Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Συνεντεύξεις με την κυρία Ευτέρπη μέρος 5 (Βαγγέλης Στεργίου)

Ο Λούης Τσαλαπετεινός, πετυχημένος συγγραφέας των ‘90s, έγραφε ένα βιβλίο το χρόνο.
Απευθυνόταν κυρίως στο γυναικείο κοινό, ασχέτως αν τα στατιστικά έδειχναν πως τον αγόραζαν ως επί τω πλείστον άνδρες. Στη φωτογραφία του βιογραφικού του, εντός των βιβλίων, φαινόταν να καβαλάει μια μαύρη Ninja με το μαλλί του σε στυλ "καπελάκι" να χρυσαφίζει στον ήλιο. Η αλήθεια είναι πως ο Λούης ξεκίνησε να γράφει, όταν είδε ένα όραμα τρελό, κάπου στα 1996. Ήταν δεκαπενταύγουστος κι έλιωνε σε μια ξαπλώστρα στην Αντίπαρο, όταν στον ορίζοντα φάνηκε η Σίρλεϊ Μάνσον ν' ανεμίζει με το αριστερό της χέρι μια σημαία με τον Στάλιν, ενώ το δεξί της χέρι ήταν χωμένο μες στο μικροσκοπικό της μπικίνι.
Ο Λούης, που λέτε κυρία Ευτέρπη μου, έλαβε το φως το αληθινόν εκείνο τον δεκαπενταύγουστο. Γυρνώντας στο δωμάτιο να ξεβγάλει τ' αλάτια κι ενώ περίμενε την ερωμένη του την Ιζαμπέλ να τελειώσει το πιστολάκι για να μπεί εκείνος μετά στο ντούζ, άρπαξε ένα στυλό μπικ μαύρο, που κείτονταν πάνω στο κομοδίνο κι έγραψε στο σκληρό λευκό πακέτο των George Karelias: Ο Ήλιος έδυε καθώς η Μαρτίνα έβραζε από ερωτικό στρες...
Ε λοιπόν, με αυτή τη φράση, ξεκινά το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο "Μαρτίνα, το φλογερό αλογοκόριτσο", το οποίο μέχρι τον Αύγουστο του 1997 είχε πουλήσει 100.000 αντίτυπα και βάλε. Ήταν μόνο η αρχή για τον Λούη Τσαλαπετεινό, έναν από τους πιο πετυχημένους συγγραφείς των '90s. Ακολούθησαν τα γνωστά βιβλία " Άρλεκιν για Πιστολέρος", "η αυγή των μανταρινιών", "Ανατολή Βλακείας", το μονόπρακτο "Ίρμα, σύρμα!" κι άλλα πολλά γραφτά. Από τις εκδόσεις Ψαρόβαρκα, φυσικά.
Εν κατακλείδι, αυτός εδώ ο συγγραφέας κυρία Ευτέρπη μου,
μ’ έχει επηρεάσει περισσότερο απ’ όλους όσους έχω μελετήσει…
Στην επόμενη γενιά λαμογιών, θα βγει ένας "Φρέντο" και θ' αμαυρώσει το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, καθώς συμβαίνει σήμερα με τον "Φραπέ". Αυτά τα σύμβολα είναι ιερά κυρία Ευτέρπη μου...(ανάβει George Karelias υπομειδιώντας)...Θα 'ρχεται δηλαδή ο κάθε μουστάκιας λαμόγιος να μας τα βεβηλώνει;
Εκεί είναι το θέμα. Από τη μια, εξετάζουμε το σύστημα επιφανειακά κι ασχολούμαστε με τ' αποκαϊδια δημοσιότητας που μας πετάει το ίδιο, για να μας εκτονώσει τη δήθεν αντίδραση κι από την άλλη, δε θέλουμε ν' αλλάξουμε τα πάντα από τη ρίζα τους, μα πάμε ρεφορμιστικά και μη μου άπτου. "Με πορδές δε βάφονται αυγά πλάκιμ", μολόγαε η γιαγιάκα μου. Ή αλλάξτε τα όλα από τη βάση ή ανακυκλώστε ό,τι σας πετάν οι μεγαλοπαπαγάλοι του συστήματος. Για το καλό σας το λέω. Εμένα άσε με, κυρία Ευτέρπη μου. Θα τη βρω την άκρη.
Διότι κυρία Ευτέρπη μου, διανύουμε την εποχή της κοτοσύνης.
Η φύση της κότας...Που το ζωάκι είναι αυτό που είναι και δε μου 'κανε και τίποτα, αλλά...(ανάβει Camel άφιλτρο)...χάριν τρόπου του λέγειν, χρησιμοποιώ κι επινοώ την έννοια της κοτοσύνης για να κριτικάρω ας πούμε, το διάχυτο φόβο...
Ποιό διάχυτο φόβο;
Θα επανέλθω αργότερα, κυρία Ευτέρπη μου...
Τώρα θα βγω για μαύρη μπυρίτσα με τον Σάκη...
Έλα φίλος, κλείσε ηχοληπτικά συμπράγκαλα και τα λοιπά και φύγαμε για Ark.

Βορράς χωρίς νότο (απόσπασμα)

Στην Αθήνα, τον παράδεισο από την κόλαση τα χωρίζει μια στάση μετρό, το «Πανεπιστήμιο». Στο Σύνταγμα θα δεις περιποιημένους εργαζόμενους, υπαλλήλους ξένων πρεσβειών και υπουργείων, καλοστημένες σαραντάρες με ψηλές γόβες και ταγέρ, φοιτητές που ξεκινούν τις απογευματινές εξορμήσεις από την πλατεία, επιχειρηματίες που κλείνουν επαγγελματικά δείπνα στις ταράτσες των παρακείμενων πολυτελών ξενοδοχείων.
Στην Ομόνοια από την άλλη, συναντάς κινούμενα ερείπια που ο οργανισμός τους έχει τελεσίδικα καταπονηθεί από τις ουσίες, τις αρρώστιες ή τις κακουχίες. Βρομερούς ηλικιωμένους που ψωνίζονται στα ουρητήρια και τα πορνοσινεμά. Λαθραίους μετανάστες που γλίτωσαν από τα κύματα για να ξεβραστούν στα ρυπαρά τσιμέντα δίπλα σε σκουπίδια, σύριγγες, ποντίκια και ακαθαρσίες. Υποσιτισμένες πόρνες των πέντε ευρώ. Τη νύχτα, οι λίγοι φυσιολογικοί άνθρωποι που ο δρόμος τους θα τους οδηγήσει κατά κει εξαφανίζονται, αφήνοντας μόνο τους μόνιμους ενοίκους της πλατείας.
Η μαύρη γοητεία του περιθωρίου ασκούσε στον Μαρκ μια δυνατή έλξη. Κοιτούσε τα πρεζόνια και τους άστεγους σαν μουσειακά εκθέματα· σε κάναν δυο από αυτούς μάλιστα έδωσε τα πενηντάευρα που του είχαν μείνει, προκαλώντας τους σύγχυση και καχυποψία, όχι προς τον ίδιο αλλά προς την τύχη τους, που φαινόταν να μην είχε υπάρξει εξίσου γενναιόδωρη στο παρελθόν. Κοντοστάθηκε στη μέση της πλατείας και άναψε τσιγάρο, τον μιμήθηκα βγάζοντας ένα από τα δικά μου και συνειδητοποιώντας πως ήταν το τελευταίο του πακέτου.
Ο ουρανός ήταν καθαρός και στα μάτια του διέκρινα την αντιφεγγιά· ήταν ίσως από τις ελάχιστες φορές που στο πρόσωπό του έβλεπα κάτι θνητό και ανθρώπινο, λες και το δολοφονικό του αμόκ είχε βγάλει τον διάβολο, ή ποιος ξέρει τι άλλα δαιμόνια, από μέσα του, αφήνοντάς τον διάφανο και καθαρό. Κατά τη διαδρομή δεν αναφέρθηκε καθόλου στα όσα είχαν προηγηθεί, ήταν ατάραχος σαν παιδί και με βομβάρδιζε με ένα σωρό βρεφικές απορίες όπως «Γιατί ο κόσμος κολλάει αυτοκόλλητα στις πινακίδες οδικής σήμανσης;» ή «Υπάρχουν ψυχιατρικές κλινικές στην Αθήνα;»
Συνεχίσαμε αργά το βάδισμα, διασχίσαμε τον πεζόδρομο και βγήκαμε στη Βερανζέρου, απέναντι από το διαβόητο αστυνομικό τμήμα. Κοντοστάθηκα για μισό δευτερόλεπτο, ενστικτωδώς, από το μυαλό μου πέρασε φευγαλέα η σκέψη να περάσω απέναντι, ο Μαρκ την αντιλήφθηκε. Λίγα μέτρα μπροστά μας στεκόταν μια Αφρικανή πόρνη, είχε αγαλματένιους μηρούς που κατέληγαν σε έναν υπερβολικά πεταχτό ποπό, όπως στις περισσότερες γυναίκες της φυλής της. Τον κάλυπτε με ένα πράσινο κολλητό σορτσάκι μέσα από το οποίο ξεπρόβαλλε ένα φωσφοριζέ στρινγκ. Ήταν φτηνή και την ίδια στιγμή ανέδινε μια ιδιαίτερη πολυτέλεια, φεγγοβολούσε σαν πυγολαμπίδα μέσα στην καταχνιά μιας πόλης που προσπαθούσε με τεχνητά νέον και αρχαία ερείπια να περισώσει κάτι απ’ τη νικημένη της αίγλη. Την ίδια στιγμή που ρουφούσε, ίσως και με μια δόση προσποιητής ηδυπάθειας, το τσιγάρο, ανορεξικές βίζιτες πλάγιαζαν με μεγαλοβιομήχανους σε δωμάτια πολυτελών ξενοδοχείων και καβατζωμένοι διανοούμενοι ξελόγιαζαν άκαπνα τεκνά.
Ορισμένους από αυτούς τους είχα δει αρκετές φορές στα μέρη που είχαμε νωρίτερα επισκεφτεί, όπως και στην τηλεόραση, τα πρωτοσέλιδα εναλλακτικών φυλλάδων τέχνης και γραμμάτων, τα καφέ όπου όφειλαν να συχνάζουν στο πλαίσιο διατήρησης της δημόσιας εικόνας τους. Είχαν σκατά στην ψυχή και ξέθωρο βλέμμα, η κατάχρηση της φήμης και της εξουσίας τους ήταν το εισιτήριο για την είσοδο στο θέατρο των ηδονών, όμως οι ηδονές ήταν πλαστικές και άψυχες, σαν την πιστωτική κάρτα με την οποία πλήρωναν το τίμημα ή τις υποσχέσεις με τις οποίες εξαπατούσαν τους αφελείς παρτενέρ τους.
Μπορούσαν να εξαγοράσουν τον σεβασμό, την αξιοπρέπεια και την επιτυχία, αλλά δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν ούτε με τα κιάλια την αληθινή ευτυχία.
Η μαύρη ξανάβαλε την άκρη του τσιγάρου στα χείλη της και τράβηξε μια ακόμα βαθιά ρουφηξιά· αν την ακουμπούσες δεν θα ’σπαγε, αν τη φυσούσες δεν θα διαλυόταν, αν τη χτυπούσες δεν θα ’πεφτε. Κι όμως, πουλούσε το κορμί της πολύ πιο φτηνά από τα πολυτελή, κινούμενα κουφάρια που κοστολογούνταν πενήντα ή εκατό φορές πιο πάνω, ενώ δεν διεκδικούσε τίποτα περισσότερο από το δικαίωμά της στην επιβίωση. Η αξιοπρέπειά της ήταν αμετακίνητη, αδιαπραγμάτευτη, ανίκητη, αλύγιστη και αυθεντική. Κατέβασε με αργές κινήσεις το τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό ψηλά στην ατμόσφαιρα.
«Πόσο κοστίζει το σεξ μαζί της, Νίκολας;» με ρώτησε.
«Περίπου 15 ευρώ, συν ένα δεκάρικο για το ξενοδοχείο».
Έβγαλε από την τσέπη του τα ψιλά και άρχισε να τα μετράει για να δει αν του βγαίνουν, μιας και τα τελευταία πενηντάευρα τα είχε μοιράσει νωρίτερα στα πρεζάκια.
«Μήπως έχεις δύο ευρώ;»
Έβγαλα από την τσέπη μου ένα πεντάευρω και του το ’δωσα.
«Ωραία, θα πάω να περάσω λίγο χρόνο μαζί της. Εσύ μπορείς να πας απέναντι και να με καταδώσεις, να τους τα πεις όλα όμως, μην παραλείψεις τίποτα. Εγώ θα επιστρέψω στο ίδιο σημείο όταν τελειώσω. Αν τους έχεις ενημερώσει, θα παραδοθώ ήρεμα, εξάλλου ό,τι ήθελα να δω σ’ αυτή την πόλη νομίζω ότι το είδα».
Έκανε να φύγει χωρίς να περιμένει την απάντησή μου, αλλά σαν να είχε ξεχάσει κάτι ξαναγύρισε προς το μέρος μου. «Και, Νίκλας, να ξέρεις ότι στην απολογία μου θα σε καλύψω. Θα τους πω ότι δεν είχες καμία συμμετοχή και πως προσπάθησες μάλιστα να με αποτρέψεις. Είμαστε σύμφωνοι;»
Πλησίασε την πόρνη και λίγα δευτερόλεπτα μετά ανέβηκαν τις ετοιμόρροπες σκάλες του φτηνού ξενοδοχείου έξω από το οποίο στεκόταν. Έμεινα μόνος για πρώτη φορά από το ξεκίνημα της νύχτας, είχα ένα δίλημμα και μια απόφαση να πάρω, που ενδεχομένως θα άλλαζε τη ζωή μου για πάντα. Με χώριζαν λίγα μόνο βήματα. Κοίταξα τον φρουρό υπηρεσίας, ήταν ένα παιδάκι σχεδόν αμούστακο, φερμένο μάλλον από την επαρχία, με ένα βλέμμα που θα ’λεγες ότι αποτύπωνε όλη την άγνοια και τη σύγχυση του κόσμου. Εξακολούθησα να τον κοιτάω επίμονα μέχρι που με αντιλήφθηκε, διασταυρώσαμε για λίγα δευτερόλεπτα τα βλέμματά μας ώσπου να το κατεβάσει νικημένος. Δεν γνώριζα τι ακριβώς μου έδινε τέτοια δύναμη, ίσως όλα όσα είχα αντικρίσει νωρίτερα· ποτέ στη ζωή μου δεν είχα νιώσει τόσο άτρωτος και ατρόμητος, είχα αναμετρηθεί με το τέρας και είχα βγει νικητής· ήταν ποτέ δυνατόν να με τρομάξει ένα ψαράκι που μόλις είχε αποφοιτήσει από την αστυνομική ακαδημία;
Τάχυνα το βήμα μου και κατευθύνθηκα προς το μέρος του. Όσο τον προσέγγιζα τόσο περισσότερο έδειχνε να ζαρώνει μέσα από τη στολή του. Αυτός ο άνθρωπος υποτίθεται ότι κυνηγούσε και έπιανε κακοποιούς· πώς ήταν δυνατόν να του προκαλεί τέτοιο δέος η παρουσία ενός άοπλου πολίτη; Η μήπως δεν ήταν κατά βάθος έτσι, μήπως τελικά έβγαζα τέτοια δύναμη που ούτε ο ίδιος δεν ήμουν σε θέση να αντιληφθώ; Τον πλησίασα σε απόσταση αναπνοής και έμεινα να τον περιεργάζομαι χωρίς να μιλάω. Προσπαθούσε με δυσκολία να κρατήσει το ανάστημά του ευθυτενές, παρουσίαζε μια εικόνα αξιολύπητη. «Θέλετε κάτι;» με ρώτησε στο τέλος με τρεμάμενη φωνή.
«Ένα τσιγάρο».
Ήταν σε υπηρεσία, αλλά δεν κατάφερε να μου το αρνηθεί. Θυμήθηκα το βλέμμα του Μαρκ και τον τρόπο με τον οποίο είχε υπνωτίσει τα θύματά του. Ήταν ένα βλέμμα απόκοσμο, μεταλλικό, πετρωμένο, ένα βλέμμα που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο και δεν έμοιαζε να ανήκει σε άνθρωπο, ίσως αυτή ακριβώς η τρομακτική αναντιστοιχία να παρέλυε τις λειτουργίες και τη θέληση σε όποιον ερχόταν αντιμέτωπος μαζί του. Φόβο δεν προξενούσε μόνο ο πιο ισχυρός, αλλά και καθετί που ξεπερνούσε την ανθρώπινη αντίληψη. Το κενό, το διάστημα, ο θάνατος, ο Θεός...
«Από πού είσαι;» τον ρώτησα.
«Σέρρες, Νιγρίτα».
Άραγε αν του ζητούσα να βγάλει το υπηρεσιακό περίστροφο και να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα θα το έκανε; Μάλλον όχι, δεν είχα μεταφυσικές δυνάμεις, απλά την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που έχει μόλις επιστρέψει από την κόλαση στον κόσμο των θνητών. «Πώς σε λένε παιδί μου;» του απευθύνθηκα σχεδόν πατρικά. Δεν τον περνούσα παρά μόνο λίγα χρόνια, αλλά στα μάτια μου φάνταζε μικρό παιδί. «Μάρκο» μου απάντησε χωρίς να διαμαρτυρηθεί.
«Άκουσε να δεις, Μάρκο. Θα δεις πολλά σε αυτή την πόλη. Όμως να ξέρεις ότι οι περισσότεροι που κατοικούν εδώ δεν είναι άνθρωποι, είναι σκιές. Ζωντανεύουν μόνο σε κάμερες κινητών, ψυχαγωγικές εκπομπές και κακογραμμένα σίριαλ. Αν αύριο τα ξημερώματα αντικρίσεις εδώ κοντά δυο τρία τεμαχισμένα πτώματα μην ταραχτείς, ίσως σε λίγα χρόνια καταλάβεις ότι δεν ήταν παρά κάποιοι από εκείνους που χάσανε τον εαυτό τους μα ξέχασαν να αποβάλουν τη σκιά τους. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι κάτι, φαντάζομαι ότι με τον καιρό θα ψηθείς στο αίμα, τη βία και τη φρίκη. Αυτή άλλωστε είναι η δουλειά σου. Όμως να ξέρεις πως τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από τα κοφτερά δόντια της μοναξιάς και την αφόρητη αίσθηση της απόγνωσης. Δεν είναι ανάγκη να μπεις σε κλειστά δωμάτια και αμπαρωμένα σπίτια για να τη διαπιστώσεις, μπορείς να τη μυρίσεις στον αέρα. Αναπνέουμε αυτή την τοξικότητα καθημερινά, μέχρι που στο τέλος γίνεται τόσο δεδομένη και αυτονόητη όσο ο θάνατός μας, όχι αυτός που περιμένουμε να μας βρει, αλλά εκείνος που ζούμε κάθε στιγμή και δευτερόλεπτο αρνούμενοι να το παραδεχτούμε. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»
Με κοίταζε με προσοχή, υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να με περάσει για ηλίθιο, να με αντιμετωπίσει με προσποιητή συγκατάβαση ή φανερή δυσφορία. Δεν ήξερα τι ήταν αυτό στα λόγια μου ή το ύφος που του προξενούσε τον σεβασμό. Ήταν απλά ένα αμόρφωτο μειράκιο που είχε κατέβει από την επαρχία στον «κόσμο των μεγάλων», είχε περάσει στην Αστυνομία όχι γιατί καύλωνε με τη βία και τα όπλα αλλά για την ισόβια εξασφάλιση του βασικού μισθού· σίγουρα τα μάτια του θα έβλεπαν αρκετά στην πορεία της σταδιοδρομίας του αλλά η αντίληψή του θα φίλτραρε τα στοιχειώδη. Για κείνον η ρουτίνα θα ήταν το καταφύγιό του και όχι ένας πρόωρος θάνατος, και οπωσδήποτε θα έβρισκε μια πρόθυμη κοπελίτσα να στεγάσουν τις μοναξιές τους στον ίδιο χώρο. Οι άνθρωποι που δεν καταλάβαινε θα ήταν ανώτεροι, όμως δεν θα γνώριζε ποτέ τη χυδαιότητα, τη λαιμαργία, την έπαρση και την κακοβουλία τους. Δεν θα έμπαινε ποτέ στον «κόσμο» τους, αλλά από την άλλη δεν θα έχανε και πολλά…
Κοίταξα τον Μαρκ να βγαίνει από την είσοδο του ξενοδοχείου, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα αντίκρισα και τη μαύρη να τον ακολουθεί, δεν αντάλλαξαν ούτε ένα βλέμμα. Σκέφτηκα ότι ελάχιστα νωρίτερα ο κόλπος της και το υπερφυσικά μικρό πουλί του είχαν ενωθεί, εκείνος την είχε χρησιμοποιήσει για να απελευθερώσει το σπερματικό του υγρό και εκείνη για να εξασφαλίσει το επόμενο γεύμα της, ήταν μια έντιμη συμφωνία, δεν είχαν κάτι περισσότερο να ανταλλάξουν, ούτε να πουν. Τα γεννητικά όργανα είχαν επιτελέσει την αρχαιότερη και βασικότερη λειτουργία τους χωρίς ανάμεσά τους να παρεμβάλλεται η ματαιοδοξία, η επιβεβαίωση του καταπιεσμένου ανδρισμού και η τροπαιολαγνεία, είχαν κάνει τη δουλειά τους όμορφα και ωραία δίχως κάποιο άλλο μέρος του σώματος να εμπλακεί σε αυτήν. Κοίταξα το πρόσωπό του και το χαμόγελο που διαγραφόταν· ήταν γαλήνιο και αληθινό, δεν είχε την παραμικρή σχέση με την πλαστικότητα των προσώπων που είχαμε αντικρίσει μερικές ώρες νωρίτερα.
Του έκανα νεύμα να ζυγώσει προς το μέρος μας χωρίς να μετακινηθώ από τη θέση μου. Ο φρουρός τον είδε να μας προσεγγίζει, ελαφρώς προβληματισμένος. Δεν φοβόταν πια, δεν έτρεμε τον ίσκιο του, αλλά από την άλλη δυσκολευόταν να αποκρυπτογραφήσει τις σουρεαλιστικές πινελιές που είχαν χρωματίσει τη νύχτα του.
«Λοιπόν, Νίκολας, του είπες τα πάντα για μένα;»
«Όχι, Μαρκ, δεν έχω άλλωστε κάτι να του πω, δεν έκανες και τίποτα κακό».
«Τότε ίσως είναι ώρα να πηγαίνουμε. Η πτήση μου αναχωρεί σε λίγες ώρες, ίσως θα ήθελες να με συνοδεύσεις μέχρι τον σταθμό του μετρό».

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Εκδότες και ghosting

Όσοι θεωρούν πως ο πρόσφατος νεολογισμός βγήκε από τη Gen Z, καλό θα είναι να αναθεωρήσουν. Το ghosting υπήρχε απ’ όταν ακόμα οι σημερινοί πιτσιρικάδες βρίσκονταν στην κοιλιά της μάνας τους και το επινόησαν οι εκδοτικοί νταβάδες. Όταν έφτανε η ώρα της εκκαθάρισης κατά έναν περίεργο λόγο εξαφανίζονταν. Δεν υπήρχαν πιά ούτε mail, ούτε τηλέφωνα, ούτε ΚΑΔ, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Σαν ο εκδοτικός να μην υπήρξε ποτέ!
Βέβαια μέχρι εκείνη την επάρατη ώρα οι εκδότες γενικώς είναι λαλίστατοι και πανταχού παρόντες. Που να γίνουν παρουσιάσεις, που σαλόνια, που αγιογραφίες από τα γνωστά Αρδάκια (με το αζημίωτο φυσικά και τα έξοδα του συγγραφέα βεβαίως-βεβαίως).
Το βασικό πρόβλημα με την εκδοτική λαίλαπα δεν είναι απλά ότι δεν αγαπάει το βιβλίο, είναι ότι πρόκειται για μια δράκα επιτήδειων χωρίς ηθικούς φραγμούς, μπέσα και όρια που αντιλαμβάνονται το συγγραφέα ως αναλώσιμο σκουπίδι. Δεν νοιάζονται για τη δουλειά του (σπανίως άλλωστε τη διαβάζουν) παρά μόνο για το άκοπο και βραχυπρόθεσμο κέρδος.
Ακόμα χειρότερα δεν είναι απλά ένας που χαλάει την πιάτσα, είναι όλη η πιάτσα. Όταν υπάρχει ένα τέτοιο κατεστημένο φυσικά η ποιοτική λογοτεχνία αδυνατεί να ανθίσει. Μην ξεχνάμε πως οι σοβαροί άνθρωποι και όχι τα τσουτσέκια που έχουν κατακλύσει τα ράφια βάζουν τη λογοτεχνική τους αξιοπρέπεια πάνω από ατζέντηδες και χαλκευμένες διακρίσεις.
Εννοείται πως το ζήτημα της αθέτησης των συμβολαίων αποτελεί ένα θέμα ταμπού, κανείς δεν μιλάει, κανείς δεν το θίγει, κανείς δεν λαλάει (και δεν μιλάμε φυσικά για την απούσα πολιτεία). Όσο ωστόσο το απόστημα θα κακοφορμίζει τόσο η εγχώρια λογοτεχνία θα χάνει τα ατόφια ταλέντα της, και τόσο ο πολιτισμός θα χάνει την εγχώρια λογοτεχνία. Μέχρι να γίνει μια μακρινή ανάμνηση που καπελώθηκε από πάσης φύσεως θλιβερούς κατεργαραίους.

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Συνεντεύξεις με την κυρία Ευτέρπη μέρος 4 (Βαγγέλης Στεργίου)

Καθώς γίνεται πλέον πασιφανές αγαπητή μου κυρία δημοσιογράφε, τον κόσμο δεν τον ορίζει ο x, ο y, ο z σαλτιμπάγκος πρόεδρος, μα υπερεθνικά συμφέροντα βιομηχανιών πυραύλων, μυδραλίων, αεροπλάνων, αυτών των καινούριων των ντρόουν με τη φουλ τεχνητή νοημοσύνη και δε συμμαζεύεται, τα οποία κάπου πρέπει να πέσουν, κάπως πρέπει να καταναλωθούν, ώστε να ανανεωθεί η παγκοσμία οπλική κατάστασις.
Κι αναρωτιέμαι μαντάμ δημοσιογράφε μου, κυρία Ευτέρπη μου, πώς είναι δυνατόν επιστήμονες άνθρωποι, με διδακτορικά, με περγαμηνές και με δημοσιεύσεις στα Nature, Quantum, Physics Review και δε συμμαζεύεται να έχουν τόσο μεγάλο δείκτη κοινωνικής ασχετοσύνης που να μην κατανοούν πως η δουλειά τους πάει στράφι. Διότι η δουλειά τους περί στοιχειωδών σωματιδίων, περί μαύρων και άσπρων τρυπών χρησιμοποιείται για την παραγωγή της νέας γενιάς πυρηνικών κεφαλών και ανεγκέφαλων ρομπότ και τσατμπότ. Να ξεκινήσουν απεργίες οι εργαζόμενοι σε κάθε βιομηχανία όπλων, να σταματήσουν την έρευνα οι υπερφιλόδοξοι επιστήμονες που το 'χουν βάλει στον αυτόματο και γράφουν εξισώσεις τροχιών για βαλλιστικούς πυραύλους με στόχους τα παιδάκια του κοσμάκη.
Να παραιτηθούν οι αρχιστράτηγοι, οι λοχαγοί, οι ταγματάρχες και οι οπλαρχηγοί του κάθε μεγιστάνα των μυδραλίων και να στρέψουν τις κάνες των τεθωρακισμένων τους κατά τα εξοχικά του Νετανίαου, του Τραμπ, της κάθε χαζομερεμέτως Φον Ντερ Λάιεν, αναφωνώντας όλοι μαζί οι επαναστατημένοι υπάλληλοι των υπαλλήλων: Πίσω και σας φάγαμε ρε παλιοζαγάρια. Ούστ και σε άλλο πλανήτη αρέ φονιάδες των λαών…
Μα ... (ανάβει τσιγάρο άφιλτρο με Zippo Guns 'n Roses) ... όλα τα παραπάνω κυρία Ευτέρπη μου, που θα μετασχημάτιζαν τούτο ‘δω το στερέωμα ριζικά και ουσιαστικά, μάλλον σε κάποιο άλλο παράλληλο σύμπαν, σε κάποια άλλη κατάρρευση της κυματοσυναρτήσεως που ορίζει κόσμους, θα μπορούσε ίσως να λάβουν χώρο και χρόνο...Όχι στο δικό μας σύμπαν πάντως.
Σάκης…οκ κόφτο τώρα το μαραφέτι. Φύγαμε για μπυρίτσα…
Όχι κυρία Ευτέρπη μου. Δεν κινδυνεύουμε, καθώς αντιλαμβάνεστε κι εσείς... (ανάβει George Karelias & Sons)... ούτε από την αλλαγή την κλιματική, ούτε από την οζονική οπή. Δεν κινδυνεύουμε ούτε από τους στροβιλισμούς των ομβρίων υδάτων, ούτε από το λιώσιμο των παγετώνων.
Κινδυνεύουμε από την ηλιθιότητα των ευρωπαίων* ηγετών της μπότας του μίστερ Μπλούφ και των όρχεων του Φλοκ, οι οποίοι, πρωϊ πρωϊ, όντας μαχμουρλήδες**, αντί να πιούν το καφεδάκι τους χαλαρά, με το γαλλικό το κρουασάν, αλείφοντας τη φετούλα την πολύσπορη με μαρμελαδίτσα βατόμουρο, αντί να ρουφήξουν το αυγουλάκι τους το μελάτο, εν' ειρήνη, με τη σύντροφό τους τη Μισέλ μα μπελ, αραδιάζουν στα σόσιαλ απειλές εναντίον της αρκούδας...
Ναι, αυτής...
Γειά σου ρε Σάκη... Όλα τα πιάνεις ρε μάγκα...

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2026

Γιατί οι έλληνες συγγραφίτσοι γουστάρουν την αυτογελοιοποίηση;

Αν υπάρχει μια συντεχνία που διαχρονικά συγκεντρώνει τη χλεύη του θυμόσοφου λαού αυτή είναι η «Ελληνική διανόηση». Ο όρος του ποιητή φανφάρα άλλωστε έχει εντυπωθεί στο συλλογικό υποσυνείδητο για να περιγράψει όλον εκείνο τον εσμό των Καραγκιόζηδων που άνθησαν κυρίως τη δεκαετία του είκοσι και του τριάντα μέσα από κλίκες και νοσηρά "συνδικάτα" τη στιγμή που ένας Βάρναλης και ένας Καρυωτάκης τους έλουζαν πατόκορφα με ροχάλες
Η παράδοση ωστόσο συνεχίζεται επαληθεύοντας τα ένστικτα του θυμόσοφου λαού. Οι συγγραφίτσοι τείνουν να απασχολούν την επικαιρότητα για όλους τους λάθους λόγους κάνοντας φυσικά τα εκδοτικά παραμάγαζα να τρίβουν τα χέρια τους, η αμετροέπεια είναι άλλωστε και ο μόνος τρόπος να διατηρηθούν στην επικαιρότητα. Οι δηλώσεις τους ωστόσο όχι σε άνθρωπο του πνεύματος, έστω και διαπλεκόμενο, δεν δείχνουν να αρμόζουν αλλά ούτε σε κακομαθημένο δεκαπεντάχρονο τίγκα στα καυλόσπυρα.
Έτσι από τη μια έχεις το Χωμενίδη να δηλώνει αλάνι ενώ μέχρι τα σαρανταπέντε ζούσε με την μαμά του, τον Τατσόπουλο που γύριζε τύφλα στα μπαρ να επαίρεται πως έχει πάρει τη μισή Αθήνα, τη Σώτη να κουνάει το δάχτυλο σαν εμμηνοπαυσιακή γυμνασιάρχισσα, το γόνο Θανασάκη να μην ξέρεις από που να τον πιάσεις, τη σκατοψυχιά της Διβάνη να σκυλεύει τη μνήμη νέων ανθρώπων που έχασαν τη ζωή τους για ένα εισιτήριο.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό το πως από όλες τις ομάδες της τέχνης μόνο ο συγγραφέας δυσφημεί τον κλάδο του, και κατ’ επέκταση το βιβλίο, με τόση ευκολία. Αλλά ίσως και ενδεικτικό της αξιακής δομής της κοινωνίας. Ο συγγραφέας αδυνατώντας να βρει την ορατότητα που θεωρεί πως του αναλογεί, έχοντας προηγουμένως ανακηρύξει τον εαυτό του ως κοινωνό του πνεύματος και ίσως της μοναδικής αλήθειας, παλεύει με νύχια και με δόντια για την άντληση μιας δεδομένης και αυτοδίκαιης για κείνον επιβεβαίωσης. Βέβαια στο χωριό μου κάτι τέτοιους τύπους τους λέμε ψωνάρες και σούργελα αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…
Φανταστείτε ωστόσο αν ο Καραγάτσης, ο Εμπειρίκος ή ο Παπαδιαμάντης είχαν κάνει στο παρελθόν αντίστοιχες δηλώσεις ποιο θα ήταν το στίγμα της υστεροφημίας τους. Και κρατήστε αυτή την επισήμανση για τους ιστορικούς του μέλλοντος.

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Συνεντεύξεις με την κυρία Ευτέρπη μέρος 3(Βαγγέλης Στεργίου)

Και τώρα που φάγαμε και τώρα που ήπιαμε, δώστε βάση κυρία Ευτέρπη μου…
Είμαστε παιδιά του Λόγου με λάμδα κεφαλαίο.
Κι ο Λόγος προέκυψε από την ανάγκη μας της επιβίωσης, η οποία οφείλει να αναβαθμιστεί σε ανάγκη για Ζωή με ζού κεφαλαίο, από τον Άνθρωπο με άλφα κεφαλαίο.
Έτσι είναι κυρία μου. Χαίρομαι που χαμογελάτε.
Και που λέτε…(ανάβει Camel άφιλτρο)... η πιο αρχέγονη μορφή Λόγου είναι το μπιτ της καρδιάς. Έπειτα ακολουθεί η ζωγραφική στα σπήλαια και χιλιάδες χρόνια αργότερα, η ποίηση κυρία μου!
Οι περί τέχνης ερωτήσεις κυρία Ευτέρπη μου, και ειδικά οι περιτέχνως διατυπωμένες, γνωρίζετε πως αποτελούν μεγάλη αδυναμία μου.
Λοιπόν… είθισται το έργο τέχνης να προκαλεί εσώτερες παλίρροιες στο υποσυνείδητο και προφανώς ουδεμίαν σχέση έχει με στείρους μπαμπινιωτισμούς ή με όλα αυτά τα νάυλον ντέφια, τα επιπλέοντα στα πάνω αφρώδη νερά των ανθολογίων
Εξάλλου, το κύμα των μεγάλων έργων υποβόσκει, ταξιδεύει υπογείως κι εν τέλει φτάνει σε μέλλοντες χωρόχρονους, απαλλαγμένο από διαφημίσεις, παρουσιάσεις και βαϊραλισμούς*, ακριβώς επειδή είναι Τέχνη με ταφ κεφαλαίο να πούμε κι όχι τέχνη με ταφ πεζό.
Δεν εγκλωβίζεται σε ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες, αλλά χύνεται ακέραιο σε κατάλληλες πτυχές του κοινωνικού σώματος, διότι είναι αναγκαίο. Ναι ρε Σάκη, πολύ χαίρομαι ρε φίλε που συμφωνείς να πούμε.
Με τον Σάκη κυρία Ευτέρπη μου, ήμασταν συμφοιτηταί στη σχολή καλών τεκνών…
*βαϊραλισμός: όρος του Άλκη (από την αγγλική λέξη viral – έννοια που εμφανίστηκε τα τελευταία τέρμινα και όπως γνωρίζεις αγαπητέ μου αναγνώστρια/στη, προέκυψε λόγω διαδικτυακής αλληλεπίδρασης του κοσμάκη με άυλα, διάσημα και εφήμερα ιντερνετικά αντικείμενα).
Διότι ο καθείς μας κυρία Ευτέρπη μου, παίζει εντός μιας ανεπαίσθητης ταινίας και δεν το γνωρίζει. Μιας ταινίας με σκηνοθέτη την κοινωνική του τάξη.
Ειδικά τα τελευταία τέρμινα με τούτα δω τα μαραφέτια, τα κοινωνικά μύδια, ο καθείς δύναται να γενεί σκηνοθέτης παύλα ηθοποιός του εαυτού του, καθώς κοντύλιασε* και κείνος ο φιλόσοφος με την παχιά μουστάκα....Όχι αυτός...ο άλλος…
…Κι ανάβει ένα Camel άφιλτρο.
Μύρισε κάτι σα σπινιάρισμα Honda στρογγυλοφάναρου παπιού
πάνω σε κάποιο λευκό φρεσκοκομμένο τριαντάφυλλο
απ' τον κήπο της πιο βαριάς βιομηχανίας όπλων στον κόσμο…
*κοντυλιάζω: γράφω
Έτσι, κυρία Ευτέρπη μου, έχουμε γεμίσει με παρδαβέλες*.
Παρδαβέλας κυρία μου, λέγεται αυτός που γράφει, γράφει, γράφει, προτείνει, υποδεικνύει, συγγράφει, εκδίδει, μα τα όσα γράφει κι εκδίδει, γυροφέρνουν την αλήθεια, μα δεν την ακουμπάν ποτέ. Κι αυτό, ενίοτε στους κύκλους των πνευματικών ανθρώπων, που μας έλεγε κι η δασκάλα της εκθέσεως, είναι επιτηδευμένο,
άρα ανήθικο.
Διότι μπορούμε σε τρεις γραμμούλες να γράψουμε όλη την αλήθεια του σύμπαντος, κυρία μου...Μην απορείτε καθόλου...Και πού είστε... Να το κλείσουμε τώρα αυτό το μαραφέτι, ε;
Τι είμαστε να παρδαβελίζουμε τόσην ώρα;
Τίποτα πνευματικοί άνθρωποι;
* Παρδαβέλας: πιθανώς από τα «πάρδαλις» + «βάλλω», δηλαδή που ρίχνει/σπέρνει κηλίδες
Σε όσο πιο αρχέγονες και παλαιές πηγές εμπνεύσεως μεταφερόμαστε, όσο πιο οικοσυστημικά και ολιστικά αντιμετωπίζουμε το απανταχού ιστορικά κατασκευασθέν κοσμικό οικοδόμημα, όσο δηλαδή απομακρυνόμαστε από την πλήρη εϊαϊοποίηση* της ύπαρξής μας, τόσο περισσότερο έχουμε τη δύναμη να δούμε το σύστημα απ' έξω. Κι όσο πιο κριτικά ατενίζουμε το σύστημα, τόσο πιο πολύ δυναμώνει η ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη ανάγκη μας, για απελευθέρωση από την αστική ψευτιά, αγαπητή κυρία Ευτέρπη μου.
Εκτός κυρία μου, αν εσείς θεωρείτε πως τα πράματα βαίνουν παγκοσμίως φίνα....
Ε, αυτό λέγω...Ναι ρε φίλε Σάκη! Είσαι ο καλύτερος ηχολήπτης ρε φίλε.
Κερνάω μαύρη μπυρίτσα στο Ark…Μετά ρε, ναι
εϊαϊοποίηση: όρος του Άλκη, ο οποίος προέρχεται από τους όρους AI (Αrtificial Ιntelligence) και “ποιώ”.
Η προχωρημένη τεχνολογικά κοινωνία, χωρίς την ύπαρξη της βαθιάς θεωρίας στο συλλογικό ασυνείδητο του κοσμάκη, οδηγεί σε πλήρη κοινωνικό αναλφαβητισμό, κυρία Ευτέρπη μου. Σε αυτό το στάδιο είμαστε. Σ' ένα τέλμα κοινωνικής δυσαναγνωσίας, σε μια σύγχρονη υπερβερμπαλιστική Βαβέλ, δηλαδή σε μια κατάσταση υπερκαταρτισμένων και κοινωνικοπολιτικο-ιστορικά αγράμματων υποκειμένων που δε δύνανται να αφομοιώσουν τίποτα και συνεπώς ας πούμε, δε συνάγεται κανείς αξιακός κώδικας ούτε από τις μεταξύ τους σχέσεις, ούτε από την αλληλεπίδρασή τους με τα υπόλοιπα υποκείμενα σε υπερατλαντικό και γκλόμπαλ επίπεδο.
Βράσε όρυζα κυρία Ευτέρπη μου…
Βράσε και τα κοινωνικά τα δίχτυα, βράσε και τ' αρτιφίσιαλ ιντέλιτζενς,
βράσε και ΄σενα, βράσε και 'μένα.
Δεν ξέρουμε πού παν τα τέσσερα. Κι ας κολυμπάμε στην πληροφορία.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Η δομική στιβαρότητα της Χρυσηίδας Δημουλίδου.

Παρεξηγημένη, λοιδορημένη και σίγουρα- μέσα στον υποκριτικό βόθρο των ελληνικών γραμμάτων- ταυτισμένη με την «κακή» λογοτεχνία η Χρυσηίδα Δημουλίδου δεν μιλάει πολύ, αλλά όταν το κάνει μιλάει με τις πωλήσεις της και πολύ περισσότερο με τη διάρκεια της, αν στο συγκεκριμένο είδος μπορούμε να μιλήσουμε για μια «Πατριάρχη», ή έναν «ασθενή μηδέν» με πιο μεταφυσικούς όρους, τότε ο τίτλος της ανήκει δικαιωματικά. Διότι ήταν η συγκεκριμένη που καθιέρωσε το είδος στην Ελλάδα, τουλάχιστον στη σύγχρονη μορφή του.
Η Ροζ λογοτεχνία δεν έχει σχέσεις με «βραβεία», σαλόνια σε πολιτισμικές στήλες, εκδουλεύσεις και γλυφοκωλάδα. Με άλλα λόγια για να ξεχωρίσεις πρέπει να το κάνεις με το «σπαθί» σου, να έχεις το κάτι παραπάνω, και πιο είναι αυτό το «κάτι» που έχει η Δημουλίδου: Η σεμιναριακή, σχεδόν, δομική στιβαρότητα. Με άλλα λόγια η πλοκή που υφαίνει ένας ανάλαφρος, πιθανώς κακότεχνος αλλά συνειδητοποιημένος story teller.
Η πλοκή είναι πάντα ζήτημα εμπειριών, ερεθισμάτων, ταξιδιών, μιας ζωής να την πιείς στο κουτάλι. Για να το θέσουμε αλλιώς αν είσαι ο Μάκης Τσίσας που επί είκοσι χρόνια έτρωγες καρπαζιά από τον αρχικλεφταρά τον Χατζόπουλο τότε θα βγάλεις το ανάλογο «πόνημα» το οποίο θα πάρει και ένα Ευρωπαϊκό βραβείο της πλάκας με την αγιογδύτισσα τη Σοκκόλη στην κριτική επιτροπή (Για να καταλάβετε πως δίνονται οι διακρίσεις στους λακέδες). Αν από την άλλη έχεις ταξιδέψει από Ντουμπάι μέχρι Νέα Υόρκη, έχεις ξεσαλώσει στα πιο ξέφρενα πάρτι της Μυκόνου, έχεις γνωρίσει ένα σωρό προσωπικότητες του διεθνούς τζετ σετ τότε σίγουρα έχεις κάτι να πεις, και πολύ περισσότερο έχεις κάτι να γράψεις.
Η ροζ λογοτεχνία είναι αλογόκριτη, δεν υπακούει στα κελεύσματα ($$$) των κριτικών, δεν συγχρωτίζεται σε γκροτέσκα σουαρέ, έχει οπωσδήποτε τις κακές στιγμές της αλλά δεν φέρει το παραπανίσιο μειονέκτημα της χυδαιότητας και της ρουφιανιάς. Αυτό η μέση νοικοκυρά (στην οποία απευθύνεται) το εκτιμά, ίσως γιατί και η ίδια μέσα στην απλότητα της δεν καταλαβαίνει από παρασκήνια και προφανώς δεν τα παρακολουθεί σαν τα πάσης φύσεως πρόβατα που στέλνουν οι κριτικοί στον γκισέ. Σε αυτό το πεδίο η Δημουλίδου παίζει καλή μπάλα, όπως και οι αντίστοιχες ομότεχνες της σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη έχοντας το ίδιο κοινό χαρακτηριστικό, την κατασκευή μιας στιβαρής δομής. Το είδος άλλωστε δεν είναι Ελληνική πατέντα, ούτε ποτέ υπήρξε…

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Όταν η ροζ λογοτεχνία υποκαθιστά τον ροζ δονητή.

Αποτελεί τη ναυαρχίδα των εκδοτικών νταβάδων και ίσως το είδος που διαθέτει το πιο προβλέψιμο target group. Η ροζ λογοτεχνία δεν είναι μόνο απαραίτητη αλλά και πολυχρηστική καθώς μπορεί να ικανοποιήσει παντός είδους ανάγκες.
Απεγνωσμένες νοικοκυρές, γυναίκες που η σεξουαλική τους ζωή μοιάζει με άνυδρη στέπα, ανδρόγυνα στα πρόθυρα γαμήλιου λήθαργου, ακόμα και αρσενικά με τη ρετσινιά του ευνουχισμένου βρίσκουν το αποκούμπι τους σε αναγνώσματα που δεν εμπορεύονται κάποιο ιδιαίτερο πνεύμα, δεν διεκδικούν δάφνες ποιότητας, δεν παρεκκλίνουν από τα στερεοτυπικά όρια που η ίδια η αντίληψη τους έχει θέσει. Το πιο σημαντικό, τα έχουν γράψει άνθρωποι σαν και κείνους.
Έτσι δεν υπάρχει μικροαστική κλίνη που στο κομοδίνο να μην έχει κάποιες «μαμάδες βορείων προαστίων», κάποιο «σπίτι δίπλα στο ποτάμι», κάποιον «Ιούδα». Αν ο δονητής μένει μέσα στο συρτάρι, τα παραπάνω τοποθετούνται από πάνω, σε θέση ευδιάκριτη και συχνά περίοπτη καθώς δεν είναι μόνο οι ερωτογενείς ζώνες που χρειάζονται το ανάλογο stimulus αλλά και το πνεύμα, ιδιαίτερα αν καλύπτεται με το περιτύλιγμα της φιλαγνωσίας.
Η ροζ λογοτεχνία είναι τίμια, δεν προσποιείται κάτι άλλο, δεν κάνει εκπτώσεις γιατί είναι από μόνη της φτηνή. Αντίθετα εκπτώσεις κάνει το κάθε σοβαροφανές τσουτσέκι μπροστά στις απαιτήσεις του εκάστοτε εκδοτικού νταβά. Είναι αυτό από το οποίο θα ζητηθεί συγκεκριμένη θεματολογία, λιασμένες γωνίες και υλικό βουτηγμένο στη φορμόλη. Για του λόγου το αληθές, διαβάστε το παρακάτω edito…
https://neokartel.blogspot.com/2024/03/blog-post.html
Κι αν ο δονητής αποτέλεσε το μεγαλύτερο ανάχωμα απέναντι στη θηλυκή υστερία, η ροζ λογοτεχνία συνεχίζει μια δική της παράδοση, προσδίδοντας νόημα σε ζωές που χωρίς αυτή θα είχαν παραμείνει στη ναφθαλίνη…

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026

Συνεντεύξεις με την κυρία Ευτέρπη Μέρος 2 (Βαγγέλης Στεργίου)

Ζούμε και ζήσαμε σε μια κοινωνία με διάφορα είδη κατεστημένων, αγαπητή κυρία Ευτέρπη μου.
Δηλαδή...Δηλαδή...(ανάβει Camel άφιλτρο με Zippo Guns 'n' Roses)...Κατεστημένο επιστημονικό, κατεστημένο καλλιτεχνικό, ένα προ - ορισμένο κοινωνικό επιστητό μαντάμ, που στο κάτω κάτω δεν το επιλέξαμε εμείς και η γενιά μου, η οποία έζησε την εφηβεία και τη νεότητά της στα '90s.
Μας κληροδότησαν έναν κόσμο που λέτε κυρία μου, στον οποίον και καλά θα 'πρεπε να ενσωματωθούμε, γιατί ήταν λέει...ένας κόσμος μεθεπαναστατικός κι εξελισσόμενος, μα κυρία μου...
ήταν ένας ντεμέκ κόσμος του μεταμοντέρνου,
που λεν κι οι φιλόσοφοι...
Τα '90s ήταν η εποχή στην οποία μας επιβλήθηκε από ποιόν δηλαδή, από τους εκφυλισμένους παλαιοεπαναστάτες, ο σεβασμός στα ήθη και στα έθιμα του έντεχνου τραγουδιού, της θεοδωρακοπληξίας, της χατζιδακοπληξίας και δε συμμαζεύεται μαντάμ, λες και ήταν τίποτα Θρησκείες όλα αυτά τα κατεστημένα....
Ώπα, ώπα, έως εδώ, φώναξαν κάποια αδέρφια μας κι επανέφεραν το σύνθημα Punk's not Dead, θέλοντας να πουν πως είμαστε καθαροί ρε 'σεις αλλοτριωμένοι παλαιοεπαναστάτες της μπότας μας...Μη γελάτε μαντάμ, διότι αυτή ειν' η αλήθεια να πούμε...
Δεν είναι τυχαίο που τα ελληνικά συγκροτήματα της δεκαετίας του '90 είναι στιχουργικά σαφώς ανώτερα από τα αντίστοιχα αγγλικά της εποχής...Κι επίσης δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι από δαύτους μαντάμ, ούτ’ επλούτισαν,
ούτ’ ηθικολόγησαν σαν κάποιους παλιούς ποιητάδες,
ούτε καυχήθηκαν πως άλλαξαν τον κόσμο...
Όχι μαντάμ, δεν αλλάξαμε τον κόσμο,
μα δε μας άλλαξε κι αυτός να ξέρετε, κι είμαστε ακόμη εδώ...
Κι ας έγινε η απώλεια, συνήθειά μας.
Διότι είναι κάποιοι συνάνθρωποί μας, οι οποίοι μπαίνουν εμπρός στον εαυτό τους συνεχώς, και καθώς το Εγώ τους, κυρία Ευτέρπη μου, είναι τόσο μεγάλο, εν' τέλει και δυστυχώς, δε βλέπουν τίποτε άλλο, παρά τον ίδιο τους τον εαυτό.
Το Εγώ τους, κάλυψε την πόλη τους και δεν τη βλέπουν πια.
Έπειτα κάλυψε τη χώρα τους και δεν τη βλέπουν ούτε τούτη πια...(ανάβει τσιγαράκι Camel άφιλτρο)...
Κι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου,
που το Εγώ τους κάλυψε την πλάση όλη...
Και δεν τη βλέπουν πια...
Έτσι δεν κάνουμε δουλειά, μαντάμ...
Ένα κριτήριο για να ξεχωρίσει κανείς κάποιο γραφτό της προκοπής…ναι, ναι, λογοτεχνικό εννοώ…είναι να μην υποβόσκει κάτω απ’ τα σχήματα λόγου του, το εγωϊστικό σαράκι του συγγραφέα. Να μη γράφει δηλαδή για να φουντώσει το ίδιο το Εγώ του, μα το Εσύ, ιφ γιου νόου γουάα μιν, που λεν και οι Αμερικανοί.
Διότι σήμερα κυρία Ευτέρπη μου, έχουμε γεμίσει με κρυφοπεριαυτολόγους που διψάν για φόλαουερς, μα από μέσα "τζίφος" η γνησιότις της ψυχούλας τους. Είναι σημαντικό δηλαδή και πώς να το κάνουμε, να μη νοιώθεις τα δικά σου βάσανα, μα τα βάσανα των άλλων και μερικές φορές…
Τα βάσανα ολόκληρων λαών, κυρία μου....
Επ! Σάκης.. εσύ ήσουν τόση ώρα πίσω απ' αυτό το μαραφέτι με το μικρόφωνο ρε αδερφέ; Πω ρε φίλε, χρόνια και ζαμάνια.
Κυρία Ευτέρπη μου, για πες στα παιδιά να φκιάσουν κανά απεριτίφ με μεζέ.
Τέρμα για απόψε η κουλτουρομπαρούφα.
Ο Σάκης είναι φίλος αδερφικός και παλαιός συγκάτοικος στη Δ’ Εστία τη φοιτητική.

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026

Ο Τσαλαπετεινός του Wyoming (Κριτική)

Αν υπάρχουν δύο ελληνικές ταινίες που σημάδεψαν τη γενιά μου, αυτές είναι «Οι απόντες» του Νίκου Γραμματικού και ο «Τσαλαπετεινός του Wyoming» του Δημήτρη Ινδαρέ. Γυρισμένες στα μέσα των 90’s αφουγκράζονται και ακτινογραφούν όλη τη μελαγχολία, τον καταστροφικό κομφορμισμό και τον αντιερωτισμό εκείνης της δεκαετίας. Μιας δεκαετίας μέσα στην οποία οι σαραντάρηδες της γενιάς μου είχαν την τύχη (αλλά και την ατυχία μαζί) να ενηλικιωθούν.
Στο σινεμά την ταινία του Ινδαρέ την είδα για πρώτη φορά με μια συμμαθήτρια από το φροντιστήριο σε μια άδεια αίθουσα στην Πατησίων, ή για να πω την αλήθεια ελάχιστα από αυτή κατάφερα να δω, καθώς κατά τη διάρκεια της προβολής επιδιδόμασταν σε ερωτικές περιπτύξεις που ωστόσο δεν έφτασαν εκείνη τη στιγμή στην ολοκλήρωση, και θα έπαιρνε αρκετό καιρό μέχρι αυτό να γίνει με τρόπο περισσότερο τραυματικό και σχεδόν καθόλου διονυσιακό. Ιστορικά εγκλωβισμένοι ανάμεσα στη γενιά της όψιμης σεξουαλικής απελευθέρωσης που χαρακτήρισε τα 80’s και της απενοχοποίησης των ηθών που θα σηματοδοτούσαν τα 00’s, μεγαλώσαμε στο άχαρο μεταίχμιο, μια μαύρη τρύπα που κυριαρχούσε η ματαίωση, η καχυποψία, η σύγχυση και τα όψιμα κρίματα των προηγούμενων.
Όταν λοιπόν έτυχε την ξαναδώ στην τηλεόραση η ταύτιση μου ήταν κάτι περισσότερο από απόλυτη ώστε να την κατατάξω σε ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα της εγχώριας κινηματογραφίας.
Στην ιστορία, ένας νεαρός φοιτητής, ο Μιχάλης (Αλέξανδρος Λογοθέτης) προσπαθεί να ισορροπήσει (σαν ενδιάμεσος και ο ίδιος κρίκος) ανάμεσα στη μεγαλύτερη ερωμένη του Λήδα (Κωνσταντίνα Ανδριοπούλου) και τη νεαρή φίλη της Λία (Βίκη Βολιώτη), πριν γνωρίσει την εγκατάλειψη από την πρώτη και τον απόλυτο έρωτα μαζί με την απόρριψη από τη δεύτερη. «Σύμφωνα με μελέτες που έγιναν στον Τσαλαπετεινό του Wyoming…τα υπόλοιπα αρσενικά υποχρεούνται σε αναγκαστική εγκράτεια» ακούγεται να λέει ο φίλος της ανύπαντρης μητέρας του (Μπέτυ Αρβανίτη) σε ένα σημείο της ταινίας. Ονειροπόλος και ευαίσθητος ο ίδιος αδυνατεί να αφομοιωθεί σε μια συνθήκη που του ζητά να παραδώσει την αθωότητα του, παρατηρώντας γύρω του τα εγωκεντρικά συντρίμμια ενός κόσμου που επιζητεί την απόλυτη έλλειψη ευθυνών, την απουσία ουσιαστικών δεσμεύσεων, το safe zone της μοναξιάς του.
Με μια ατμοσφαιρική μουσική επένδυση δια χειρός Δημήτρη Παπαδημητρίου και το υπέροχο τραγούδι της Ελευθερίας Αρβανιτάκη «Και όλα αρχίζουν αλλιώς» που δένει τις κορυφαίες σκηνές, η ταινία του Ινδαρέ αποτελεί ένα μικρό ρέκβιεμ της αντρικής παιδικότητας, αλλά και μια εισαγωγή στον επίπονο προθάλαμο της ενηλικίωσης που κάποιοι δρασκελίζουν και κάποιοι άλλοι επιμένουν να αναβάλλουν την είσοδο τους, «υποχρεούμενοι σε αναγκαστική εγκράτεια»…

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Γροιλανδία (Αχιλλέας Σωτηρέλλος)

Αγαπημένη μου Νούρια, αφού πρώτα βεβαιώθηκα απόλυτα για την συναισθηματική μου απονέκρωση αποφάσισα να αφήσω τα εύκρατα κλίματα σε αναζήτηση πιο ψυχρών. Η απόρριψη σου ήταν η κορυφή του παγόβουνου σε μια σειρά από ερωτικές απογοητεύσεις, διαψεύσεις, ματαιώσεις και προδοσίες που διαμόρφωσαν την ακρωτηριασμένη μου ύπαρξη. Η αλήθεια ήταν πως δεν υπήρξα ποτέ τυχερός στη ζωή μου, από την άλλη βέβαια σκέφτομαι ότι είμαστε αποκλειστικά εμείς υπεύθυνοι για τις τύχες μας. Ήμουν άτολμος, ονειροπόλος και εγωιστής, προτιμούσα να διατηρώ τους πόθους μου διψασμένους γιγαντώνοντας την έξαψη από το να τους προσγειώνω στα άθλια λασπόνερα της καθημερινότητας ή να τους απογυμνώνω από το παραπλανητικό περιτύλιγμα αντικρίζοντας από κάτω την καταρρακωμένη αλήθεια. Από μια άποψη σε χρησιμοποίησα, δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω, στα απρόσιτα χείλι σου αναγνώρισα ένα ακόμα απωθημένο για να με απομακρύνει από οδυνηρές βεβαιότητες και επίπονους συμβιβασμούς. Όσο περνάνε οι μέρες, το συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο.
Γλυκιά μου Νούρια. Αναφέρθηκα προηγουμένως σε παγόβουνο, τι όμορφη λέξη αλήθεια, ταυτισμένη με το διασημότερο ναυάγιο της ιστορίας. Εδώ στη Γροιλανδία,ξέρεις, το ενενήντα τοις εκατό καταλαμβάνεται από πάγους, η έκταση της είναι περίπου ίση με εκείνη της Αυστραλίας, ωστόσο ο συνολικός πληθυσμός δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες κατατάσσοντας την στην κορυφή της σχετικής λίστας με τις πιο αραιοκατοικημένες χώρες του πλανήτη. Επίσης καταγράφει και άλλες ενδιαφέρουσες διακρίσεις, όπως τα πρωτεία στις αυτοκτονίες, τους βιασμούς και τον αλκοολισμό. Θα περίμενε κανείς οι φυλακές να ήταν γεμάτες, αλλά το πρόβλημα είναι ότι εδώ δεν υπάρχουν φυλακές, τους στέλνουν έμαθα στη Δανία, δεν έβγαλα άκρη να σου πω την αλήθεια…
Πάντως η ζωή μου στο Νόοκ κυλάει ήρεμα. Το Νόοκ είναι η πρωτεύουσα και αριθμεί περί το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού, διαθέτει νοσοκομείο, πανεπιστήμιο, κλειστές αθλητικές εγκαταστάσεις και τον μοναδικό ουρανοξύστη της χώρας. Ακόμα και γήπεδο γκολφ που δυσκολεύομαι να καταλάβω με ποιο τρόπο αξιοποιείται. Το πρωινά δουλεύω λάντζα σε μια ψαροταβέρνα του κέντρου που σερβίρει βραστή φώκια και παστό βακαλάο, διαμένω στα περίχωρα της πόλης σε μια συμπαθητική μονοκατοικία από πτυχωτό τσίγκο. Πρόσφατα δε απέκτησα και συντροφιά, μια πλαστική κούκλα τελευταίας τεχνολογίας η οποία μου κρατάει ερωτική συντροφιά στο κρεβάτι τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Η εταιρεία που την παρήγγειλα έκανε εξαιρετική δουλειά, τους είχα βέβαια προηγουμένως αποστείλει μια ολόσωμη φωτογραφία σου με το μπικίνι που φορούσες εκείνο το καλοκαίρι στη Μαγιόρκα. Θυμάσαι; Εύχομαι να είσαι καλά εκεί στην Ταραγόνα και να προσέχεις πάντα τον εαυτό σου. Με αγάπη, ο παντοτινά δικός σου. Πέδρο…

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

SYNDEN: Η Άγρια δύση της Σουηδίας

Καλωσήρθατε στη Σουηδία, όχι αυτήν που γνωρίζατε αλλά αυτή που κανένας δεν θέλει να ξέρετε. Τη χώρα της φτώχειας, της εγκληματικότητας,των διαλυμένων κοινωνικών υπηρεσιών και της πρέζας.
Αυτή τη Σουηδία παρουσιάζει το εξαιρετικό Synden (γη της αμαρτίας), ένα σύγχρονο γουέστερν όπου μια αστυνομικός πηγαίνει σε μια μικρή αγροτική κωμόπολη να ερευνήσει το φόνο του αδερφικού φίλου του τοξικομανούς γιού της.
Μια επαρχία όπου δεν διαβιούν γιάπηδες και δημόσιοι υπάλληλοι αλλά μέθυσοι, πρεζόνια, σκατόφατσες, ξεχαρβαλωμένες οικογένειες που συνθέτουν ένα πνιγηρό όσο και καταθλιπτικό περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο θεατής ρουφιέται κανονικά, γίνεται μάρτυρας νοσηρών σχέσεων, συνθλιμμένων οικογενειών και ανομολόγητων μυστικών.
Η σειρά δεν αγγίζει τίποτα επιδερμικά, αντιθέτως μέσα από το βούρκο αναδεικνύει τη θυσία, το γονεϊκό έντσικτο, την αγάπη όπως αυτά σχηματίζονται σε ένα συγκρουσιακό καθεστώς προβληματικών οικογενειακών δεσμών που μεγιστοποιεί η εξαθλίωση. Το Synden δεν είναι μια σειρά που "φωνάζει" διεκδικώντας μπλοκμπαστερικές δάφνες, αλλά ένα καλά κρυμμένο διαμαντάκι...

Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

Συνεντεύξεις στην κυρία Ευτέρπη Μέρος 1 (Βαγγέλης Στεργίου)

Ελληνική επαρχία, Καλοκαίρι 1991.
Τζιτζίκια, αυλές ημιασβεστωμένες κι ένα ραδιοφωνάκι Sharp παίζει από μακριά το "Άσε με να κάνω λάθος". Ο Άλκης, ανεβαίνει σα στραβοπόδαρος καουμπόης στο στρογγυλοφάναρο παπί Χόντα 50άρι. Η λιονταρίσια του σγουρή και μαύρη χαίτη ανεμίζει στο ζεστό λίβα σα θύσανος σε σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε.
Ο Άλκης είναι 17 χρονών και δεν τον χωράει ο τόπος. Άριστος μαθητής, αλλά όχι φυτό. Άριστος εραστής, μα άπειρος, μικρός ακόμη. Η Τζένη είναι 33 χρονών. Κομμώτρια με μαλλί Μαντόνα Λα Ίσλα Μπονίτα. Δε δίνει δεκάρα για την κοινή γνώμη. Έχει πελατεία, βγάζει τάλιρα με τη σέσουλα και κάθε Σάββατο βρίσκονται με τον Άλκη στην Καμέο στα Καμένα Βούρλα.
Ένα Αυγουστιάτικο Σαββατόβραδο, η Τζένη κάνει να περάσει τη δημοσιά. Μια KLR 250 περνάει από πάνω της όπως ένας ιαγουάρος πάνω από ένα μάτσο άγρια τριαντάφυλλα. Τη βραδιά εκείνη, ο Άλκης είχε κεράσει όλα τα Bloody Mary, μιας και τις προάλλες είχαν ανακοινωθεί τ' αποτελέσματα των εξετάσεων...Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Θετικών Επιστημών, Τμήμα Φυσικής…
Ο Άλκης γεννήθηκε ξανά εκείνη την ημέρα του θανάτου της Τζένης.
“Διότι, μερικές φορές γεννιόμαστε από τον ίδιο το θάνατο, κυρία Ευτέρπη μου…”
Έτσι, ο Άλκης ανέβηκε Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει Φυσικός. Ο Άλκης πάντα είχε κι εκείνη την παράξενη ψυχοσύνθεση, η οποία τον εμπόδιζε να είναι μονοδιάστατος άνθρωπος. Μα, όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά του, μαζί με το θάνατο της Τζένης, δεν ήταν εύκολα διαχειρίσιμα γι’ αυτόν. Πολύ νυχτερινό σουλατσάρισμα, πολύ αλκοόλ στα ροκάδικα της Θεσσαλονίκης (αγαπημένο στέκι το Ark), έρωτες που ήταν αδύνατο να κρατήσουν πάνω από ένα τέρμινο, μικρές χαρές με φίλους, συντρόφους και συμφοιτητές, που πολλές φορές καταλήγανε σε μικρές τραγωδίες…
Η Ευτέρπη στράφηκε τυχαία κατά τον Άλκη. Τον συμπάθησε αμέσως ή σχεδόν τον ερωτεύτηκε.
Αλλά και για αυτόν, η Ευτέρπη λειτούργησε πάνω του σαν ένας πολυδύναμος ελκυστής.
“Κυρία μου, είστε η πιο όμορφη βιβλιοθηκονόμος στο σύμπαν…”
Η Ευτέρπη ήταν γύρω στα σαράντα, με μόνιμη δουλειά στη βιβλιοθήκη του τμήματος Φυσικής, μα έκανε κι εκπομπή 10 - 12 τη νύχτα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, στο ραδιόφωνο. Κάπου στη Μητροπόλεως ήταν ο σταθμός.
Μια σημαντική λεπτομέρεια… Η Ευτέρπη έμοιαζε σαν δίδυμη αδερφή της Τζένης…
Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, ο Άλκης, περνά ανησυχίες, αφορισμούς, σχόλια περί ανέμων και υδάτων, περί ποντικών και γάτων, υπό τη μορφή φανταστικών συνεντεύξεων στην κυρία Ευτέρπη, η οποία αυτή εδώ τη στιγμή που με διαβάζεις, αγνοείται.
Ίσως όμως και να μην υπήρξε ποτέ…
Όπως κι ο Άλκης.