Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Η κωλόγρια έπαθε "Δημουλίδου"...

Σε μια παρέα σκληρών λογοτεχνικών μυστών ένας έχει πέσει κάτω πιάνοντας την κοιλιά του από τα γέλια, έχει προηγηθεί μια ακόμα ευτράπελη ιστορία με πρωταγωνίστρια τη Λενίτσα από τις πολλές που διακινούνται στα πηγαδάκια των ανθρώπων του βιβλίου. Η Πατάκαινα φυσικά πετάει τη σκούφια της, κάθε αυλικός χρειάζεται τους γελωτοποιούς του, όσο περισσότεροι τόσα πιο πολλά τα δίφραγκα στο- δίχως πάτο- βαρέλι.
Κι αν κάτι χαρακτηρίζει τους γελωτοποιούς είναι η ευελιξία τους, πέσε στα τέσσερα, κάνε σπαγγάτο, πιάσε μια κωλοτούμπα. Για να πούμε βέβαια και του στραβού το δίκιο ποτέ δεν έχουν παρακούσει στα παραγγέλματα των επιβαλλόμενων τάσεων που επιβάλλουν τα παραμάγαζα, και βιβλίο για το σκυλάκι της θα γράψει (όταν η φιλοζωία είναι στα πάνω της), και για τον Καποδίστρια αλλά αν σου λείπει ένα καλό «Δημουλίδικο» ρομάντζο με την εμμηνόπαυση στα ντουζένια της δεν πας πουθενά Λενίτσα, δεν χρειάζεται να στο πει η Αννούλα, εμείς εδώ στο Καρτέλ στο λέμε…
Έπιασε λοιπόν το αστροπελέκι να μας βγάλει τα μάτια με μια υπόθεση που θα έκανε ακόμα και τον "γιό της βροχής» να σηκωθεί από τον τάφο του. «Ο Άλκης και ο Στράτος. Δύο αγόρια, το ένα από την κορυφή, το άλλο από τον πάτο. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο Κολλέγιο Αθηνών. Ο φωτογενής γόνος δεξιάς πολιτικής δυναστείας κι ο γιος του αριστερού δασκάλου του χωριού. Ο ένας είχε όλα τα όπλα εκτός από το μυαλό του κι ο άλλος μόνον το μυαλό του. Μια παιδική φιλία που κατέληξε ανθρωποφαγία στον δρόμο για την εξουσία.», αντιγράφουμε από την υπόθεση και όταν πληροφορούμαστε πως πρόκειται για μυθιστόρημα που περιγράφει τον "πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικο-αισθηματικό ξεπεσμό μας" αρχίζουμε ήδη να προετοιμάζουμε την κοιλιά μας για το επόμενο πηγαδάκι που θα πέσει στο τραπέζι στο θέμα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά βέβαια ο εθισμός στον κρετινισμό και κυρίως η χυδαιότητα της διαπλοκής δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Ειδικότερα όταν μιλάμε για έναν κατήφορο που έχει ξεφύγει από τα στενά λογοτεχνικά πλαίσια αγγίζοντας την ευαίσθητη χορδή της αισθητικής….

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Να μη φαίνεται-Ιω (Μέρος 4ο)

10. Πάτωµα
Το φως έµπαινε από την κουρτίνα.
Όχι πολύ.
Μόνο όσο χρειαζόταν.
Η σκόνη φαινόταν µέσα του.
Αιωρούνταν αργά.
Το παιδί σήκωσε το χέρι.
Το πέρασε µέσα από το φως.
Τα σωµατίδια χάθηκαν.
Μετά ξαναφάνηκαν.
Το έκανε ξανά.
Χωρίς ήχο.
Λίγο πιο γρήγορα.
Μετά σταµάτησε.
Το πάτωµα ήταν κρύο.
Καφέ και κόκκινο.
Τα σχήµατα επαναλαµβάνονταν.
Το παιδί ήταν µισοξαπλωµένο.
Το µάγουλο ακουµπούσε στο πλακάκι.
Δεν µετακινήθηκε.
Έσυρε το δάχτυλο πάνω στις γραµµές.
Από τη µία άκρη στην άλλη.
Σταµάτησε.
Γύρισε.
Συνέχισε.
Τα σχήµατα ενώνονταν.
Δεν άφηναν κενό.
Το δάχτυλο τα ακολουθούσε.
Χωρίς να βγαίνει έξω.
Σιγοτραγουδούσε.
Χωρίς λόγια.
Ίσα που ακουγόταν.
Μετά λίγο πιο καθαρά.
Για λίγο.
Σταµάτησε.
Άκουσε.
Δεν ακούστηκε κάτι άλλο.
Το φως µετακινήθηκε λίγο.
Το χέρι έµεινε µέσα του.
Για µια στιγµή σήκωσε το κεφάλι.
Πού τελειώνει το δέρµα.
Πού αρχίζει το φως.
Έµεινε εκεί.
Ακίνητο.
Μετά χαλάρωσε λίγο τα δάχτυλα.
Για λίγο.
Σαν να δοκίµαζε.
Σαν να µπορούσε.
Μετά τα έκλεισε πάλι.
Έµεινε εκεί.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 
11. Νεροχύτης
Το ποτήρι ήταν γεµάτο.
Όχι µέχρι πάνω.
Λίγο πιο κάτω.
Το παιδί το κράτησε µε τα δύο χέρια.
Σφιχτά.
Όχι πολύ.
Ο νεροχύτης ήταν ψηλά.
Σηκώθηκε στις µύτες.
Τα δάχτυλα πάτησαν στο µάρµαρο.
Κρύο.
Όπως το πάτωµα.
Δεν γλίστρησαν.
Έµειναν εκεί.
Το ποτήρι ανέβηκε.
Αργά.
Το γάλα κινήθηκε µέσα.
Σταµάτησε.
Το παιδί περίµενε.
Δεν ανέπνευσε βαθιά.
Περίµενε να ηρεµήσει.
Το σήκωσε λίγο ακόµα.
Το χείλος του νεροχύτη φάνηκε.
Λευκό.
Κοντά.
Τα χέρια έτρεµαν.
Δεν τα κατέβασε.
Δεν τα χαλάρωσε.
Έφερε το ποτήρι µέσα.
Για µια στιγµή έµεινε στον αέρα.
Δεν ήξερε πού να το αφήσει.
Δεν µετακινήθηκε.
Μετά το κατέβασε.
Αργά.
Το γυαλί ακούµπησε στο µάρµαρο.
Ένας ήχος.
Μικρός. 
Το παιδί σταµάτησε.
Περίµενε.
Δεν ακολούθησε άλλος.
Δεν έσπασε.
Το κράτησε λίγο ακόµα.
Μετά άφησε τα χέρια.
Όχι απότοµα.
Αργά.
Έµεινε στις µύτες.
Δεν κατέβηκε αµέσως.
Κοίταξε το ποτήρι.
Ήταν όρθιο.
Το γάλα µέσα.
Δεν είχε χυθεί.
Κατέβηκε.
Αργά.
Τα πόδια στο πάτωµα.
Κρύο.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Το βυσματικό «βραβείο» της Ε.Ε (EUPL) και το μεγάλο φιάσκο

Αν οι χαρτογιακάδες δεν έδιναν «βραβεία λογοτεχνίας» στον κάθε δικτυωμένο γλείφτη τότε ποιος θα έδινε; Η απορία είναι εύλογη ωστόσο τα ευτράπελα που δημιουργούνται όταν θεσπίζονται τέτοιου είδους πανηγύρια- ώστε στα μεθεόρτια το κάθε αργυρώνητο Αρδάκι να κάνει λόγο για «διεθνές κύρος»- δεν λείπουν.
Και πως να λείπουν όταν οι «διακριθέντες» δεν αποτελούν και τίποτα «ιερά τέρατα» της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά τον απόπατο του λογοτεχνικού υποκόσμου. Από τον καρπαζοεισπράκτορα Μάκη Τσίσα μέχρι πουθενάδες των εσχατιών της Βαλκανικής που «κρίνονται» και «διακρίνονται» από τύπους σαν την αγιογδύτισσα τη Σοκόλη και τον κάθε αργόμισθο κηφήνα που χαρτζιλικώνεται από σημαδεμένες επιδοτήσεις.
Φυσικά όπως προείπαμε τα ευτράπελα από τέτοια φαρσικά θεσμικά εγχειρήματα δύσκολα λείπουν καθώς οι εμπλεκόμενοι όσο έχουν κάνει τη γλώσσα τους σαλάχι άλλο τόσο σκαμπάζουν από λογοτεχνία. Έτσι το τελευταίο κρούσμα όπου η εικονιζόμενη συγγραφέας Ελένη Φωκά ζήτησε το βιβλίο της να αποσυρθεί από τη βραχεία λίστα έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο.
Ο λόγος, δεν εντάσσεται στη κατηγορία της μυθοπλασίας, όπου οι τενεκέδες το κατέταξαν, αλλά του ιστορικού μυθιστορήματος. Κάτι που «συνιστά βαρύτατη προσβολή στην προσωπική της αξιοπρέπεια, αλλά και στην ιστορική αλήθεια των γεγονότων που η ίδια βίωσε στην κατεχόμενη Κύπρο.» Θα μου πεις τώρα μπορούν οι χαρτογιακάδες να ξεχωρίσουν το ιστορικό από το μυθοπλαστικό όταν τρέχουν για λεύκανση πρωκτού κάθε δεύτερη βδομάδα. Απορίες πραγματικά ανάξιες λόγου αφού το τελευταίο που τους απασχολεί είναι το ίδιο το βιβλίο…

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Να μην φαίνεται-Ιω (Μέρος 3ο)

8. Παράθυρο
Το παράθυρο δεν άνοιγε πάντα.
Κόλλαγε.
Το παιδί το έσπρωξε λίγο.
Σταµάτησε.
Δεν το πίεσε.
Έµεινε µπροστά.
Στις µύτες των ποδιών.
Το τζάµι ήταν κρύο.
Ακούµπησε το µέτωπο.
Η ανάσα θάµπωσε την επιφάνεια.
Έκανε έναν κύκλο µε το δάχτυλο.
Μικρό.
Μέσα του φάνηκε ο δρόµος.
Οι άνθρωποι περνούσαν.
Δεν κοιτούσαν.
Δεν σταµατούσαν.
Το παιδί έµεινε εκεί.
Δεν χτύπησε το τζάµι.
Δεν φώναξε.
Κοίταξε.
Απλώς κοίταξε.
Κάποιος πέρασε πιο αργά.
Για µια στιγµή φάνηκε να σηκώνει το κεφάλι.
Μετά συνέχισε.
Το παιδί δεν µετακινήθηκε.
Η ανάσα θάµπωσε ξανά το τζάµι.
Το σκούπισε.
Ξανά.
Το ίδιο σηµείο.
Το κράτησε καθαρό.
Όσο µπορούσε.
Το φως έπεσε πάνω στο πρόσωπό του.
Για λίγο.
Μετά µετακινήθηκε.
Το παιδί δεν κατέβηκε.
Έµεινε στις µύτες.
Για λίγο ακόµα.
Σαν να περίµενε.
Όχι τώρα.
Ίσως µετά.
Τράβηξε την κουρτίνα.
Όχι τελείως.
Άφησε ένα άνοιγµα.
Το ίδιο κάθε φορά.
Γύρισε.
Δεν έκλεισε το παράθυρο.
Δεν το άνοιξε.
Έµεινε όπως ήταν.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 
9. Βιτρίνα
Η σάλα ήταν κλειστή.
Η πόρτα άνοιγε λίγο.
Το παιδί µπήκε µέσα.
Την έκλεισε πίσω του.
Από την κουζίνα ακούγονταν φωνές.
Συνεχόµενες.
Δεν σταµάτησαν.
Το παιδί δεν γύρισε.
Η ντιβανοκασέλα ήταν µπροστά.
Σκούρο ξύλο.
Βαριά.
Στη µία πλευρά είχε βιτρίνα.
Μικρή.
Μέσα φλιτζάνια.
Λεπτά.
Ίδια µεταξύ τους.
Δεν τα άγγιξε.
Πλησίασε.
Ο τοίχος πίσω τους ήταν καθρέφτης.
Το παιδί στάθηκε µπροστά.
Κοίταξε.
Το πρόσωπο φάνηκε.
Καθαρά.
Σταθερά.
Δεν κινήθηκε.
Έµεινε εκεί.
Η ανάσα θάµπωσε λίγο το γυαλί.
Μετά καθάρισε.
Το πρόσωπο έµεινε.
Ίδιο.
Το παιδί πλησίασε.
Λίγο ακόµα.
Τα µάτια έµειναν ανοιχτά.
Δεν ανοιγόκλεισαν.
Ο χρόνος πέρασε.
Ή όχι.
Δεν άλλαξε κάτι.
Το πρόσωπο απέναντι έµεινε.
Δεν µετακινήθηκε.
Το παιδί σήκωσε το χέρι.
Αργά.
Το είδωλο έκανε το ίδιο.
Δεν ήταν ξεκάθαρο ποιο πρώτο.
Το χέρι κατέβηκε.
Το άλλο άργησε.
Λίγο.
Ή έτσι φάνηκε.
Το παιδί έµεινε.
Κοίταξε περισσότερο.
Τα χαρακτηριστικά έµειναν χωρίς βάθος.
Σαν να ανήκαν αλλού.
Το παιδί δεν είπε τίποτα.
Δεν σκέφτηκε λέξη.
Το όνοµα δεν ήρθε.
Δεν το έψαξε.
Έκανε ένα βήµα πίσω.
Το πρόσωπο έµεινε για λίγο.
Μετά ακολούθησε.
Η πόρτα άνοιξε.
Οι φωνές µπήκαν µέσα.
Δυνατά.
Το παιδί βγήκε.
Δεν γύρισε.
Έκλεισε πίσω του.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Ποιος ηλίθιος αγοράζει βιβλία αλήθεια;

Τα στοιχεία είναι αμείλικτα, το ένα βιβλιοπωλείο κλείνει μετά το άλλο ενόσω οι διάφοροι σπουδαιοφανείς φίκοι προσπαθούν να βρουν τις αιτίες. Φταίει η αύξηση του ενοικίου λένε, φταίει το brunchάδικο δίπλα…μόνο το κακό τους το κεφάλι δεν φταίει. Την ίδια στιγμή όσα επιβιώνουν λειτουργούν με όρους μαφίας, χαλκευμένες λίστες μπεστ σέλερ, πληρωμένες βιτρίνες, πληρωμένες ντάνες, τα χατίρια των αρχινταβάδων να κάνουμε και έχει ο θεός. Περιμένουνε πως και πως την «έκθεση» για να ξεστοκάρουν και να μαζέψουν σαν σαρδέλες τον κόσμο που θα γεμίσει σακούλες και θα τις ξεχάσει μετά στην αποθήκη, λες και πρόκειται για κάνα burger festival στην τεχνόπολη. Υπάρχει βέβαια και μπαζάρ για να μην ξεχνιόμαστε, ό,τι πάρεις με ένα ευρώ μαζί με μια εξάδα κωλόχαρτα….
Η αλήθεια ωστόσο είναι πολύ πιο απλή από την κάθε βαθυστόχαστη ανάλυση. Όταν εσύ ο ίδιος δεν σέβεσαι το προϊόν σου πως περιμένεις να το σεβαστεί ο καταναλωτής; Αν ένα καφέ σου σερβίρει άθλιο εσπρέσο σαν τις μεταφράσεις σου και τον κάθε πρόθυμο να αρμεχτεί, πλην ατάλαντο, τενεκέ θα ξαναπατήσεις αλήθεια; Όταν ακόμα και ο θεσμικός οργανισμός που ασχολείται με αυτό είναι βουτηγμένος στη ρεμούλα πόσες είναι οι πιθανότητες να ανθήσει μια σοβαρή λογοτεχνία και μια υγιής βιβλιοπαραγωγή.
Στο καρτέλ θεωρούμε πλέον την αγορά βιβλίου πεταμένα λεφτά και το έχουμε τονίσει σε όλους τους τόνους, Ας μείνει να πουλάει η Μαντά και ο Μένιος για όσους θεωρούν τους συγκεκριμένους «συγγραφείς», αυτό δεν είναι κάτι που μας αφορά. Μας αφορά ωστόσο όχι τόσο ο δεδομένος θάνατος της εγχώριας λογοτεχνίας αλλά κυρίως ο εκχυδαϊσμός της. Και αυτό που διαπιστώνουμε είναι πως δεν είμαστε οι μόνοι καθώς όλο και περισσότεροι γυρίζουν την πλάτη σε ένα προϊόν που υποβαθμίζεται καθημερινά και περιμένει τα διάφορα πανηγυράκια προκειμένου να βγει στο κλαρί…

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Να μην φαίνεται- Ιώ (Μέρος 2ο)

6. Συρτάρι
Το συρτάρι δεν άνοιγε µέχρι τέρµα.
Σταµατούσε στη µέση.
Σαν να κρατούσε κάτι µέσα.
Το παιδί το άνοιξε όσο επέτρεπε.
Δεν το τράβηξε δυνατά.
Δεν ήθελε τον ήχο.
Έσκυψε.
Κοίταξε µέσα.
Το φως έφτανε µόνο µπροστά.
Πίσω έµενε σκοτάδι.
Υπήρχαν µικρά πράγµατα.
Ένα κουµπί.
Ένα κουτάλι.
Ένα χαρτί διπλωµένο.
Δεν τα πήρε όλα µαζί.
Ένα-ένα.
Τα κράτησε λίγο.
Μετά τα άφησε.
Δεν τα µετέφερε.
Δεν τα άλλαξε θέση.
Έβαλε το χέρι πιο µέσα.
Χωρίς να βλέπει.
Ψηλάφισε.
Αργά.
Περίµενε να βρει κάτι.
Κάτι που να µην ξέρει.
Τα δάχτυλα άγγιξαν ξύλο.
Μετά κάτι κρύο.
Το χαρτί.
Το κράτησε.
Μετά κενό.
Σταµάτησε.
Δεν τράβηξε το χέρι πίσω.
Έµεινε εκεί.
Σαν να περίµενε.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Δεν υπήρχε κάτι άλλο.
Έβγαλε το χέρι.
Κοίταξε τα δάχτυλα.
Δεν είχαν αλλάξει.
Το συρτάρι έµεινε ανοιχτό.
Λίγο.
Το έσπρωξε πίσω.
Αργά.
Σταµάτησε πριν κλείσει.
Το άφησε έτσι.
Μισάνοιχτο.
Δεν το ξανάνοιξε.
Δεν το έκλεισε.
Έµεινε εκεί.
Όπως ήταν.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 
7. Ντουλάπα
Η ντουλάπα άνοιγε λίγο δύσκολα.
Στην αρχή.
Μετά υποχωρούσε.
Το παιδί ήξερε πού να τραβήξει.
Δεν έκανε θόρυβο.
Την άνοιξε όσο χρειαζόταν.
Όχι τελείως.
Μέσα, τα ρούχα ήταν κοντά το ένα στο άλλο.
Ακουµπούσαν.
Όταν τα έσπρωχνε, µετακινούνταν µαζί.
Σαν ένα σώµα.
Το παιδί µπήκε ανάµεσά τους.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Όχι τελείως.
Άφησε µια γραµµή φωτός.
Πάντα την ίδια.
Κάθισε κάτω.
Τα γόνατα στο στήθος.
Τα χέρια γύρω τους.
Δεν κινήθηκε.
Τα ρούχα ακουµπούσαν το πρόσωπό του.
Ύφασµα.
Σταθερό.
Δεν άλλαζε.
Απ’ έξω ακούστηκαν βήµατα.
Πέρασαν.
Δεν σταµάτησαν.
Το παιδί δεν µίλησε.
Δεν µετακινήθηκε.
Έβαλε το χέρι µπροστά στη γραµµή φωτός.
Την έκρυψε.
Μετά το τράβηξε.
Το φως γύρισε.
Το έκανε ξανά.
Χωρίς βιασύνη.
Σταµάτησε.
Άφησε το φως να µείνει.
Δεν το έκρυψε πάλι.
Έµεινε εκεί.
Δεν περίµενε κάτι.
Δεν άκουγε πια.
Ο χώρος ήταν σταθερός.
Ίδιος.
Όπως έπρεπε.
Όταν άνοιξε την πόρτα, βγήκε αργά.
Δεν κοίταξε πίσω.
Έκλεισε τη ντουλάπα.
Μέχρι να ακουστεί το µικρό «κλικ».
Αυτό ήταν καλό. 

Πέμπτη 16 Απριλίου 2026

Χόλε: Όταν η παραγωγή σώζει τα προσχήματα.

Για τον Γιο Νέσμπε τα έχουμε πει πολλάκις, είναι η χρυσή αγελάδα που κάθε εκδοτικό παραμάγαζο επιθυμεί, με την έννοια πως υπακούει στις επιταγές του βιβλίου «τούβλου» (σαν εκείνα που τον διαβάζουν), την ανοικονόμητη πλοκή, τους χαλαρούς αρμούς που δήθεν δένουν (όρεξη να υπάρχει) τους πολλαπλούς γρίφους που θέτει εξιτάροντας τον όχι και τόσο ευφυή αναγνώστη του. Στην Ελλάδα φυσικά υπάρχει μια στρατιά μιμητών που θέλει να τον αντιγράψει συνηθώς με κωμικοτραγικά αποτελέσματα αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δεν αφορά το παρόν άρθρο μας.
Στην πολυαναμενόμενη λοιπόν μεταφορά του βιβλίου του «Το αστέρι του διαβόλου» στην γνωστή πλατφόρμα οι προσδοκίες είναι δικαίως υψηλές. Όχι διότι, όπως προείπαμε, είναι καλός συγγραφέας αλλά γιατί η δημοφιλία της pulp λογοτεχνίας οφείλει να βάλει τον πήχη ψηλά.
Και η αλήθεια είναι πως η σειρά τα καταφέρνει, στηριζόμενη σε μια σεμιναριακού επιπέδου παραγωγή που μόνο η καλοκουρδισμένη νορδική συνέπεια και αισθητική μπορεί να καταφέρει. Ξεκινώντας από τους ηθοποιούς ο Tobias Santelmann οπτικοποιεί έναν Χόλε πολύ πιο ευάλωτο και εύθραυστο λόγω του εθισμού στο αλκοόλ διατηρώντας την ευστροφία του που τον οδηγεί στις λύσεις των μυστηρίων, ενδιαφέρον είναι και ο χαρακτήρας του κυνικού και ραδιουργού αντίζηλου του Βόλε αν και οι υπερβολές συχνά κλοτσάνε τη ροή (όπως η άγρια δολοφονία του πιτσιρικά που ψωνίζεται στις τουαλέτες).
Από κει και πέρα η οικονομία της σειράς δεν σε αφήνει να βαρεθείς παρά τα συχνά παιδαριώδη τεχνάσματα (που συναντάμε και στα βιβλία του Νέσμπε). Το μεγαλύτερο ωστόσο επιχείρημα είναι η αισθητική και η προσοχή σε αυτήν. Από τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνται (η ford σακαράκα του Χόλε σε αντιδιαστολή με την αστραφτερή Lotus του Βόλε για να τονιστούν οι ιδιοσυγκρασίες τους) μέχρι το ατμοσφαιρικό μπαρ Boxer αλλά και τα μαγικά πλάνα του Όσλο, όλες οι λεπτομέρειες είναι προσεγμένες στην εντέλεια.
Συμπερασματικά η σειρά βλέπεται και με το παραπάνω ενώ έχει πολλά περισσότερα να δώσει από τις άψυχες αντίστοιχες «αμερικανιές» σεβόμενη τον εαυτό της και κυρίως τους τηλεθεατές…

Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Να µην φαίνεται -Ιώ (Μέρος 1ο)

Πρόλογος
Υπάρχουν παιδιά που δεν ρωτούν.
Όχι γιατί δεν θέλουν.
Γιατί βλέπουν.
Οι ήχοι σταµατούν.
Οι κινήσεις αλλάζουν.
Τα βλέµµατα φεύγουν.
Μένουν.
Δεν µιλούν.
Μετρούν.
Την απόσταση.
Την ανάσα.
Τον χρόνο.
Μαθαίνουν πότε να µην κινούνται.
Πότε να µην ακούγονται.
Δεν είναι ήσυχα.
Είναι προσεκτικά.
Δεν είναι υπάκουα.
Είναι µόνα.
Δεν ανήκουν εκεί.
Το ξέρουν.
Δεν το λένε.
Κρατούν κάτι.
Όχι λέξη.
Όχι σκέψη.
Μια κατεύθυνση.
Όχι τώρα.
Μετά.
Μέχρι τότε, µένουν.
Χωρίς ήχο.
Χωρίς ίχνος.
Έτσι επιβιώνουν.
Έτσι ετοιµάζονται. 
1. Φεγγάρι
Το φεγγάρι ήταν εκεί.
Πάντα ήταν.
Ψηλά.
Δεν άλλαζε.
Ο δρόµος ήταν σχεδόν άδειος.
Φώτα περνούσαν.
Και έφευγαν.
Δεν σταµατούσαν.
Ακούστηκε ένας ήχος.
Μεταλλικός.
Κοφτός.
Μετά τίποτα.
Το παιδί πλησίασε.
Αργά.
Το σώµα ήταν στο δρόµο.
Ακίνητο.
Με έναν τρόπο που δεν ήταν σωστός.
Δεν κινήθηκε.
Δεν µίλησε.
Κοίταξε.
Οι σάρκες δεν αντιδρούσαν.
Δεν υπήρχε κίνηση.
Ο αέρας ήταν βαρύς.
Κάποιος είπε κάτι.
Δεν ακούστηκε καθαρά.
Μια λέξη.
Ίσως «τελείωσε».
Το παιδί δεν ρώτησε.
Δεν γύρισε.
Το φεγγάρι έµενε εκεί.
Ίδιο.
Σαν να µην είχε συµβεί τίποτα.
Σήκωσε το βλέµµα.
Το κράτησε εκεί.
Λίγο ακόµα.
Μετά το κατέβασε.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 
2. Φόρεµα
Το φόρεµα ήταν µπλε.
Το φορούσε µόνο σε συγκεκριµένες µέρες.
Ήταν καθαρό.
Έπρεπε να µείνει έτσι.
Το παιδί στεκόταν όρθιο.
Τα χέρια κοντά στο σώµα.
Δεν τα άπλωνε.
Δεν έτρεχε.
Δεν καθόταν κάτω.
Κοίταζε το ύφασµα.
Δεν το άγγιζε πολύ.
Μόνο µε τις άκρες των δαχτύλων.
Ελαφρά.
Σαν να µπορούσε να το λερώσει µόνο µε την αφή.
Από κάπου ακούστηκε φωνή.
Δεν ήταν δυνατή.
Αλλά ήταν αρκετή.
Το παιδί σταµάτησε.
Έµεινε ακίνητο.
Περίµενε.
Δεν ακολούθησε κάτι.
Κοίταξε κάτω.
Το φόρεµα ήταν ακόµα καθαρό.
Χωρίς σηµάδια.
Ίσιο.
Στη θέση του.
Δεν είχε αλλάξει.
Το παιδί δεν κινήθηκε.
Κράτησε τα χέρια κοντά.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
3. Διάδροµος
Ο διάδροµος ήταν σκοτεινός.
Όχι τελείως.
Λίγο φως ερχόταν από µέσα.
Η πόρτα ήταν µισάνοιχτη.
Το παιδί στάθηκε µπροστά της.
Δεν µπήκε.
Ακούστηκε ένας ήχος.
Χαµηλός.
Σταθερός.
Σαν κάτι που επιµένει.
Δεν κατάλαβε τι είναι.
Δεν ρώτησε.
Έµεινε εκεί.
Το χέρι του δίπλα στο σώµα.
Δεν άγγιξε την πόρτα.
Από µέσα πέρασε σκιά.
Και χάθηκε.
Ο ήχος συνέχισε.
Το παιδί έκανε ένα βήµα πίσω.
Το πάτωµα έτριξε.
Σταµάτησε.
Δεν κινήθηκε.
Ο ήχος σταµάτησε.
Για λίγο.
Ακούστηκε το όνοµά του.
Χαµηλά.
Αρκετά.
Το παιδί δεν απάντησε.
Γύρισε.
Περπάτησε πίσω.
Αργά.
Χωρίς ήχο.
Μπήκε στο δωµάτιό του.
Έκλεισε την πόρτα.
Όχι τελείως.
Άφησε ένα µικρό άνοιγµα.
Έµεινε εκεί.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
4. Μπάνιο
Το νερό ήταν ζεστό.
Στην αρχή.
Το παιδί είχε τα χέρια µέσα.
Τα δάχτυλα άνοιγαν.
Και έκλειναν.
Το νερό κινήθηκε.
Μετά ηρέµησε.
Έµεινε εκεί.
Δεν φώναξε.
Δεν απάντησε.
Από έξω ακούστηκε φωνή.
Δεν ξεχώρισε τις λέξεις.
Δεν προσπάθησε.
Έκλεισε τη βρύση.
Ο ήχος κατέβηκε µέσα στους σωλήνες.
Βαθύς.
Μακρύς.
Έσκυψε λίγο.
Άκουσε.
Δεν κατάλαβε.
Σηκώθηκε.
Τράβηξε την κουρτίνα.
Το πάτωµα ήταν βρεγµένο.
Σταγόνες.
Ακίνητες.
Έβαλε το πόδι του.
Γλίστρησε λίγο.
Σταµάτησε.
Κοίταξε κάτω.
Το φως τρεµόπαιξε.
Έκανε έναν µικρό ήχο.
Σταθεροποιήθηκε.
Ο καθρέφτης ήταν θαµπός.
Το παιδί πέρασε το χέρι.
Άφησε µια γραµµή.
Το πρόσωπο φάνηκε.
Μισό.
Το άλλο µισό έµεινε θολό.
Έσκυψε πιο κοντά.
Η ανάσα θάµπωσε ξανά το γυαλί.
Το πρόσωπο χάθηκε.
Και ξαναφάνηκε.
Δεν ήταν ίδιο.
Το παιδί έµεινε εκεί.
Δεν µίλησε.
Από έξω ακούστηκε ήχος.
Σαν κάτι που χτύπησε.
Σταµάτησε να αναπνέει.
Περίµενε.
Δεν µπήκε κανείς.
Το νερό έσταζε.
Ένα.
Δύο.
Δεν µέτρησε σωστά.
Σκούπισε το πρόσωπο.
Γρήγορα.
Άνοιξε την πόρτα λίγο.
Κοίταξε.
Δεν βγήκε.
Έκλεισε πάλι.
Έµεινε µέσα.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 
5. Τραπέζι
Το τραπέζι ήταν στρωµένο.
Πριν καθίσουν.
Πάντα.
Τα πιάτα στη θέση τους.
Τα ποτήρια ίσια.
Δεν ακουµπούσαν µεταξύ τους.
Το παιδί κάθισε.
Χωρίς να τραβήξει πολύ την καρέκλα.
Ο ήχος θα ακουγόταν.
Δεν τον έκανε.
Τα χέρια στο τραπέζι.
Όχι πολύ µπροστά.
Όχι πολύ πίσω.
Έµειναν εκεί.
Το φαγητό άχνίζε.
Δεν έσκυψε.
Περίµενε.
Κάποιος µίλησε.
Μετά άλλος.
Οι φωνές µπλέχτηκαν.
Δεν σταµάτησαν.
Το παιδί δεν κοίταξε.
Κοίταξε το πιάτο.
Πήρε το πιρούνι.
Αργά.
Το σήκωσε.
Το κράτησε στον αέρα.
Περίµενε.
Καµία λέξη δεν ήταν καθαρή.
Μόνο ο τόνος.
Απότοµος.
Κοφτός.
Έβαλε λίγο φαγητό στο στόµα.
Μάσησε.
Κατάπιε.
Κατάπιε πριν είναι έτοιµο.
Χωρίς ήχο.
Δεν ήπιε νερό.
Δεν σήκωσε το ποτήρι.
Ένα χέρι χτύπησε το τραπέζι.
Όχι δυνατά.
Αλλά αρκετά.
Το ποτήρι δίπλα µετακινήθηκε.
Έκανε έναν µικρό ήχο.
Το παιδί σταµάτησε.
Δεν κουνήθηκε.
Οι φωνές συνέχισαν.
Σαν να µην είχε γίνει τίποτα.
Το παιδί κοίταξε το τραπεζοµάντηλο.
Έναν µικρό λεκέ.
Τον ακολούθησε µε το βλέµµα.
Δεν σήκωσε το κεφάλι.
Έφαγε άλλη µια µπουκιά.
Μετά άλλη µία.
Ίδιες κινήσεις.
Ίδιος ρυθµός.
Το πιάτο άδειασε.
Σταµάτησε.
Περίµενε.
Κανείς δεν το κοίταξε.
Σηκώθηκε.
Αργά.
Η καρέκλα δεν ακούστηκε.
Αυτό ήταν καλό.
Πήγε στον νεροχύτη.
Τα χέρια έτρεµαν.
Δεν τα κατέβασε.
Έπρεπε.
Το ποτήρι ακούµπησε στο µάρµαρο.
Ένας ήχος.
Μικρός.
Πέρασε.
Το νερό έσταζε.
Ένα.
Δύο.
Δεν µέτρησε σωστά.
Δεν γύρισε πίσω.
Αυτό ήταν καλό.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

Τανιζάκι: Το εγκώμιο της σκιάς

Σε αυτό το μικρό δοκίμιο, εξαιρετικά επιμελημένο και μεταφρασμένο από τις "εκδόσεις Άγρα", ο σπουδαίος Ιάπωνας συγγραφέας καταπιάνεται με ένα θέμα που διαχρονικά απασχολεί, ταλανίζει και διχάζει την Ιαπωνική κοινωνία. Την προσχώρηση, δηλαδή, των δυτικών αξιών και της δυτικής αισθητικής στην παραδοσιακή κουλτούρα και τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής διατρέχοντας τομείς όπως η αρχιτεκτονική, οι οικοσκευές, η κουζίνα και γενικότερα ό,τι ορίζει άμεσα την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων.
Για τον Τανιζάκι η αισθητική υπερισχύει της βολής και είναι αυτή ίσως η μεγαλύτερη απώλεια ή το μεγαλύτερο διακύβευμα στον λεγόμενο εκσυγχρονισμό της χώρας. "Κι αν πάει κανείς στις επαρχίες της Κίνας και της Ινδίας σήμερα, θα βρει σίγουρα πως η ζωή ελάχιστα έχει αλλάξει από την εποχή του Βούδα ή του Κομφούκιου. Θα είχαμε παρόλα αυτά τραβήξει έναν δρόμο που θα ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία μας", αναφέρει κάποια στιγμή
Γραμμένο το 1933 το "Εγκώμιο της σκιάς" πατάει σε μια λογοτεχνική και υπαρξιακή παράδοση που κρατάει μέχρι τις μέρες μας, τον σκεπτικισμό δηλαδή απέναντι στην διάβρωση που προξενούν οι εισαγόμενες "αξίες" και ο οποίος είναι έκδηλος σε κάθε λογοτεχνική φόρμα και είδος, από το "In the Miso soup" του Ruy Murakami μέχρι την κριτική στις πατριαρχικές δομές της γυναικείας crime λογοτεχνίας (Κιρίνο, Γιουζούκι κ.τ.λ).
Μικρό στο μέγεθος αλλά μεστό και εύπεπτο, το εγκώμιο της σκιάς μπορεί να ιδωθεί και ως ένα εγχειρίδιο για την εξέλιξη μιας πατροπαράδοτης κοινωνίας σε οικονομική και τεχνολογική υπερδύναμη, αλλά και για τους προβληματισμούς που συνοδεύουν αυτόν τον μετασχηματισμό...

Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Ένα έντιμο ψέμα (συλλογικό)

‘Εντιμα Ψέματα (Άννα Συνοδινού)
Κρείσσον ελέσθαι ψεύδος, ή αληθές κακόν.
Μένανδρος
Κοιτάξτε αυτή τη γραμμή στην οθόνη. Αυτό το υστερικό, πράσινο τρεμόπαιγμα που πασχίζει να πείσει το σκοτάδι πως κάτι συμβαίνει ακόμα, πως υπάρχει ρυθμός, πως υπάρχει ελπίδα. Οι γιατροί το λένε «ζωτικά σημεία». Εγώ το λέω έντιμο ψέμα της κανονικότητας. Είναι ο παλμός μιας κοινωνίας που έχει ήδη υποστεί εγκεφαλικό θάνατο από την υπερπληροφόρηση και την απάθεια, αλλά συνεχίζει να σπαρταράει επειδή ο παγκόσμιος αλγόριθμος ξέχασε —ή δεν τον συμφέρει ακόμα— να πατήσει τον διακόπτη.
Σε έναν κόσμο όπου οι διεθνείς ειδήσεις θυμίζουν σενάριο δυστοπικής ταινίας που ξέφυγε από το μοντάζ και οι γεωπολιτικές σκακιέρες καταρρέουν πάνω στα κεφάλια των πιονιών, η αλήθεια έχει γίνει το πιο ανθυγιεινό προϊόν της αγοράς. Η αλήθεια είναι μια ευθεία γραμμή: η παγωμένη σιωπή των ερειπίων που οι επενδυτές βαφτίζουν «ευκαιρίες ανάπτυξης», η κυνική στατιστική των αριθμών που ευημερούν πάνω σε σώματα που λιμοκτονούν, η απάθεια μιας Ιστορίας που γράφεται πλέον με κώδικα, και όχι με αίμα. Ποιος αντέχει αυτή την αλήθεια χωρίς αντικαταθλιπτικά, ένα καλό φίλτρο στο Instagram ή μια δόση εθελοτυφλίας;
Ζούμε σε μια κοινωνία που υποφέρει από «υπερβολική αλήθεια» και «ελάχιστη παρηγοριά». Γι' αυτό εφηύραμε το Έντιμο Ψέμα. Το κάναμε θρησκεία, πολίτευμα και αμορτισέρ ανάμεσα στην τραχύτητα του κόσμου και την ευθραυστότητα της ψυχής μας. Δεν είναι η απάτη του κέρδους, ούτε ο δόλος της εξουσίας. Είναι η κοινωνική αναισθησία που επιτρέπει στην εγχείρηση της ύπαρξης να συνεχιστεί χωρίς ο ασθενής να πεθάνει από το σοκ. Είναι το «όλα θα πάνε καλά» που ψιθυρίζει η μάνα στο παιδί της σε ένα υπόγειο της Γάζας, ενώ οι τοίχοι τρέμουν. Είναι η «καλημέρα» που ανταλλάσσουμε στο μετρό, προσποιούμενοι πως δεν είδαμε τους τίτλους των ειδήσεων. Είναι η υπόσχεση πως «θα είμαστε εδώ και αύριο», ενώ κανείς δεν υπογράφει πια για το αύριο. Είναι η απεγνωσμένη προσπάθεια να μη νιώσουμε το κρύο της ηθικής μας αποσύνθεσης, μια ψευδαίσθηση κανονικότητας που συντηρούμε, τακτοποιώντας το σπίτι μας ενώ ο κόσμος έξω αναδιατάσσεται βίαια.
Είναι το «έχουμε δημοκρατία» που ψελλίζουμε, ενώ γλείφουμε τις οθόνες μας για μια στάλα ψηφιακής αποδοχής, υποταγμένοι σε όρους χρήσης που ποτέ δεν διαβάσαμε. Είναι το «όλα θα φτιάξουν» που ξερνάμε στα αυτιά των παιδιών μας, την ώρα που το μέλλον τους πλειστηριάζεται σε κάποιο κλιματιζόμενο γραφείο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Είναι η «διπλωματική λύση» που βαφτίζουν οι ισχυροί την επόμενη σφαγή και η «ανθρωπιστική ανησυχία» που ποστάρουμε ανάμεσα σε μια φωτογραφία του φαγητού μας και μια διαφήμιση διακοπών, ενώ οι πύραυλοι που πληρώσαμε με τους φόρους μας μετατρέπουν παιδικά δωμάτια σε σκόνη. Είναι το ψέμα που μας επιτρέπει να καταπιούμε το δείπνο μας χωρίς να νιώθουμε τη γεύση της χολής και του αίματος που ποτίζει το χαλί μας.
Φιλοσοφικά, το έντιμο ψέμα είναι η νίκη της Ενσυναίσθησης πάνω στη Λογική. Από τους αρχαίους τραγωδούς μέχρι τις μάνες στα καταφύγια, η ανθρωπότητα επιβίωσε χάρη σε αυτά τα «έντιμα ψέματα». Γιατί η αλήθεια είναι ένας τοίχος. Και το ψέμα... το ψέμα είναι η πόρτα που σχεδιάζουμε πάνω στον τοίχο για να μπορέσουμε να περάσουμε απέναντι. Τελικά, η τιμιότητα μιας λέξης δεν κρίνεται από το αν ανταποκρίνεται στα γεγονότα, αλλά από το αν υπηρετεί τη ζωή.
Είμαστε οι περήφανοι συντηρητές μιας μεγάλης αυταπάτης. Και ίσως αυτό να είναι το μοναδικό μας μεγαλείο: ότι συνεχίζουμε να σχεδιάζουμε κύματα πάνω σε μια ευθεία γραμμή θανάτου. Σερφάρουμε πάνω στην ίδια μας την καταστροφή με το κινητό στο χέρι, αναζητώντας απεγνωσμένα το επόμενο έντιμο ψέμα που θα μας γλιτώσει από τη ντροπή. Στο τέλος της ημέρας, η αλήθεια είναι μια πολυτέλεια για τους νεκρούς. Οι ζωντανοί χρειαζόμαστε μια καλοραμμένη πλάνη για να αντέξουμε το βάρος της επόμενης αναπνοής.
Το ψέμα αυτό είναι έντιμο μόνο επειδή είναι αναγκαίο. Είναι η λευκή σημαία που υψώσαμε μπροστά στον παραλογισμό της ισχύος. Αν η γραμμή του παλμογράφου ισιώσει και αναγκαστούμε να παραδεχτούμε πως είμαστε απλώς οι καλοταϊσμένοι θεατές στο σφαγείο της ίδιας μας της ύπαρξης, τότε ο πολιτισμός μας θα διαλυθεί σε δευτερόλεπτα από τον απόλυτο τρόμο της συνειδητοποίησης. Αν πούμε τα πράγματα με το όνομά τους ο κόσμος μας θα πεθάνει από υπερβολική δόση ειλικρίνειας. Γι' αυτό προτιμάμε τον θόρυβο: τη γελοιότητα των τάσεων, την οργή του πληκτρολογίου που εκτονώνεται σε δέκα λεπτά, την ψευδαίσθηση πως η ενημέρωσή μας μάς καθιστά καλύτερους ανθρώπους.
Στον παλμογράφο της Ιστορίας, το «έντιμο ψέμα» είναι το ηλεκτρικό σοκ που αποτρέπει την οριστική παύση.
Και το πιο εφιαλτικό; Όταν η γραμμή τελικά ισιώσει —γιατί η πραγματικότητα, σε αντίθεση με εμάς, δεν κάνει εκπτώσεις και δεν δέχεται δωροδοκίες— κανείς δεν θα το προσέξει. Ένας «έξυπνος» αλγόριθμος θα συνεχίσει να ποστάρει για εμάς, να κάνει scroll για εμάς, να αγοράζει για εμάς, βεβαιώνοντας τους υπόλοιπους μελλοθάνατους πως «η σύνδεσή μας παραμένει σταθερή». Γιατί στον κόσμο μας, ο θάνατος από ειλικρίνεια είναι η απόλυτη αποτυχία του marketing. Προτιμάμε να σβήσουμε μέσα στη λάμψη μιας καλοκουρδισμένης πλάνης, πιστεύοντας πως ο παλμός μας ήταν κάτι ιερό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλώς ένα παράσιτο στην οθόνη κάποιου που μετρούσε τα κέρδη του από την οργανωμένη μας απόγνωση.
Παραμιλητό στο τηλέφωνο Δευτέρα πρωί (Βάσω Τζιβανάκη)
Ναι, δεν πειράζει που δεν πήγε τέλεια
είναι σαφές ότι προσπάθησε αρκετά,
είστε κι εσείς από κοντά,
μα φαίνεται πως έχουν μπει απτοί στόχοι.
Κοιτάξτε, είναι στο χέρι του Συλλόγου,
εγώ ως υπεύθυνη του τμήματος θα τους εκθέσω την πρόοδό της
και πόσο γενικά έχει εμπεδώσει τον κανονισμό.
Τώρα αν επηρεάστηκε απ' το κλίμα στον οργανισμό
μήπως κι εμείς δεν ήμασταν παιδιά,
μα πώς, σας νιώθω.
Έκτη ώρα, θα πεινάσουν, θα νυστάξουν, πώς θα βγει;
Εσείς την παροτρύνετε να μην αργεί να κοιμηθεί;
Και σας ακούει;
Φέρεστε δίκαια η μια στην άλλη;
Τι ώρα σχολάτε δεν συγκράτησα.
Α ναι, της εποχής κι αυτό, πολλή πληροφορία,
δύσκολο και για μας που είμαστε ενήλικες,
σκεφτείτε για τους μαθητές τι φασαρία.
Μη μου το λέτε εμένα,
στα είκοσί της πάλι θα την ξαναζήσετε,
οι κοινωνιολόγοι το ‘λεγαν προχθές και τους πιστεύω.
Εν κατακλείδι, όχι, η Ελένη ήταν εκτός.
Παρατηρήτρια ας πούμε,
ανάμειξη ενεργός δεν μαρτυρείται.
Θα καλυφθούν οι ώρες, μην ανησυχείτε,
θα βγει η ύλη ανελλιπώς.
Ακούω ότι είναι άσχημα. Μα θα συνέλθει.
Άσχημα, ναι.
Και τα παιδιά ασχημονούντα κι η εποχή ασχημάτιστη.
Αλλά κι η ασχήμια πόσο να κρατήσει;
Κάποια στιγμή η αλήθεια λάμπει.
Κι η ομορφιά της γνώσης,
ο πλούτος του σχολείου,
η συνοχή της κοινωνίας,
το άσπρο των εφηβικών ονείρων
η θέρμη των γονέων
η ομόνοια των συναδέλφων
το όραμα της αρτίωσης
ο πλούτος του σχολείου
ο πλούτος του σχο
λείου ο πλούτος του δολί
ου του δούλου
ο πλούτος του πλούτου
του του του του του του του…

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026

Μαρή αλανιάρα Πατάκαινα, πόσα θες για να μας βγάλεις τα μάτια;

Η εισαγγελία του Καρτέλ εκδίδει ένταλμα σύλληψης, άμεσα εκτελέσιμο, κατά της ιδιοκτήτριας του γνωστού εκδοτικού χαμαιτυπείου Άννας Πατάκη και της μεταφράστριας της για το αδίκημα της κατακρεούργησης και της περιύβρισης του πτώματος της συγγραφέως Ασάκο Γιουζούκι και του βιβλίου της «Βούτυρο». Επίσης για τα πλημμελήματα της ψυχικής οδύνης των αναγνωστών και των διακεκριμένων βλαβών στο αμφιβληστροειδή υμένα.
Συγκεκριμένα, η μετάφραση του βιβλίου αποδεικνύει πλήρη άγνοια για τη Ιαπωνική κουλτούρα καθώς και τη φιλοσοφία και τις ιδιαιτερότητες της Ιαπωνικής γλώσσας. Ενδεικτικό είναι πως σε μια τόσο εκλεπτυσμένη διάλεκτο, από τις λίγες όπου απουσιάζει το υβρεολόγιο, η μεταφράστρια κάνει του κεφαλιού της με χρήση συνωνύμων που όχι μόνο κλωτσάνε τη ροή αλλά και την αισθητική της αφήγησης. Επιλογές όπως, επι παραδείγματι, «γκόμενος» αντί για «σύντροφος», «χίμηξε» αντί για «εισχώρησε», «πέταξε» αντί για «αντέτεινε» μας θυμίζουν τις καλύτερες στιγμές της Βασούλας…
Επιπλέον οι επεξηγήσεις είναι ελλειμματικές και συχνά παρεμβάλλονται μέσα στη ροή αντί να έχει καταρτιστεί έστω και μια στοιχειώδης ενότητα παρατηρήσεων και σημειώσεων (βλέπε σοβαρούς εκδοτικούς όπως «Άγρα» ή «Πόλις»). Αλλαχού δεν υπάρχουν καν. Το γεγονός πως το Μαλακατέ το χάιδευε σαν τις ραβδώσεις του ταμπόν της σε βιντεάκι τοποθέτησης προϊόντος μας βάζει σε περαιτέρω σκέψεις.
Σε κάθε περίπτωση, συνίσταται στους ανυποψίαστους αναγνώστες, μέχρι την εκτέλεση της ποινής να αποφύγουν κάθε επαφή με το συγκεκριμένο μεταφραστικό σκουπίδι, σε διαφορετική περίπτωση να επισκεφτούν άμεσα οφθαλμίατρο…

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Η τελευταία κλήση

Βασισμένη στην αληθινή ιστορία ομηρείας μιας οικογένειας από τον κακοποιό Σορίν Ματέι η «τελευταία κλήση» αναβιώνει τα γεγονότα πλαισιώνοντας τα από μυθοπλαστικά στοιχεία επιδιώκοντας να παρουσιάσει ένα σφιχτοδεμένο θρίλερ. Εν μέρει τα καταφέρνει, εν μέρει αποτυγχάνει…
Γιατί αν εστιάσουμε αυστηρά στην υπόθεση της ομηρείας τότε έχουμε έναν καθηλωτικό ρυθμό που πιάνει τον θεατή από το λαιμό. Ο Ορφέας Αυγουστίδης παίζει το ρόλο της ζωής του, η Μαρία Ναυπλιώτου είναι εξαιρετική, ο Γιώργος Μπένος ως νεαρός ρεπόρτερ μας συστήνεται σε ένα ρόλο ανεξίτηλο δείχνοντας πως το (υποκριτικό) μέλλον του ανήκει. Που χάνει η ταινία; Στις σεναριακές λεπτομέρειες…
Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος προσπαθεί να εξυφάνει ένα παρασκήνιο διαπλοκής όπου πουστ(άρδ)ες, μπάτσοι και πολιτική ηγεσία δουλεύουν σε αγαστή συνεργασία για ιδία σκοτεινά συμφέροντα. Και κει το χάνει.
Η ιστορία της εμπλοκής της ΕΥΠ είναι το λιγότερο παιδαριώδης και αδικεί τη συνολική προσπάθεια. Είναι πραγματικά κρίμα μια ταινία διεθνών προδιαγραφών να βάζει αυτογκόλ στο ’95. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε τις παθογένειες της εγχώριας κινηματογραφίας, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε τις πίπες που βγήκαν για μια ακόμη κινηματογραφική σεζόν.
Εν κατακλείδι, η «τελευταία κλήση» σίγουρα διεκδικεί τον τίτλο της ελληνικής ταινίας της χρονιάς ανεξάρτητα από τις παιδικές ασθένειες της από τις οποίες το εγχώριο σινεμά θα κάνει χρόνια να απαλλαγεί…

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Οι παίκτες

Είναι τόσο Νέα Υόρκη όσο δεν πάει. Με Matt Damon, John Turturro, Edward Norton αν όχι στα καλύτερα τους (καθώς η υποκριτική ωρίμανση θα ερχόταν μέσα από μεταγενέστερα κινηματογραφικά ορόσημα) τότε σίγουρα στην ακατέργαστη αγνότητα της πρώτης νιότης τους και τον αρχιερέα Malkovich να κρατάει τη μπαγκέτα, οι παίκτες είναι μια ταινία για το πόκερ ή ίσως για τα πάντα εκτός από το πόκερ.
Η απλοϊκότητα του σεναρίου, όπου ένας αποσυρμένος χαρτοπαίκτης ξαναμπαίνει στον κόσμο του τζόγου για να καλύψει το χρέος του απατεώνα καλύτερου του φίλου του, εξυπηρετείται σεμιναριακά αφήνοντας τα διδάγματα να ανασυρθούν απρόσκοπτα πάνω στην φόρμα της υποτυπώδους ιστορίας.
Κι αυτό είναι το κλειδί. Δεν χρειάζεσαι κάποια φαντεζί πλοκή, απλά τη βασική, πλαισιωμένη από στιβαρές ερμηνείες προκειμένου μια ταινία που φλερτάρει με τη μετριότητα να απογειωθεί. Χρειάζεσαι μια σκηνή να σχηματίσει τον πυρήνα της. Όπως εκείνη που ο καθηγητής του ήρωα του εκμυστηρεύεται πως οι γονείς του που τον προόριζαν για ραβίνο τον αποκλήρωσαν όταν επέλεξε το δρόμο της νομικής.
«Δεν μετανιώσατε ποτέ για την επιλογή σας;»
Τον ρωτάει εκμαιεύοντας το όλο νόημα μειδίαμα του. Γιατί ακριβώς στη ζωή τα μοιραία δεν αποτελούν επιλογή. Γιατί όλοι ήμαστε εδώ προκειμένου να εκπληρώσουμε ένα ρόλο ή, για τους πιο τυχερούς, το χάρισμα που μας δόθηκε. Ακόμα και σε ένα παιχνίδι μοιρασμένων πιθανοτήτων, ένας καλός χαρτοπαίκτης οφείλει να γνωρίζει πως η μοίρα προπορεύεται των επιλογών του…