CARTEL
Περιοδικό λογοτεχνικής αστυνόμευσης
Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026
Η ποιήτρια (Αλέξανδρος Πετρόχειλος)
Του συστήθηκε και αυτή ως ποιήτρια. Ήταν ένα βράδυ στα Εξάρχεια, σε κάποιο μικρό μπαρ,με 2 ευρώ τη μικρή μπύρα, και 3 τη μεγάλη.
Είχε διαβάσει όλες τις συλλογές ποιημάτων του, και ήταν η μεγαλύτερη θαυμάστρια του. Πάντα ήθελε να του μιλήσει σε διάφορες παρουσιάσεις, ή ποιητικές βραδιές αλλά ποτέ δεν έβρισκε το θάρρος.
Τουλάχιστον έτσι του είπε.
Τον άκουσε πριν κάποιες ώρες να απαγγέλει ένα από τα ερωτικά του ποιήματα στο βιβλιοπωλείο ''Ε-πλασης'', και την μάγεψε τόσο πολύ, που βρήκε το κουράγιο να τον προσεγγίσει.
Τι υπέροχο ποιήμα; Πως του έρχεται η έμπνευση; Τι διαβάζει τον τελευταίο καιρό και ποιος είναι ο αγαπημένος του ποιητής;
Ο Ποιητής δεν άκουγε ούτε τις μισές ερωτήσεις από την εκκωφαντική ροκ μουσική. Μια αντρική βαθιά φωνή τραγούδαγε από τα ηχεία.
Η γυναίκα που μιλούσε στα κύματα
χόρευε σε μια ακρογιαλιά
Μπέρδευε τους στίχους του τραγουδιού με τις ερωτήσεις της. Συνήθως έγνεφε, χαμογελούσε, και όταν ήθελε να της μιλήσει, έσκυβε στο δεξί της αυτί, και της έλεγε κάτι αφηρημένο ή κάτι επιτηδευμένα έξυπνο. Η ανάσα της μύριζε αλκοόλ και ο λαιμός της κεράσι. Ήθελε να την φιλίσει κι ας μην θυμόταν ούτε το όνομα της. Τι του χρειαζόταν;
« Πολύ θα ήθελα να διαβάσω κάποια στιγμή την ποίηση σου », της είπε κοιτάζοντας την βαθιά στα μάτια. Άλλο λίγο και θα το πίστευε και ο ίδιος.
Εκείνη έσκυψε κοντά του. Τα χείλη της για μια στιγμή ακούμπησαν το αυτί του και μια ανατριχίλα διέτρεξε την ραχοκοκαλιά του. « Έλα απόψε στο σπίτι μου, και θα σου διαβάζω μέχρι να ξημερώσει».
Ο ποιητής προσπάθησε να απομακρυνθεί για λίγο από κοντά της, γιατί τα κορμιά τους είχαν κολλήσει, και στον καβάλο του συνέβαιναν πράγματα μη ποιητικά.
Έγνεψε αμήχανα, πλήρωσε τα ποτά και φύγανε βιαστικά προς την Ακαδημίας.
Σταματήσανε ένα ταξί από τα πολλά που περνάγανε άδεια μια αδιάφορη Τρίτη.
Ένας πενηντάρης οδηγός άκουγε λαικά και δεν μιλούσε. Ένα φυλαχτό που ήταν κρεμασμένο στον καθρέφτη κινούταν αντίθετα από τις στροφές του οχήματος.
« Μπορώ να καπνίσω ;» ρώτησε εκείνη, εκμεταλλευόμενη μια παύση του τραγουδιστή που έμπαινε στο δεύτερο κουπλέ ,μετά από ένα επαναλαμβανόμενο βαρετό ρεφρέν.
« Βεβαίως. Άνοιξε το παράθυρο μόνο », της είπε ο ταξιτζής.
Έβγαλε ένα davidoff χρυσό, και κέρασε ένα και τον Ποιητή δίπλα της. Εκείνος δέχτηκε πρόθυμα, και ας το είχε κόψει πριν 3 χρόνια. Μια τέτοια βραδιά το σήκωνε.
Καπνίζανε και οι δυο στα πίσω καθίσματα και δεν μιλούσαν. Έβλεπαν τα κίτρινα φώτα του κέντρου να τρέχουν και να σβήνουν , και ο καπνός να χάνεται απ' το παράθυρο.
Στην αστραφτερά φωταγωγημένη Ομόνοια ο Ποιητής χάζεψε τον αδικαιολόγητα βαρύ οπλισμό των ομάδων Διας . Πιο πέρα τον κακόγουστο και φτηνό ρουχισμό των αλλοδαπών, και πιο κάτω στην Πειραιώς τα βρώμικα και μισκσκισμένα ρούχα των τοξικομανών. Μια ιδέα για καινούριο ποίημα τρύπωσε μέσα του, αλλά μέχρι να στρίψουν στην Ιερά οδό, την είχε ήδη απομακρύνει. Άλλοι θα βρίσκανε το ποίημα ρατσιστικό, άλλοι φασιστικό, και μερικοί δηθενιά και αριστερίστικό. Δεν ήταν να μπλέκεις με τέτοια ζητήματα αν ήθελες να τα έχεις καλά με όλους. Το θέμα θεωρούταν λήξαν, μέχρι να μπει το ταξί στην Κωνσταντινουπόλεως, μαζί με το davidoff που είχε σβήσει.
Πέταξε τη γόπα από το παράθυρο, και πλήρωσε τον ταξιτζή ο οποίος είχε σταματήσει μετά από ένα ''κάπου εδώ είμαστε'' εκείνης.
Το σπίτι ήταν σε ένα στενό στο Μεταξουργείο στριμωγμένο ανάμεσα σε φτηνά airbnb. Στο ασανσέρ κρατήθηκε στωικά να μην της χυμήξει. Ευτηχώς η διαδρομή μέχρι τον δεύτερο όροφο ήταν σύντομη. Το παλιό ασανσέρ με ένα άτσαλο φρενάρισμα σταμάτησε και τους ξέρασε στον σκοτεινό όροφο. Εκείνη έψαξε για λίγη ώρα ζαλισμένη τα κλειδιά της σε μια τεράστια μαύρη τσάντα, και ξεκλείδωσε την πόρτα. Το διαμέρισμα μύριζε κλεισούρα. Έλαφρως ακατάστατο, όσο πρέπει για μια ποιήτρια, σκέφτηκε . Βιβλία και σελίδες σπαρμένα στο έδαφος.
Μπήκαν στην κρεβατοκάμαρα. Εκείνη ξεκίνησε να γδύνεται σιωπηλή στο μισοσκόταδο. Ο ποιητής έβλεπε στίχους να ξετυλίγονται μπροστά του, σε ένα πρόστυχο ποίημα που είχε ξαναδιαβάσει σε λίγο διαφορετικές εκδοχές του, αλλά ποτέ δεν το βαριότανε. Εκείνη έμεινε γυμνή για λίγο να τον προκαλεί.
« Δεν θα μου διαβάσεις κάτι;» της είπε.
Εκείνη χαμογέλασε. Έτρεξε στο σαλόνι και μάζεψε μερικά χαρτιά.
Γύρισε πίσω και άρχισε να του απαγγέλει. Ο ποιητής προσπάθησε να μείνει συγκεντρωμένος αλλά δεν μπόρεσε. Τα μάτια του τρέχανε από την μια καμπύλη στην άλλη, από το ένα παιχνίδισμα του φωτός πάνω στο κορμί της, στην σκοτεινιά ενός άλλου, και στην επερχόμενη ηδονή .
Μια μικρή παύση στην απαγγελία, την έξέλαβε λανθασμένα ως τον επίλογο του ποιήματος, αλλά ποιος να τον κατηγορήσει; Ούτε καν η ίδια η δημιουργός .
Τα χαρτιά με τα χειρόγραφα ποιήματα ανεμίσανε για λίγο στον αέρα, πριν πέσουν σαν νεκρά πουλιά στο πάτωμα.
*
Ο Ποιητής δεν ήταν πάντα ποιητής. Μέχρι τα 25 του σκάρωνε στιχάκια και έξυπνες προτάσεις σε τετράδια,αλλά το κύριο πάθος του ήταν η υποκριτική. Έτυχε σε κάποια πειραματική σκηνή να γνωρίσει κάποιους συγγραφείς, και να δέσουν σαν παρέα. Και έτυχε και πάλι , σε μια παρουσίαση που τον είχαν καλέσει ,να γνωρίσει τον Κ, τον άλλοτε μεγάλο ποιητή της χώρας. Ο Κ τον συμπάθησε από την πρώτη στιγμή, και τον πήρε υπό την προστασία του. Με αντάλλαγμα το ταλέντο του; Την παρέα του; Το κορμί του όπως λέγανε κάποες κακές γλώσσες; Κανείς δεν μπορεί να πει ακόμα και σήμερα με σιγουριά.
Η αλήθεια είναι ότι ο Κ τον παρότρυνε, τον ανέδειξε και τον βοήθησε με εξωφρενικό τρόπο να μπει στον χώρο της ποίησης, και στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας. Στους κύκλους εκείνους, που άμα είσαι αρκετά καλός μαιντανός, μπορείς να φτάσεις μέχρι και στα κρατικά βραβεία. Και αν ξέρεις να γράφεις το όνομα σου σωστά, μπορείς και να το κερδίσεις.
Ο Ποιητής όμως, παραδόξως για πολλούς κακεντρεχείς, δεν ήταν καθόλου κακός. Για την ακρίβεια μάλιστα, και σχεδόν κατά γενική ομολογία, αποδείχτηκε ένας από τους πιο ταλαντούχους ποιητές της γενιάς του.
Αυτό το ταξίδι προς την ''καταξίωση'' και την ματαιότητα του, σκεφτόταν ο Ποιητής εκείνο το πρωινό που είχε ξυπνήσει στο Μεταξουργείο, δίπλα στη χθεσινή του γνωριμία. Εκείνη κοιμόταν ακόμα δίπλα του ,με ένα απαλό χαριτωμένο ροχαλητό. Σήκωσε τα σεντόνια για λίγο. Ήταν γυμνή. Θυμόταν καλά λοιπόν. Είχε υπέροχο σώμα, και δυο μικρές ελιές στρατηγικά τοποθετημένες στη πλάτη της, που μοιάζαν με δυο μικροσκοπικά μάτια που σε κοιτάγανε. Χάζεψε για λίγο τα τα κατάμαυρα μαλλιά της που ήταν απλωμένα στα μαξιλάρια σαν ένα χταπόδι που αιωρείται στο πιο σκοτεινό βυθό της θάλασσας.
Και ποιήτρια σκέφτηκε ενθουσιασμένος. Κάτι του είχε διαβάσει χθες. Αλλά ποιος θα μπορούσε να δώσει προσοχή στην ανάγνωση ενός τέτοιου πλάσματος, όταν αυτό στέκει γυμνό μπροστά του και είναι έτοιμο να του δωθεί.
Υπαινιγμοί φευγαλέες σκέψεις και ιδέες πέρασαν από το μυαλό του για τη δημιουργία ενός καινούριου ποιήματος για κάποιο σύγχρονο ήρωα που δεν λυγίζει μπροστά στα κάλη της απερίγραπτης γυναικείας ομορφιάς . Τις άφησε για λίγο στην άκρη. Θα τις ξανάπιανε το βράδυ στο λάπτοπ με την ησυχία του. Κάτι άλλο τον έτρωγε εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να διαβάσει κάτι δικό της.
Σηκώθηκε προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Η ομορφιά της θα τον παρέσερνε και θα τον απομάκρυνε από την περιέργεια . Ήταν καλή ποιήτρια τελικά;
Φόρεσε ότι βρήκε μπροστά του και πήγε στο σαλόνι. Η ακαταστασία στο φως της ημέρας δεν του φάνηκε τόσο γοητευτική όσο το προηγούμενο βράδυ. Λερωμένες σελίδες και τσαλακωμένα βιβλία στον καναπέ και άτσαλα στοιβαγμένα στα ράφια ήταν σαν να συνέρχονταν από ένα άσχημο μεθύσι.
Έπιασε μια χούφτα σελίδες και έκατσε σιωπηλός στο καθιστικό ξεκινόντας να διαβάζει.
Γρήγορα η έκφραση του άρχισε να άλλαζει , και από αυτή ενός ανθρώπου που είχε περάσει ένα απολαυστικό βράδυ με μια πανέμορφη ύπαρξη, έπαιρνε την έκφραση ενός ανθρώπου που μόλις είχε αντικρίσει κάτι το αποκρουστικό.
Τα αποκαλεί αυτά ποιήματα; αναφώνησε χωρίς να το καταλάβει. Ευθύς τρόμαξε με τη φωνή του. Συνέχισε να διαβάζει. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τα γραπτά. Ήταν σαν να έβλπεπε κάποιο αυτοκινητιστικό δυστήχημα. Όσο αποτρόπαιο και αν ήταν το θέαμα, δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του μακριά. Μια αρρωστημένη περιέργεια τον έκανε να συνεχίζει.
Και σελίδα με τη σελίδα, η μια επανάληψη έφερνε την άλλη. Καινοτυπίες, απαρχαιωμένες εκφράσεις και επιτηδευμένα λογοπαίχνια. Σαν να διάβαζε κάποιο λεύκωμα δημοτικού από αυτά που αντάλλασαν οι μαθητές μεταξύ τους. Σταμάτησε μόνο όταν τελειώσαν όλες οι σελίδες. Είχε εντυπωσιαστεί από το πόσο άσχημα μπορούσε να γράψει κάποιος.
Γύρισε πάλι πίσω στο κρεβάτι με ένα περίεργο συναίσθημα. Ήταν εκείνη η κοπέλα που του συστήθηκε σαν ποιήτρια, που του διάβασε γυμνή χθες στο σπίτι της, εκείνη που θαύμαζε πριν από λίγο κάτω από τα σεντόνια, ήταν αυτή η ίδια κοπέλα που είχε γράψει όλες αυτές τις αηδίες;
Σύρθηκε δίπλα της και ξανασήκωσε τα σκεπάσματα για να την παρατηρήσει.
Κι όμως, είχε δίκιο. Δεν ήταν η ίδια κοπέλα. Το πρωί που την πρόσεξε μάλλον δεν την παρατήρησε σωστά. Ήταν και λίγο ζαλισμένος από τα χθεσινά ποτά. Αυτή η κοπέλα που αντίκριζε τώρα σιωπηλός, αυτή η κοπέλα που ροχάλιζε ενοχλητικά, δεν ήταν τόσο όμορφη τελικά. Και το σώμα της δεν ήταν τόσο καλλίγραμό όσο το θυμόταν. Και αυτές οι ενοχλητικές ελιές στην πλάτη; Αχ αυτό το σκοτάδι. Και η ακμή στο πρόσωπο; Και η μύτη της τώρα που την πρόσεχε ήταν λιγουλάκι μεγαλούτσικη και γαμψή. Και τα μαλλιά της ανάκατα στα μαξιλάρια φάνταζαν σαν καλώδια που μαζεύονται ενοχλητικά πίσω από τηλεοράσεις και υπολογιστές.
Μα πως τον είχε κοροιδέψει έτσι; . Και το πιο αστείο, αν θα μπορούσε να βρει κάτι αστείο στην περίπτωση του, ήταν ότι του είχε συστηθεί ως ποιήτρια.
Σηκώθηκε για να φύγει. Το μάτι του έπεσε σε μια αφίσα ταινίας που ήταν κολλημένη στον τοίχο. Ένας μελαχρινός άντρας έπινε καφέ, και είχε μπροστά του μια χορταστική κερασόπιτα, και στο βάθος της εικόνας μια κουκουβάγια σαν να παραμόνευε για κάτι.
Πάνω στη βιασύνη έβαλε τα ρούχα του ανάποδα, τις κάλτσες του στραβά ,τα παπούτσια του κάνοντας κουτσό και σκοντάφτοντας σε ένα κομοδίνο έβρισε χαμηλόφωνα φοβούμενος μην την ξυπνήσει.
Άρχισε να τρέχει προς την πόρτα, προς το φως, σκέφτηκε, σαν να τον κυνηγούσε μια τερατώδης σκοτεινή οντότητα να τον καταβροχθήσει, να τον καταπιεί και να τον αφήσει για πάντα στο πουθενά της ανυπαρξίας.
Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2026
Γράμματα στην κυρία Ευτέρπη (Βαγγέλης Στεργίου)
Αγαπητή μου κυρία Ευτέρπη, σας γράφω από το μακρινό παρελθόν σας. Κοιτάξτε ολίγον τι πίσω, στην ιστορία μαντάμ, και πέστε μου...(ανάβει Gauloises, μπλε, με Zippo που αναγράφει καλλιγραφικώς, "Liberte Toujours")...Θυμάστε τη θάλασσα;
Η θάλασσα φουσκώνει όποτε γουστάρει αυτή κι όχι όποτε θέμε 'μείς να γενεί η φουσκοθαλασσιά, μαντάμ...
Κι η φουσκοθαλασσιά αγαπητή μου κυρία Ευτέρπη, δεν έχει ορίζοντα, δεν έχει όριο...Θα τα σαρώσει όλα. Και 'σας και 'μένα μαζί...
Κι όπως λέγει κι ο ποιητής στο τραγουδάκι που σας αφιερώνω εδώ χάμω μαντάμ, του Λεό του Φερέ
"Στο λιμάνι σαλπίζουν τα κόρνα
Για την επιστροφή των συντρόφων"
Επιτρέψτε μου τώρα να φύγω για το λιμάνι, για την καθημερινή μου εργασία, καθώς το τσιγάρο κι ο καφές, τελείωσαν.
Σας φιλώ
Αλκης
Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026
Σκέψεις, κρόσσια, κροκάλες (vol 10)
Κοπεγχάγη, Μάλμο, Στοκχόλμη
Πόλεις που δεν ταξίδεψα ποτέ
Αναμνήσεις που προσμονώ όπως ο σταθμός την ταχεία του
Να χαθώ μέσα στην κοινοκτημοσύνη αγνώστων σωμάτων
Να οσφρανθώ την υγρασία των Μεσαιωνικών καθεδρικών
Να δικαιώσω την περιπλανώμενη ματαιοπονία μου
Ο ορίζοντας πάντα υποσχόμενος μα και άπιαστος
Η κίνηση να προσπερνά την ακινησία μου
Το παρόν να με εγκλωβίζει στην προσμονή
Kreuzberg:
Ένα αδέσποτο φιλί κρυμμένο σε μια σκοτεινή στοά
Ανάμνηση από έναν έρωτα που εξερράγη πρόωρα σε τρομοκρατική γιάφκα
Αφήνοντας τα υπολείμματα του σε κοινόχρηστα κρεβάτια σεξουαλικών οργίων
Το Άμστερνταμ του Μπρέλ έχει πια ξεθωριάσει
Τώρα απέναντι στον καθρέφτη μετράω ρυτίδες
Και ονειρεύομαι προορισμούς
Περιμένοντας σε μια παροπλισμένη στάση…
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026
Βγάλτο από μέσα σου (Συλλογικό)
Ενηλικίωση (Λίλα Αθανασίου)
Ξύπνησα μέσα στα αίματα.
Έπλεα σε αμνιακό υγρό.
Πάνω στο κομοδίνο,
ένας ομφάλιος λώρος, κομμένος με τα δόντια αιμορραγούσε.
Ένιωσα τη μήτρα μου ζεστή, να πάλλεται.
Μα δεν πονούσα πια.
Ήταν γλυκές οι οδύνες
την μέρα που γέννησα τους νεκρούς γονείς μου.
Έρχεται και δεν έρχεται (Η ασθένεια χωρίς συμπτώματα): (ΒΑΪΟΣ ΚΟΛΟΦΩΤΙΑΣ) ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ μου βλέπω την ίδια ακριβώς οδό που έβλεπε η μητέρα μου πριν τριάντα χρόνια. Τα ίδια δέντρα, λίγο μεγαλύτερα. Τα ίδια πεζοδρόμια, λίγο πιο φθαρμένα. Οι ίδιες πολυκατοικίες, με ίσως καμιά μετατροπή στα αλουμίνια, με κάποιες κεραίες παραπάνω, με κάποια κλιματιστικά παραπάνω. Όταν ήμουν μικρός, περισσότερο απ' όλα φοβόμουν την κατάρρευση. Όχι κάποια συγκεκριμένη, γενικά την κατάρρευση. Περίμενα ότι κάποια στιγμή θα μάθαινα από την τηλεόραση ότι ένα μεγάλο πράγμα είχε σπάσει, μια τράπεζα κάπου, ένα κράτος κάπου, ένας πάγος στον βορρά, και ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά τα πάντα θα ήταν διαφορετικά. Οι γείτονες θα έβγαιναν στα μπαλκόνια. Η μητέρα μου θα έκλεινε τα παράθυρα. Ο πατέρας μου θα έπαιρνε ένα τσιγάρο και θα έλεγε κάτι σοβαρό που θα το θυμόμουν για πάντα. Φανταζόμουν ότι οι μεγάλες αλλαγές έρχονται με ένα πρωτόκολλο, με σειρήνες, με ανακοινώσεις, με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο στην οθόνη που θα μας έλεγε με αυστηρό ύφος πώς να συμπεριφερθούμε στις νέες συνθήκες. Δεν είχα μάθει ακόμα ότι οι μεγάλες αλλαγές δεν έχουν εκφωνητή. Στο μεταξύ, γύρω μου, όλα ήταν καλά. Η μάνα μου έβραζε τραχανά τα χειμωνιάτικα πρωινά και η μυρωδιά γέμιζε όλο το διαμέρισμα, ένα διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία της δεκαετίας του '70 στην Αθήνα, με πατώματα από μωσαϊκό που το καλοκαίρι ήταν δροσερά και τον χειμώνα παγωμένα, με ένα μπαλκόνι που έβλεπε σε μια ακακία και πιο πέρα σε μια γειτονιά που δεν είχε ακόμα γκετοποιηθεί ούτε ακόμα εξευγενιστεί, ήταν απλώς εκεί. Ο παππούς μου το Σάββατο μου αγόραζε ένα παγωτό από το περίπτερο της γωνίας και το παγωτό ήταν ξύλινο και βιομηχανικό και νόστιμο. Η αδελφή μου, μου δάνειζε τα βιβλία της κρυφά. Στις διακοπές, στην Κρήτη, υπήρχε μια κουζίνα έξω από το σπίτι κάτω από μια κληματαριά, και η γιαγιά μου τηγάνιζε κολοκυθάκια στις δώδεκα το μεσημέρι όταν ο ήλιος ήταν στο ζενίθ, και η μυρωδιά του ελαιόλαδου ανακατευόταν με τη μυρωδιά του τζίτζικα, αν μπορεί ο τζίτζικας να έχει μυρωδιά, που στη μνήμη μου έχει. Μία επιπλέον εκδοχή της κατάρρευσης ήταν η οικονομική κρίση. Όταν ήμουν στο γυμνάσιο, ρώτησα τον πατέρα μου αν θα μείνουμε χωρίς λεφτά, και εκείνος μου απάντησε ότι δεν θα μείνουμε. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός και τον ξαναρώτησα, και εκείνος μου είπε ότι ίσως μείνουμε, αλλά θα τα βγάλουμε πέρα. Στην τηλεόραση μιλούσαν για μνημόνια, για κούρεμα, για χρέος, για πρωτογενές πλεόνασμα˙ λέξεις που τις πρόφερα μηχανικά χωρίς να ξέρω τι σήμαιναν, όπως πρόφεραν παλιότερα οι γιαγιάδες μου τα ονόματα των ξενικών αγίων. Έβλεπα τους ηλικιωμένους στις τράπεζες να κάνουν ουρά για να βγάλουν εξήντα ευρώ, και περίμενα ότι κάτι θα συμβεί μετά απ' αυτό. Ότι θα έσπαγε κάτι μεγάλο. Ότι θα κατέρρεε κάποιο κτίριο σύμβολο. Ότι θα μαθαίναμε όλοι μαζί την επόμενη μέρα ότι από εδώ και πέρα ζούμε σε άλλη χώρα. Αλλά τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Οι τράπεζες ξανάνοιξαν. Οι ουρές διαλύθηκαν. Οι ηλικιωμένοι πέθαναν αργά και αθόρυβα στα διαμερίσματά τους και κανείς δεν είπε ότι αυτό ήταν μέρος της κατάρρευσης, ήταν απλώς η ζωή, ήταν απλώς ηλικιωμένοι που πεθαίνουν. Η Ελλάδα συνέχισε να υπάρχει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τις ίδιες ταβέρνες, με τα ίδια νησιά, με τις ίδιες παραλίες γεμάτες ξαπλώστρες, και κανείς ξένος που ερχόταν δεν καταλάβαινε ότι κάτι είχε συμβεί. Κάτι είχε συμβεί όμως. Απλώς δεν είχε σχήμα. Απλώς ήταν διασκορπισμένο σε ένα εκατομμύριο μικρές ζημιές που η καθεμιά τους ξεχωριστά δεν ήταν αρκετή για να γίνει είδηση. Από τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Η κατάρρευση είχε άλλο σχήμα από αυτό που περίμενα. Δεν ερχόταν με σειρήνες. Δεν ερχόταν με τον γνωστό εκφωνητή στην οθόνη. Ερχόταν με τη μορφή μιας οδοντιατρικής επίσκεψης που αναβλήθηκε, μιας πολυκατοικίας που έμεινε χωρίς θέρμανση τρεις χειμώνες στη σειρά, μιας μητέρας που σταμάτησε να αγοράζει βιολογικά αυγά γιατί κόστιζε εξήντα λεπτά παραπάνω, μιας πενηντάχρονης που έχασε τη δουλειά της και δεν το είπε σε κανέναν για έξι μήνες, ενός εικοσιπεντάχρονου που μετακόμισε ξανά στους γονείς του και προσπάθησε να το παρουσιάσει ως επιλογή του. Η κατάρρευση είχε μάθει να μη φαίνεται. Είχε μάθει να μη χρειάζεται. Τώρα είμαι μεγαλύτερος και διαβάζω την είδηση για τα δύο κορίτσια δεκαεπτά χρονών στην Ηλιούπολη, στην Αθήνα, και η είδηση μοιάζει με αυτό το είδος της αδιόρατης κατάρρευσης, μόνο που για μια στιγμή - μόνο για είκοσι τέσσερις ώρες, πριν την καταπιεί ο κυκλώνας των ερμηνειών - έγινε ορατή. Σαν να σήκωσε κάποιος μια άκρη από ένα μεγάλο γκρίζο πανί που σκεπάζει τη χώρα και είδαμε από κάτω για λίγο, και αυτό που είδαμε δεν είχε όνομα, και δεν χωρούσε σε καμία ανάλυση πρωινάδικου, και δεν εξηγείται ούτε με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ούτε με το άγχος των Πανελληνίων ούτε με τη γενικότερη ψυχοπαθολογία της εποχής. Ήταν απλώς μια ορατή στιγμή μιας πραγματικότητας που από καιρό συντελείται κρυφά, σε δωμάτια διπλανά, σε τραπεζαρίες όπου τρώνε μηχανικά τέσσερα άτομα, σε αυτοκίνητα που γυρίζουν από φροντιστήρια. Τελικά, σταμάτησα να φοβάμαι την κατάρρευση. Την αγάπησα με τον τρόπο που μαθαίνει κανείς να αγαπά κάτι που δεν φεύγει. Έμαθα τις συνήθειές της: έρχεται διανεμημένη, με δόσεις, μέσω αλγορίθμων που δεν αναπροσαρμόζονται σε γεγονότα, μέσω ηλεκτρικών λογαριασμών, μέσω αθέατων ωρών μοναξιάς που πληθαίνουν χωρίς κανείς να τις μετράει. Δεν θα ακούσουμε ποτέ την ανακοίνωση που περιμέναμε. Δεν θα δούμε ποτέ τον εκφωνητή. Με έκπληξη παρατηρεί κανείς ότι ένας ολόκληρος κόσμος γκρεμίζεται, ωστόσο το πιο τρομακτικό είναι πως την ίδια στιγμή όλα μένουν ως είχαν. Τα ίδια δέντρα, οι ίδιοι δρόμοι, τα ίδια κτίρια, οι ίδιοι άνθρωποι. Καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μου προσπαθούσα να προετοιμαστώ για ένα συμβάν που δεν θα έρθει ποτέ γιατί έχει ήδη έρθει, και είναι παντού, και κανείς δεν θα μας δώσει ποτέ το σήμα ότι μπορούμε επιτέλους να αντιδράσουμε
Η λαβή (Αλόνσο Κιχάνο)
Έπιασες αποφασιστικά τη λαβή
του μαχαιριού που μόνος μου
κάρφωσα στο θώρακά μου
Με κοίταξες κατάματα
και είδα στα μάτια σου τις επιλογές σου
Μετά κοίταξες το μαχαίρι
σαν να μην πίστευες και εσύ η ίδια
την ευκαιρία που σου έλαχε
Δεν τραβάω στιγμή το βλέμμα μου από πάνω σου
όποια τροπή και να πάρουν τα μελλούμενα
εγώ θα μείνω με την εικόνα σου.
Αυτή τη στιγμή μπορούμε
να γίνουμε ζωγραφιά
να μας βλέπουν ίριδες περαστικές,
να συνδέονται ή να μας απορρίπτουν,
εποχούμενοι κριτές των ζωών των άλλων
Κοίτα, ό,τι είναι να κάνεις
κάντο γρήγορα, μην παίζεις με την εξουσία σου.
Έτσι και αλλιώς δεν θα δεις να βγαίνει αίμα,
μόνο κουβάρια όνειρα
και γράμματα που σχηματίζουν "σ'αγαπώ"
Μη φοβάσαι μωρό μου, όλα θα πάνε καλά
Μη φοβάσαι, είμαι πάντα εδώ
Μη φοβάσαι..
Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026
Ο Ηθοποιός (Larry Cool)
.
.
Στέκω στὴ σκηνὴ κάποιου θεάτρου
.
γυμνός, κάτωχρος, κάθιδρος
.
ἔχω ξεχάσει τὰ λόγια μου
.
δὲν θυμᾶμαι κἄν,
ποιὸ πρόσωπο ὑποδύομαι, σὲ ποιὸ ἔργο.
.
.
Δὲν ξέρω τί να κάνω τὰ χέρια μου
.
τὰ βγάζω καὶ τ᾽ ἀκουμπῶ στὸ πάτωμα
.
ἀναρωτιέμαι πῶς βρέθηκα ἐδῶ
.
ἄν εἶμαι ἠθοποιὸς
.
πῶς ἦταν ἡ προηγούμενη ζωή μου
.
«εἶναι μιὰ φάρσα» συμπεραίνω.
.
.
.
Καθὼς συνηθίζω στὸ φῶς τοῦ προβολέα,
διαπιστώνω ὅτι τὰ καθίσματα εἶναι ἄδεια
.
δὲν ὑπάρχει κοινὸ
.
στέκομαι ὑπομονετικά
.
τὸ δρᾶμα συντελεῖται στὸ μυαλό μου
.
κάποτε θὰ τελειώσει.
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026
Σκέψεις, κρόσσια, κροκάλες (Vol 9)
Το ταλέντο είναι πιο ερωτικό όταν χαραμίζεται
Το αίμα πιο πορφυρό όταν κυλάει έξω απ’ τη φλέβα
Η φλόγα πιο δυνατή όταν τη μαστιγώνει ο αέρας
Η αδρεναλίνη πιο ισχυρή στα 200χλμ την ώρα
Ο θάνατος πιο γλυκός στο τρίτο χιλιόμετρο του επαρχιακού
Το ηλιοβασίλεμα πιο όμορφο όταν το βλέπεις από την κουπαστή του καραβιού
Ο έρωτας ζει ελεύθερος στα κελιά των εραστών
Και τη φαντασία των ονειροπόλων…
Οι λέξεις είναι πουλιά χτυπημένα από σκάγια
Χάνουν το νόημα τους πάνω στο χαρτί
Το ξυπνητήρι σηματοδοτεί την έγερση
Άλλη μια μέρα ανθρωποθυσίας ξεκινά…
Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026
Σκέψεις, κρόσσια, κροκάλες (vol 8)
Ιλίσια
Μικράς Ασίας
Φαγωμένα πεζοδρόμια, πόσες φορές σκόνταψα μα δεν έπεσα
Αναλογίζομαι τα χιλιόμετρα, ταλαιπωρημένο Accord, σκυλί του πολέμου με χαλασμένα φρένα μα παραδόξως άθικτο
Όνειρα πεταμένα σε βαρέλι δίχως πάτο
Να φλερτάρω με την ελπίδα καταλήγοντας με τη διάψευση, σαν την άσχημη μα πάντα διαθέσιμη αδερφή της
Μιχαλακοπούλου
Τυλιγμένη στην αιθάλη, ορφανά φανάρια κυκλοφορίας και οι νέον επιγραφές των στριπτιζάδικων να χαράζουν πορεία
Χρεωκοπημένα Ελντοράντο
Το πρωί θα ανοίξουν και τα προποτζίδικα
Αυτή η πόλη έχει γεμίσει μαυραγορίτες
Η πουτάνα ζητάει λίγη αγκαλιά απ’ τον πελάτη πριν πάει στον επόμενο
Ο ζητιάνος ελεημοσύνη
Ο πολιτικός ψήφους
Ο χαρμάνης τσιγάρα
Μεγάλωσα
Κουράστηκα να κυνηγώ την άκρη της νύχτας
Ίσως έφτασε τελικά η ώρα να συμβιβαστώ με τη διάψευση…
Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026
Στο θρόνο του Ξέρξη
Το, άγνωστο στο ευρύ κοινό, υποκριτικό ταλέντο του Γιώργου Μαζωνάκη ξετυλίγεται σε αυτή τη μικρού μήκους ταινία στην οποία υποδύεται έναν εργάτη αλλά και επόπτη στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος. Ξεναγώντας μας σε μια εργασιακή δυστοπία που βασιλεύει η αποξένωση μέσα από έναν αργόσυρτο και συχνά σπαρακτικό μονόλογο.
Παράλληλα ο Μαζωνάκης κατά έναν τρόπο υποδύεται και τον ίδιο του τον εαυτό, ως γέννημα θρέμμα της εργατιάς και μεγαλωμένος μέσα σε αυτήν σε γειτονιές ξεχασμένες από το θεό ή πιο σωστά γειτονιές ενός κατώτερου θεού. Εκεί όπου ο μετανάστης- χωρίς πατρίδα, οικογένεια και ελπίδα- τραγουδάει το «ανήκω σε μένα» σαν πένθιμο μοιρολόι.
Η ταινία της Καλογηροπούλου, τοποθετημένη στην άγρια δύση του αστικού ιστού, είναι ένας ύμνος στην απεγνωσμένη απόπειρα συντροφικότητας που φαντάζει πιο επαναστατική από ποτέ σε μια εποχή που η αλληλεγγύη, η αδελφοσύνη και ο έρωτας συνθλίβονται κάτω από τη μπότα ενός σκοτεινού Μεσαίωνα.
Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026
The Killer
Ο David Fincher συμπράττει με τον Fassbender για να παρουσιάσει ένα αριστούργημα τίγκα στα κλισέ, τα τσιτάτα και τους Smiths που βραχυκύκλωσε κριτικούς και πουστ(ΑΡΔ)ες με αποτέλεσμα να το θάψουν και να το λοιδορήσουν. Όμως, διαχωρίζοντας την ήρα απ το στάχυ, η κινηματογραφική ιδιοφυία του “the killer” δεν βρίσκεται στο προφανές αλλά το επιμέρους, τις λεπτομέρειες εκείνες δηλαδή που συνθέτουν ένα άρτιο ψυχογράφημα ενός επαγγελματία εκτελεστή που απλά πληρώνεται για να κάνει τη δουλειά του.
Κι όταν η δουλειά στραβώσει ο δυσαρεστημένος πελάτης δεν θα ζητήσει τα λεφτά του πίσω αλλά θα δώσει μια εντολή εκδίκησης ενεργοποιώντας την αντεκδίκηση. Δεν υπάρχει τίποτα προσωπικό, απλά μπίζνες as usual που λύνονται με τις ιδιαίτερες μεθόδους και πρακτικές του υποκόσμου.
Σε αυτή τη συνθήκη ο Fassbender είναι η ταινία και η ταινία ο Fassbender, η έκφραση του, η κινησιολογία του, οι παλμοί της καρδιάς του οπτικοποιούν το αποτέλεσμα. Τα τσιτάτα, οι φιλοσοφικές αναζητήσεις, η προσκόλληση σε στατιστικά μοντέλα έπονται και απλά εξυπηρετούν τις κινηματογραφικές προθέσεις.
Και είναι αυτές οι προθέσεις που τοποθετούν τον Fincher στον θρόνο της pop και pulp αισθητικής, από το Seven μέχρι το Fight Club και από Zodiac μέχρι το Killer…
Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2026
Μυστική γυναίκα
Στιβαρό νορδικό αστυνομικό θρίλερ που ακολουθεί τους βασικούς κανόνες της εν λόγω παράδοσης. Εν αντιθέσει δηλαδή με τους δικούς μας μπαγλαμάδες που βγάζουν γκορκοντζόλα απ' το ξύσιμο για να το αλείφουν στο ψωμί τους τα παραμάγαζα των μεγαλονταβάδων εδώ έχουμε δομή, αρχή, μέση και τέλος που δεν αποσκοπούν στον φτηνό εντυπωσιασμό αλλά την απόδοση μιας καλοκουρδισμένης δουλειάς που αντιμετωπίζει τον αναγνώστη ή τον θεατή (πρόκειται για μεταφορά βιβλίου) όχι ως γίδι αλλά εξορθολογισμένο ον.
Στα της υπόθεσης μια γυναίκα με αμνησία αφήνει την ζωή και τον (συγγραφέα αστυνομικών) αρραβωνιαστικό της για να επιστρέψει στην παλιά της ζωή ως ζάπλουτη κληρονόμος ναυτιλιακής εταιρείας, μητέρα και σύζυγος ενός γοητευτικού μπούμερ. Μόνο που όλο αυτό το παραμυθένιο περιτύλιγμα κρύβει μυστικά σημεία που συνδέονται άμεσα με την εξαφάνιση και την απώλεια της μνήμης της
Έτσι ξετυλίγεται ένα γαϊτανάκι όπου η κακοποίηση, η κτητικότητα και η χειραγώγηση βγαίνουν στην επιφάνεια καθώς προσπαθεί να λύσει το μυστήριο και να ισορροπήσει ανάμεσα στο όλο και πιο ύποπτο περιβάλλον από τη μια και το παιδί της από την άλλη. Σε αυτό ο νυν σύντροφος της στέκεται ο καλύτερος σύμμαχος καθώς η μια αποκάλυψη διαδέχεται την άλλη. Λιτό όπως θα πρεπε να είναι αντίστοιχες παραγωγές αλλά και σοβαρό αποτελεί ιδανική πρόταση για ένα εύπεπτο κινηματογραφικό βράδυ.
Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026
Τα κακόβουλα troll του Goodreads και η απουσία ελεγκτικού πλαισίου
Το θέμα υπέπεσε στην αντίληψη μου όταν μπήκα μετά από καιρό στην γνωστή πλατφόρμα να τσεκάρω τις αξιολογήσεις κάποιων έργων μου. Σε γενικές γραμμές δεν έχω το Goodreads σε ιδιαίτερη υπόληψη ωστόσο συχνά σερφάροντας στο διαδίκτυο μπορεί να το επισκεφτώ, πέρα ωστόσο από την άποψη που μπορεί να τρέφω θεωρείται η δημοφιλέστερη σελίδα αξιολογήσεων παγκοσμίως και αυτό έχει τη σημασία του.
Με έκπληξη λοιπόν διαπίστωσα πως υπήρχε μια κατακόρυφη πτώση της βαθμολογίας σχετιζόμενη όχι με προσωπικές μου δουλειές αλλά μια συλλογή στην οποία είχα συμμετάσχει έπειτα από προκήρυξη ενός σχετικού διαγωνισμού. Ανοίγοντας τις πρόσφατες αρνητικές αξιολογήσεις διαπίστωσα πως προέρχονταν από προφίλ «φαντάσματα» χωρίς άλλη δραστηριότητα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Ήταν φανερό πως υπήρχε ενορχηστρωμένη απόπειρα να πληγεί, όχι απαραίτητα το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά το όνομα του οίκου με τον οποίο ωστόσο δεν διατηρώ σχέση πέρα από την τιμητική επιλογή που είχε κάνει στο διήγημα μου.
Το ερώτημα ωστόσο γιατί υπήρξε αυτή η απόπειρα που μόνο με εκβιαστικά κίνητρα εξηγείται παραμένει. Και το μεγαλύτερο ερώτημα που γεννάται είναι σε τι πλαίσιο λειτουργούν οι θεσμικοί μηχανισμοί προστασίας στην εποχή του διαδικτύου και των social media όπου το βιβλίο- δυστυχώς-έχει καταστεί έρμαιο τους αλλά και πιστα των πάσης φύσεως επιτήδειων.
Φυσικά με τον τρόπο που λειτουργούν οι συκοφαντικοί μηχανισμοί σε τέτοιες πλατφόρμες λειτουργούν και οι αποθεωτικοί. Είναι γνωστή η υπόθεση σεσημασμένου απατεώνα που δεν προχωρούσε καν στην εκτύπωση βιβλίων παρά καταχωρούσε μόνο τους τίτλους και λάμβανε πεντάστερες κριτικές από το Vanuatu μέχρι τα Fiji.
Όλα αυτά βέβαια συμβάλουν περεταίρω στην ευτέλεια του βιβλίου σε μια εποχή που οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει και η όποια προστασία από κακόβουλες επιθέσεις παραμένει ανύπαρκτη…
Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026
Τορίνο (Βάσω Τζιβανάκη)
Λένε ότι κάποτε στο ήσυχο Τορίνο
κάποιος είδε ένα άλογο να το χτυπούν.
Οι γύρω έγιναν μάρτυρες του σπαραγμού του
κι ο ίδιος σάλεψε
και δεν ξανάβγαλε μιλιά. Εδώ άλογα δεν έχουμε. Αν θες να καταρρεύσεις πήγαινε σε ένα πάρτι παιδικό και χορτασμένος απ' τα γέλια και τα χάχανα των πιτσιρίκων πιάσε μια θέση μες στους συνομήλικους. Άκουσε μόνο, δεν είναι δα κι ανάγκη να μιλήσεις, και κλάψε έτσι μπροστά τους άξεστα να 'χουν να λένε για καιρό. Ύστερα χάσου στη σιωπή των ποιημάτων.
Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026
Venceremos (Βαγγέλης Στεργίου)
Μπας κι ο κόσμος έχει χτιστεί, λέω 'γω τώρα
στο βάθρο μιας απέραντης φλυαρίας;
Καθώς βαδίζουμε μες στο μικρό άλσος με τα πλατάνια και με το
τεχνητό ρυάκι,
λέω στο φίλο μου τον καρδιακό τον Γιώργη, πως
δε χτίζεται πλέον τίποτα, ούτε καν σπίτια από μπετόν.
Μόνο καίγονται τα ήδη υπάρχοντα κι αυτά
που σηκώθηκαν πριν κανα δυό αιώνες
στο Σόχο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













