο γκολφ που δυσκολεύομαι να καταλάβω με ποιο τρόπο αξιοποιείται. Το πρωινά δουλεύω λάντζα σε μια ψαροταβέρνα του κέντρου που σερβίρει βραστή φώκια και παστό βακαλάο, διαμένω στα περίχωρα της πόλης σε μια συμπαθητική μονοκατοικία από πτυχωτό τσίγκο. Πρόσφατα δε απέκτησα και συντροφιά, μια πλαστική κούκλα τελευταίας τεχνολογίας η οποία μου κρατάει ερωτική συντροφιά στο κρεβάτι τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Η εταιρεία που την παρήγγειλα έκανε εξαιρετική δουλειά, τους είχα βέβαια προηγουμένως αποστείλει μια ολόσωμη φωτογραφία σου με το μπικίνι που φορούσες εκείνο το καλοκαίρι στη Μαγιόρκα. Θυμάσαι; Εύχομαι να είσαι καλά εκεί στην Ταραγόνα και να προσέχεις πάντα τον εαυτό σου. Με αγάπη, ο παντοτινά δικός σου. Πέδρο…

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

SYNDEN: Η Άγρια δύση της Σουηδίας

Καλωσήρθατε στη Σουηδία, όχι αυτήν που γνωρίζατε αλλά αυτή που κανένας δεν θέλει να ξέρετε. Τη χώρα της φτώχειας, της εγκληματικότητας,των διαλυμένων κοινωνικών υπηρεσιών και της πρέζας.
Αυτή τη Σουηδία παρουσιάζει το εξαιρετικό Synden (γη της αμαρτίας), ένα σύγχρονο γουέστερν όπου μια αστυνομικός πηγαίνει σε μια μικρή αγροτική κωμόπολη να ερευνήσει το φόνο του αδερφικού φίλου του τοξικομανούς γιού της.
Μια επαρχία όπου δεν διαβιούν γιάπηδες και δημόσιοι υπάλληλοι αλλά μέθυσοι, πρεζόνια, σκατόφατσες, ξεχαρβαλωμένες οικογένειες που συνθέτουν ένα πνιγηρό όσο και καταθλιπτικό περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο θεατής ρουφιέται κανονικά, γίνεται μάρτυρας νοσηρών σχέσεων, συνθλιμμένων οικογενειών και ανομολόγητων μυστικών.
Η σειρά δεν αγγίζει τίποτα επιδερμικά, αντιθέτως μέσα από το βούρκο αναδεικνύει τη θυσία, το γονεϊκό έντσικτο, την αγάπη όπως αυτά σχηματίζονται σε ένα συγκρουσιακό καθεστώς προβληματικών οικογενειακών δεσμών που μεγιστοποιεί η εξαθλίωση. Το Synden δεν είναι μια σειρά που "φωνάζει" διεκδικώντας μπλοκμπαστερικές δάφνες, αλλά ένα καλά κρυμμένο διαμαντάκι...

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Συνεντεύξεις στην κυρία Ευτέρπη Μέρος 1 (Βαγγέλης Στεργίου)

Ελληνική επαρχία, Καλοκαίρι 1991.
Τζιτζίκια, αυλές ημιασβεστωμένες κι ένα ραδιοφωνάκι Sharp παίζει από μακριά το "Άσε με να κάνω λάθος". Ο Άλκης, ανεβαίνει σα στραβοπόδαρος καουμπόης στο στρογγυλοφάναρο παπί Χόντα 50άρι. Η λιονταρίσια του σγουρή και μαύρη χαίτη ανεμίζει στο ζεστό λίβα σα θύσανος σε σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε.
Ο Άλκης είναι 17 χρονών και δεν τον χωράει ο τόπος. Άριστος μαθητής, αλλά όχι φυτό. Άριστος εραστής, μα άπειρος, μικρός ακόμη. Η Τζένη είναι 33 χρονών. Κομμώτρια με μαλλί Μαντόνα Λα Ίσλα Μπονίτα. Δε δίνει δεκάρα για την κοινή γνώμη. Έχει πελατεία, βγάζει τάλιρα με τη σέσουλα και κάθε Σάββατο βρίσκονται με τον Άλκη στην Καμέο στα Καμένα Βούρλα.
Ένα Αυγουστιάτικο Σαββατόβραδο, η Τζένη κάνει να περάσει τη δημοσιά. Μια KLR 250 περνάει από πάνω της όπως ένας ιαγουάρος πάνω από ένα μάτσο άγρια τριαντάφυλλα. Τη βραδιά εκείνη, ο Άλκης είχε κεράσει όλα τα Bloody Mary, μιας και τις προάλλες είχαν ανακοινωθεί τ' αποτελέσματα των εξετάσεων...Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Θετικών Επιστημών, Τμήμα Φυσικής…
Ο Άλκης γεννήθηκε ξανά εκείνη την ημέρα του θανάτου της Τζένης.
“Διότι, μερικές φορές γεννιόμαστε από τον ίδιο το θάνατο, κυρία Ευτέρπη μου…”
Έτσι, ο Άλκης ανέβηκε Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει Φυσικός. Ο Άλκης πάντα είχε κι εκείνη την παράξενη ψυχοσύνθεση, η οποία τον εμπόδιζε να είναι μονοδιάστατος άνθρωπος. Μα, όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά του, μαζί με το θάνατο της Τζένης, δεν ήταν εύκολα διαχειρίσιμα γι’ αυτόν. Πολύ νυχτερινό σουλατσάρισμα, πολύ αλκοόλ στα ροκάδικα της Θεσσαλονίκης (αγαπημένο στέκι το Ark), έρωτες που ήταν αδύνατο να κρατήσουν πάνω από ένα τέρμινο, μικρές χαρές με φίλους, συντρόφους και συμφοιτητές, που πολλές φορές καταλήγανε σε μικρές τραγωδίες…
Η Ευτέρπη στράφηκε τυχαία κατά τον Άλκη. Τον συμπάθησε αμέσως ή σχεδόν τον ερωτεύτηκε.
Αλλά και για αυτόν, η Ευτέρπη λειτούργησε πάνω του σαν ένας πολυδύναμος ελκυστής.
“Κυρία μου, είστε η πιο όμορφη βιβλιοθηκονόμος στο σύμπαν…”
Η Ευτέρπη ήταν γύρω στα σαράντα, με μόνιμη δουλειά στη βιβλιοθήκη του τμήματος Φυσικής, μα έκανε κι εκπομπή 10 - 12 τη νύχτα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, στο ραδιόφωνο. Κάπου στη Μητροπόλεως ήταν ο σταθμός.
Μια σημαντική λεπτομέρεια… Η Ευτέρπη έμοιαζε σαν δίδυμη αδερφή της Τζένης…
Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, ο Άλκης, περνά ανησυχίες, αφορισμούς, σχόλια περί ανέμων και υδάτων, περί ποντικών και γάτων, υπό τη μορφή φανταστικών συνεντεύξεων στην κυρία Ευτέρπη, η οποία αυτή εδώ τη στιγμή που με διαβάζεις, αγνοείται.
Ίσως όμως και να μην υπήρξε ποτέ…
Όπως κι ο Άλκης.

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Πως να καρπωθείς εύκολο και παράνομο χρήμα από τους κοπρίτες του ΟΣΔΕΛ

Η ενασχόληση με τον σηπτικό βόθρο των «Ελληνικών γραμμάτων» συχνά μπορεί να γίνει διασκεδαστική, ενώ τις περισσότερες φορές είναι και σχετικά ανώδυνη. Γιατί κακά τα ψέματα όταν αντικείμενο της χλεύης σου είναι ο Μάκης ο Τσίσας ή το Μαλακατερινιό δεν περιμένεις να σου έρθει και κάνας ουρανός σφοντύλι. Όταν ωστόσο εμβαθύνεις σε παράνομες επιδοτήσεις, τριγωνικές αναθέσεις και πάσης φύσεως απάτες τότε ενεργοποιείς τα ένστικτα άλλου τύπου ανθρώπων, οι οποίοι ως γνήσιοι εκπρόσωποι του «λογοτεχνικού» υποκόσμου έχουν τα «μέσα» να λύνουν τις διαφορές τους αλλιώς…
Κάτι τέτοιο περίπου συνέβη όταν είχαμε αποκαλύψει μια καλοστημένη αλλά και εύκολη απάτη υπεξαίρεσης χρημάτων με την αρωγή του ΟΣΔΕΛ. Ο συγκεκριμένος παρασιτικός οργανισμός για όσους δεν γνωρίζουν υποτίθεται ότι συνεπικουρεί τους συγγραφείς με μιας μορφής επιδότηση (από λεφτά του Έλληνα φορολογούμενου ασφαλώς), στην πράξη ωστόσο τα πράγματα είναι αλλιώς καθώς το μέγεθος του ποσού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες ήτοι δημοσιεύσεις και προβολή από πουστ(ΑΡΔ)ες, «βραβεύσεις» και αναφορές αλλά κυρίως τον όγκο της βιβλιογραφίας συμπεριλαμβανομένων μετάφρασης, επιμέλειας κ.ο.κ…
Σε αυτό το πλαίσιο γνωστός νταβατζής του εκδοτικού υποκόσμου έβαζε κοντινό του άτομο να δηλώνει εικονικές επιμέλειες σε συγγράμματα και λευκώματα, ο αριθμός ανερχόταν σε εκατοντάδες ενώ το γεγονός ότι σχεδόν όλα προέρχονταν είτε από παράνομα δικαιώματα, είτε από τυπογραφικές «δαγκεροτυπίες», είτε από αυθαίρετες προσθήκες καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την οποιαδήποτε ένσταση. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως στον θαυμαστό κόσμο του «βιβλίου» οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι πρακτικά ανύπαρκτοι και γι’ αυτό αποτελεί την ιδανική πίστα νταβατζήδων και άλλων ποινικών κατακαθιών για ξέπλυμα.
Μετά από έρευνα μας είχαμε αποκαλύψει τόσο το όνομα του εν λόγω οίκου όσο και τους εμπλεκόμενους. Το αποτέλεσμα βέβαια δεν ήταν κάποια ακόμα καταγέλαστη απειλή για μήνυση αλλά μερικές πιο χοντρές προειδοποιήσεις όπως ότι θα χάσουμε τα πόδια μας (μεταξύ των πιο light). Έτσι αναγκαστήκαμε να αποσύρουμε το άρθρο και να ζήσουνε αυτοί καλά και τα πόδια μας καλύτερα. Η εμπειρία μας ωστόσο μας ώθησε στο παρόν κείμενο καθώς σίγουρα στην Ελλάδα τα λαμόγια αφθονούν, και αν μπορούμε από αυτό το ταπεινό βήμα να τους δώσουμε ιδέες εδώ ήμαστε να το κάνουμε…
Υ.Γ: Για οποιονδήποτε καλοθελητή τα στοιχεία και τα ονόματα της έρευνας μας βρίσκονται ακόμα στη διάθεση μας.

Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

Τα μαύρα χάλια της ελληνικής «Αστυνομικής Λογοτεχνίας»

Στην σημερινή εκδοτική φάμπρικα ένα νέο Ελντοράντο έχει αρχίσει να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα. Η λεγόμενη «αστυνομική λογοτεχνία» φαντάζει σαν μια τόσο δοκιμασμένη όσο και ανώδυνη συνταγή κέρδους και πωλήσεων. Είναι εύπεπτη, είναι εύκολη και κυρίως μπορεί να εξάψει τα μικροαστικά ένστικτα πάνω στα οποία ποντάρουν τα ρέστα τους τα εκδοτικά παραμάγαζα. Ας μην κρυβόμαστε άλλωστε, το λεγόμενο stimulus- όπως λέμε και στο χωριό μου- αποτελεί δεύτερη λίμπιντο για βαρετές ζωές που αποζητούν μια διέξοδο από τον εργασιακό και συζυγικό Μεσαίωνα. Αν δεν τους καλύψουν οι εκπομπές του Κουσουλού ή κάποιο escape room τους περιμένει πάντα μια παρηγοριά πάνω στο κομοδίνο που πιθανώς να κρύβει και περισσότερη περιπέτεια από μια νύχτα κακού σεξ…
Διόλου τυχαίο πως εκδοτικοί που «ειδικεύονται» στο συγκεκριμένο είδος σκάνε σαν μανιτάρια για να τσεπώσουν ζεστό χρήμα φεσώνοντας παράλληλα τους επίδοξους Νέσμπο ενώ οι γνωστοί μεγαλονταβάδες πετάνε τη σκούφια τους για υποτακτικά και χειραγωγίσιμα «στράκια» που σπεύδουν στα λογιστήρια με τον μανατζαραίο αγκαζέ…
Το συγκεκριμένο είδος ωστόσο διαθέτει μια μακρά παράδοση που ουδεμία σχέση έχει με το παραλογοτεχνικό έκτρωμα που τείνει να επιβληθεί. Roberto Bolano, James Elroy ακόμα και Umberto Eco (μεταξύ πολλών άλλων) έχουν συμβάλει σε ένα οικοδόμημα με στέρεες βάσεις που δεν επιδέχεται παρερμηνείες ούτε τσαρλατανισμούς. Η «αστυνομική λογοτεχνία» δεν θέτει απλά γρίφους, αλλά ανατέμνει εποχές και κοινωνικές συμβάσεις, εμβαθύνει σε τεκτονικές αλλαγές όχι ως παρατηρητής αλλά μέρος της ιστορίας αποζητώντας εξηγήσεις και αίτια.
Για να το θέσουμε όσο πιο κατανοητά μπορούμε αν είσαι ο Maurice Attia μπορείς μέσα από μια υπόθεση να αναδείξεις την αποικιοκρατική κτηνωδία στην Αλγερία με όλες τις προεκτάσεις της στη σύγχρονη Γαλλική κοινωνία, αν από την άλλη είσαι η εικονιζόμενη τσουτσού που κάποτε διηύθυνε δισκάδικο μπορείς απλά να πας στην Μπούρα για να βρεις ένα έξτρα χαρτζιλίκι και δωρεάν προβολή. Για την αστυνομική λογοτεχνία άλλωστε ο γρίφος είναι απλά το πρόσχημα, το υπόβαθρό όμως είναι πολύ βαθύτερο και το ουσιαστικό ζητούμενο.
Ρωτήστε επ΄αυτού τον Μαρή ή απλά διαβάστε το πολύ καλό και εύστοχο άρθρο του Γιώργου Νεκτάριου Παναγιωτίδη όπως δημοσιεύτηκε στη σελίδα μας (Ο Μαρής ξιπάζει τους μικροαστούς, Ιούνιος 2024).
Το ερώτημα φυσικά που γεννάται είναι αν μέσα σε αυτή τη λογοτεχνική χωματερή υπάρχουν πλέον συγγραφείς που διασώζουν το είδος. Η απάντηση είναι πως ασφαλώς και υπάρχουν, η εύρεση τους ωστόσο είναι ευθύνη του αναγνώστη και στο Καρτέλ μασημένη τροφή δεν δώσαμε ποτέ…

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

ΠΕΡΝΑ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΥ, ΚΑΙ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΑΤΙΑ ΝΑ ΤΟ ΔΟΥΝ (Larry Cool)

Δὲν ὑπάρχουν μέρες καὶ νύχτες
ὑπάρχει κάτι,
ποὺ μεταμφιέζεται σὲ φῶς ἤ σκοτάδι.
*
Τ᾽ ἄστρα εἶναι τρυπίτσες,
στὰ βλέφαρα τοῦ κοριτσιοῦ μου ποὺ κοιμᾶται
στὸ κορμάκι της ἡ ῥαπτομηχανὴ τοῦ χρόνου κεντᾶ στιγμές.
*
Τεντωμένος στὰ νύχια τῶν ποδιῶν,
λείχω τὴν κλειτορίδα τῆς νύχτας
λιγώνονται τ᾽ ἄστρα καὶ πέφτουν στὶς παλάμες μου.
*
Ἀκολουθῶ αἱμάτινα ἴχνη
ὅλη τὴ νύκτα βρέχει δόντια· αἴφνης,
μιὰ ἀλεπουδίτσα μὲ κομμένο πόδι! ―τ᾽ ἀγριμάκι μου «Τὸ ᾽κοψα μὲ τὰ δόντια μου κι ἔφυγα»
χόπ! πατῶ τὴ σκιά της· δὲν μπορεῖ νὰ φύγῃ
»γάμησέ με καὶ ἴσως μ᾽ ἀγαπήσῃς» λέει θλιμμένα
»τὸ σῶμα εἶναι ὁ μόνος δρόμος.»

Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026

Η μπαλάντα ενός ρουφιάνου (Αχιλλέας Σωτηρέλλος)

Κάθε οικογένεια έχει το μαλάκα της. Νόμος! Μπορεί να είναι από τον στενό ή ευρύτερο συγγενικό κύκλο. Μπορεί να είναι κακοποιητικός, τοξικός, χειριστικός, διαταραγμένος. Τι γίνεται ωστόσο όταν είναι όλα αυτά μαζί, και ακόμα χειρότερα φέρεις την παραπανίσια ατυχία να έχει βγει από την ίδια μήτρα με σένα; Τότε τα πράγματα ζορίζουν πολύ μάγκα μου.
Γιατί τέτοιοι άνθρωποι δεν επηρεάζουν μόνο την καθημερινότητα σου, την κοσμοθεωρία σου, την προσωπικότητα σου αλλά εισβάλλουν σαν καρκινικό κύτταρο σε κάθε πτυχή της ζωής σου. Και αργότερα, όταν ο χρόνος αρχίσει να αποσυνθέτει τον σκληρό πυρήνα της αγίας ελληνικής οικογένειας, όταν τα περιουσιακά τεμάχια που ο αρχιερέας γονέας δεν έχει διαχωρίσει τυφλωμένος εσκεμμένα από το δόγμα της «σύμπνοιας» βγουν στην επιφάνεια, είναι τότε που θα μηχανευτούν κάθε τρόπο προκειμένου να συνθλίψουν τους γύρω τους. Είναι τότε που η ευνουχισμένη εξουσιομανία τους θα αναδυθεί σαν βάλσαμο σε μια ζωή γεμάτη αποτυχίες, ματαιώσεις και συμπλέγματα που προκάλεσε η ίδια η μικρότητα τους.
Θυμάμαι σαν τώρα τον πατέρα μου στο νεκροκρέβατο να εκπνέει με την ευχή και το γαμώτο να κρατήσει τους σπόρους του αγαπημένους, μα ακόμα και αυτός ο έρμος (πλην ουχί και έρημος ευθυνών) τον είχε πάρει πρέφα, άρρωστο τον ανέβαζε σάπιο τον κατέβαζε, μια ανεπάγγελτη χαίνουσα πληγή μηδενικής ενσυναίσθησης που προκαλούσε πάντα προβλήματα και εκνευρισμό. Μέχρι και στην κηδεία του τον έβλεπε με τα σφαλισμένα άψυχα μάτια του να προσπαθεί να κάνει τον τροχονόμο, κρατώντας παράμερα τη χαροκαμένη μάνα μας για να αποφασίζει ποιος θα την συλλυπηθεί και ποιος όχι.
Και όταν ανοίξαν τα χαρτιά, τα ντοκουμέντα, τα συμβόλαια, οι εκκρεμότητες, ζαλισμένος από την παρεμβατική μέθη του έβαζε λόγια σε συμβολαιογράφους, δικηγόρους, πληρεξούσιους και λογιστές. Γαντζωμένος από ένα ανύπαρκτο μεγαλείο, απελπιστικά μόνος για να μηχανορραφήσει, απεγνωσμένος να ελέγξει όλους εκείνους που τον είχαν πάρει χαμπάρι προ πολλού απομονώνοντας τον στη γωνία.
Κάθε μπαλάντα είναι μια μουσική μικρογραφία της ύπαρξης μας. Μέσα στη θλίψη της μπορεί να έχει χρώμα και συναίσθημα, μέσα στη σκοτεινιά της φως, μέσα στην συντριβή της θρίαμβο. Κάθε άνθρωπος έχει τη μπαλάντα του. Ακόμα και εκείνοι με τα μοχθηρά μάτια, την άδεια ψυχή, τη μονίμως ανεξήγητη σε όλους εμάς τους φυσιολογικούς κακόβουλη πρόθεση τους.
Λίγους μήνες πριν το φευγιό του ο πατέρας μου φρόντισε να αποκαταστήσει τα περισσότερα κακώς κείμενα που αυτό θα προκαλούσε. Εν γνώση μου και εν αγνοία του. Αφήνοντας πίσω του όχι μια διαθήκη χρόνιων ψευδαισθήσεων αλλά την παρακαταθήκη που αδιαπραγμάτευτα υπαγορεύει η σκληρή πραγματικότητα. Κοιτώντας ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του την ωμή αλήθεια κατάματα.
Ύστερα όλα πήραν το δρόμο τους, οι υποθέσεις έκλεισαν, τα λόγια έπεσαν στο κενό.
Κάθε διάλυση μιας οικογένειας σηματοδοτεί την αποχώρηση του κοινού από μια παράσταση, ένα δημόσιο χώρο, μια τελετουργική μάζωξη. Μονάχα εκείνοι που δεν κατάφεραν ποτέ να αποδεχτούν τον εαυτό τους και τους άλλους μένουν πίσω σιγοτραγουδώντας στα σκοτάδια τη θλιβερή μπαλάντα τους…

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Το απέναντι διαμέρισμα (Αλέξανδρος Πετρόχειλος)

Το πίσω μπαλκόνι έβλεπε μόνο πολυκατοικίες. Τα βράδια του τα περνούσε πίνοντας μπύρες και στρίβοντας κανα τσιγάρο. Οι σκέψεις του ξεφεύγανε, κουτουλάγανε στους ακάλυπτους, και μετά χάνονταν στον ουρανό, αφήνοντας τον μόνο του να κοιτάει τις γκρίζες διαφάνειες.
Η μονοτονία έσπασε όταν ένα πρακτορείο μοντέλων, αποφάσισε να στεγάσει κοπέλες αγνώστου προελεύσεως και σκοπιμότητας στο απέναντι διαμέρισμα. Κάθε βράδυ έβλεπε δίμετρες καλλονές σε προσωπικές καθημερινές τους στιγμές. Η μια να περιποιείται τον εαυτό της στον καθρέφτη , η άλλη να μαγειρεύει, και μια άλλη να χάνει τις ώρες της στην οθόνη του λάπτοπ.
Ένα μεσημέρι έτυχε να απλώνει τα ρούχα του, την ίδια ώρα με μια κοπέλα το πολύ 25 χρονών από την ανατολική Ευρώπη. Το σώμα της ήταν ψηλό και γυμνασμένο, κάπως αγορίστικο, και το πρόσωπο της παιδικό και γεμάτο αφέλεια. Της έπιασε την κουβέντα. Με σπαστά αγγλικά συνεννοηθήκαν. Την λέγανε Βικτόρια, ήταν 23 χρονών και είχε έρθει από την Ουκρανία. Έκανε φωτογραφίσεις. Έτσι του είπε, αλλά δεν την πίστεψε. Εκείνη το κατάλαβε. Έτρεξε στο σαλόνι και ξαναβγήκε έξω με ένα μεγάλο φάκελο. Πορτοφόλιο, του φώναξε με περηφάνεια και του γύρισε τις σελίδες με κάτι που φαινόταν ότι ήταν φωτογραφίες της που πόζαρε. Εκείνος χαμογέλασε. Της είπε ότι χάρηκε για την γνωριμία, και μπήκε στη κουζίνα να φτιάξει έναν ελληνικό. Σιγά σιγά, δεν έπρεπε να το τρέξει. Το μυαλό του βέβαια κάλπαζε. . Στο σενάριο του η Βικτώρια σίγουρα ήταν πουτάνα, και εκείνος ένας σκοτεινός ήρωας με διφορούμενα κίνητρα. Είχε φτάσει σε ηρωική αρπαγή της από κάποιο καταγώγιο της Λεωνιδίου, ταξίδι μακριά από τη βρώμικη πόλη, με μια τσάντα ρούχα και τα όνειρα τους, μακριά από νταβατζήδες και κυκλώματα, σε πράσινα βουνά και σε γαλάζιες θάλασσες Τα μαλλιά της θα ανέμιζαν και θα έλαμπαν στον ήλιο, και εκείνη θα έβγαζε το χέρι της έξω απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου και θα έπαιζε με τον αέρα, ενώ από το ραδιόφωνο θα ακουγόταν κάποιο τραγούδι των James. Κάπου προς το τέλος της ιστορίας θα υπήρχε η κορύφωση της δράσης, όπου τα αφεντικά της Βικτώριας θα τους βρίσκανε, και τότε εκείνος θα συνειδητοποιούσε ότι δεν ήταν μονάχα σαρκικός πόθος αυτό που ένιωθε για εκείνη, αλλά πραγματική και ανιδιοτελής αγάπη, και θα την έσωζε με αντίτιμο τη ζωή του, ενώ εκείνη συντετριμμένη, αλλά ελεύθερη πλέον θα ακολουθούσε το όνειρο της που ήταν να γίνει δασκάλα. Ηλιοβασίλεμα, λυπημένη μουσική, και γράμματα να κατρακυλούν στην μεγάλη οθόνη.
Στη μικρή βαρετή οθόνη των δυο ματιών του, ο καφές θα φούσκωνε και θα καιγόταν, εκείνος θα έβλεπε μια τσόντα στον υπολογιστή του, και μετά θα ξάπλωνε σκεπτόμενος παραλλαγές της ταινίας του μέχρι να τον πάρει ο ύπνος .Η Βικτώρια την επόμενη βδομάδα θα γύρναγε στη χώρα της. Δεν θα γινόταν ποτέ δασκάλα, αλλά ούτε και μοντέλο.