Ό,τι αρχίζεις το τελειώνεις μόνος. Μάλλινα Οι λεκέδες δεν φεύγουν. Αλλάζουν χρώμα. Ψάχνεις νήμα. Σαν ραφή που δεν κλείνει.
CARTEL
Περιοδικό λογοτεχνικής αστυνόμευσης
Σάββατο 16 Μαΐου 2026
Γεωργία Μπεκριδάκη-Ρετάλια
Τσίτι ζωή
Όλο στενεύει στο πλύσιμο.
Κρατήστε τα ρετάλια.
Ρετάλια
Όχι για διόρθωση.
Για κάτι
που δεν τελειώνει.
Ύφασμα
Αφήνουν στρίφωμα —
σαν να περισσεύει μέλλον.
Flesh-Κριτική
Οι πρώτες σελίδες από το “flesh” του Szalay σε πιάνουν από το λαιμό, ωστόσο η συνέχεια δεν είναι ανάλογη αφήνοντας τον αναγνώστη με την απορία που θέλει ακριβώς να το πάει για αρκετές σελίδες. Αν και στο τέλος η απάντηση ικανοποιεί η «κοιλιά» είναι εμφανής με αρκετά σημεία όπου οι ήρωες καταδύονται σε μια σχηματική συνθήκη που δείχνει να αποσκοπεί ξεκάθαρα στην «επιβεβλημένη» διαπλάτυνση του βιβλίου. Όλα αυτά ωστόσο δεν προοιωνίζονται στην, ούτως ειπείν, άκρως υποσχόμενη αρχή.
Ξεκινώντας από τη μετακομουνιστική Ουγγαρία, παρακολουθούμε την πρώτη εφηβική ερωτική απογοήτευση του ήρωα Istvan την οποία θα διαδεχτεί η βάρβαρη σεξουαλική αποπλάνηση του από μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας του, παρά την αρχική του απροθυμία- που αγγίζει τα όρια της αηδίας- όχι μόνο στο τέλος θα υποκύψει αλλά θα αναπτυχθεί μέσα του ένα πάθος αντιζηλίας που θα τον οδηγήσει στη δολοφονία του άντρα της.
Αναμορφωτήριο, στρατός, μετανάστευση στην Αγγλία και ένα γεγονός που θα αλλάξει τη ζωή του. Η διάσωση ενός αγνώστου που για να του ανταποδώσει την πράξη θα του βρει δουλειά ως σωματοφύλακα υψηλών προσωπικοτήτων μέχρι ένα πλούσιο ζευγάρι να τον πάρει στην αποκλειστική δούλεψη του. Ο δεσμός ωστόσο με την κατά πολύ νεότερη γυναίκα του μεγιστάνα, Helen, η πάντα καχύποπτη στάση του γιού τους και εν τέλει ο θάνατος του πρώτου θα βγάλει στην επιφάνεια τις υποδόριες συγκρούσεις.
Ο Istvan θα την παντρευτεί, θα κάνει παιδί μαζί της έχοντας πάντα απέναντι τον θετό του γιο Thomas ο οποίος ποτέ δεν θα τον αποδεχτεί ούτε θα του αφαιρέσει τη στάμπα του προικοθήρα που του έχει αποδώσει. Μέχρι την τελική «λύση»…
Αν και μπορεί να απογειώσει το βιβλίο ο Szalay έχει τις κακές, ανοικονόμητες και άτυχες στιγμές του, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ωστόσο πως στον τωρινό Μεσαίωνα που διάγουμε αυτές είναι απαραίτητες για την κατάκτηση του Booker και άλλων αντίστοιχων «βραβείων». Σε κάθε περίπτωση η ανάγνωση του συστήνεται στην αγγλόφωνη πάντα έκδοση για λόγους που έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενες αναρτήσεις…
Δευτέρα 11 Μαΐου 2026
Ντέμης Κωνσταντινίδης- 2 ποιήματα
Oι προτομές
Μιλώ στις προτομές του πάρκου.
Έχουν ξεχάσει τίτλους και ιδιότητες.
Τις βασανίζει η ακινησία.
Τις πληγώνει θανάσιμη ακαμψία.
Κι αυτά τ' αναθεματισμένα πτηνά
που δεν σέβονται τίποτα.
Κι αυτές οι χυμώδεις κοπέλες
που περνούν από μπροστά.
"Πήγαινέ μας μια βόλτα", με παρακαλούν.
"Μόνο ξεκόλλα μας από δω, στο Θεό που πιστεύεις!
Και να σε βρουν, άνθρωπε, χίλια καλά"
Αυτό προσπαθώ να εξηγήσω
τόση ώρα στον αστυφύλακα
που με συνέλαβε.
***
O πραματευτής
Τον πάγκο του δεν τον πλησίαζαν.
Αυτός εκεί, αράδιαζε κάθε πρωί
τη σκονισμένη πραμάτεια του:
Πουλούσε αναμνήσεις..
"Ποιος νοιάζεται" έλεγαν και ξανάλεγαν
"για ξένες αναμνήσεις!
Κι αυτός, ο χριστιανός.."
"Εδώ παλεύουμε να ξεφορτωθούμε
τις δικές μας".
"Άλλωστε, αυτές είναι πια
τόσο κιτρινισμένες και καχεκτικές.
Σχεδόν νεκρές.
Δεν έχουν
καμία πρακτική χρησιμότητα"
Κυριακή 10 Μαΐου 2026
Να μην φαίνεται-Ιω (Μέρος 5ο)
12. Ακίνητο
Το παιδί στάθηκε στο δωµάτιο.
Δεν υπήρχε κάτι µπροστά του.
Ο χώρος ήταν ίδιος.
Όπως πριν.
Από µακριά ακούγονταν φωνές.
Δεν ξεχώριζαν λέξεις.
Μόνο ο ρυθµός.
Το παιδί δεν γύρισε.
Έµεινε εκεί.
Τα χέρια δίπλα στο σώµα.
Δεν άγγιζαν τίποτα.
Η ανάσα ήταν αργή.
Σχεδόν δεν φαινόταν.
Δεν µετακινήθηκε.
Περίµενε.
Δεν ήξερε τι.
Δεν χρειαζόταν να ξέρει.
Πέρασε χρόνος.
Ή όχι.
Δεν άλλαξε κάτι.
Κανείς δεν µπήκε.
Κανείς δεν το φώναξε.
Το παιδί κατέβασε λίγο το κεφάλι.
Κοίταξε το πάτωµα.
Μετά πάλι µπροστά.
Δεν έκανε βήµα.
Δεν δοκίµασε.
Έµεινε.
Σαν να µπορούσε να µείνει έτσι.
Όσο χρειάζεται.
Σαν να µην υπήρχε αλλού.
Μόνο αργότερα.
Όχι τώρα.
Το σώµα δεν βάραινε.
Δεν τραβούσε προς τα κάτω.
Έµεινε όρθιο.
Χωρίς ένταση.
Χωρίς κίνηση.
Σαν να είχε βρει τρόπο.
Να είναι εκεί.
Χωρίς να φαίνεται.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
13. Σκοτάδι
Το φως έσβησε.
Όχι απότοµα.
Λίγο-λίγο.
Οι σκιές µεγάλωσαν.
Έφτασαν πιο κοντά.
Το παιδί έµεινε στο κρεβάτι.
Δεν σηκώθηκε.
Δεν κάλεσε.
Έµεινε.
Το δωµάτιο άλλαξε.
Δεν φαινόταν.
Αλλά ήταν αλλιώς.
Οι τοίχοι δεν έδειχναν ίδιοι.
Το ταβάνι χάθηκε.
Το παιδί κοίταξε µπροστά.
Δεν έβλεπε καθαρά.
Δεν προσπάθησε.
Άφησε το βλέµµα.
Το σκοτάδι ήρθε πιο κοντά.
Κάλυψε τα αντικείµενα.
Τις γωνίες.
Τα χέρια.
Το σώµα.
Το παιδί δεν µετακινήθηκε.
Δεν αντιστάθηκε.
Η ανάσα ήταν ήσυχη.
Σταθερή.
Πέρασαν σκέψεις.
Δεν κράτησε καµία.
Δεν τις έσπρωξε.
Τις άφησε.
Δεν χρειαζόταν τώρα.
Όχι εδώ.
Έµεινε.
Χωρίς να φαίνεται.
Χωρίς να ακούγεται.
Χωρίς να ζητά.
Το σκοτάδι έµεινε µαζί του.
Σταθερό.
Δεν άλλαξε.
Δεν έφυγε.
Το παιδί έκλεισε τα µάτια.
Δεν υπήρχε διαφορά.
Έµεινε έτσι.
Χωρίς κίνηση.
Χωρίς βάρος.
Σαν να µπορούσε να µείνει.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
Όσο χρειάζεται.
Σάββατο 2 Μαΐου 2026
Η κωλόγρια έπαθε "Δημουλίδου"...
Σε μια παρέα σκληρών λογοτεχνικών μυστών ένας έχει πέσει κάτω πιάνοντας την κοιλιά του από τα γέλια, έχει προηγηθεί μια ακόμα ευτράπελη ιστορία με πρωταγωνίστρια τη Λενίτσα από τις πολλές που διακινούνται στα πηγαδάκια των ανθρώπων του βιβλίου. Η Πατάκαινα φυσικά πετάει τη σκούφια της, κάθε αυλικός χρειάζεται τους γελωτοποιούς του, όσο περισσότεροι τόσα πιο πολλά τα δίφραγκα στο- δίχως πάτο- βαρέλι.
Κι αν κάτι χαρακτηρίζει τους γελωτοποιούς είναι η ευελιξία τους, πέσε στα τέσσερα, κάνε σπαγγάτο, πιάσε μια κωλοτούμπα. Για να πούμε βέβαια και του στραβού το δίκιο ποτέ δεν έχουν παρακούσει στα παραγγέλματα των επιβαλλόμενων τάσεων που τους επιβάλλουν τα κάθε λογής παραμάγαζα, και βιβλίο για το σκυλάκι της θα γράψει (όταν η φιλοζωία είναι στα πάνω της), και για τον Καποδίστρια αλλά αν σου λείπει ένα καλό «Δημουλίδικο» ρομάντζο με την εμμηνόπαυση στα ντουζένια της δεν πας πουθενά Λενίτσα, δεν χρειάζεται να στο πει η Αννούλα, εμείς εδώ στο Καρτέλ στο λέμε…
Έπιασε λοιπόν το αστροπελέκι να μας βγάλει τα μάτια με μια υπόθεση που θα έκανε ακόμα και τον "γιό της βροχής» να σηκωθεί από τον τάφο του. «Ο Άλκης και ο Στράτος. Δύο αγόρια, το ένα από την κορυφή, το άλλο από τον πάτο. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά στο Κολλέγιο Αθηνών. Ο φωτογενής γόνος δεξιάς πολιτικής δυναστείας κι ο γιος του αριστερού δασκάλου του χωριού. Ο ένας είχε όλα τα όπλα εκτός από το μυαλό του κι ο άλλος μόνον το μυαλό του. Μια παιδική φιλία που κατέληξε ανθρωποφαγία στον δρόμο για την εξουσία.», αντιγράφουμε από την υπόθεση και όταν πληροφορούμαστε πως πρόκειται για μυθιστόρημα που περιγράφει τον "πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικο-αισθηματικό ξεπεσμό μας" αρχίζουμε ήδη να προετοιμάζουμε την κοιλιά μας για το επόμενο πηγαδάκι που θα πέσει στο τραπέζι το θέμα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά βέβαια ο εθισμός στον κρετινισμό και κυρίως η χυδαιότητα της (λογοτεχνικής) διαπλοκής δεν αφήνουν πολλά περιθώρια. Ειδικότερα όταν μιλάμε για έναν κατήφορο που έχει ξεφύγει από τα στενά λογοτεχνικά πλαίσια αγγίζοντας την ευαίσθητη χορδή της αισθητικής….
Παρασκευή 1 Μαΐου 2026
Να μη φαίνεται-Ιω (Μέρος 4ο)
10. Πάτωµα
Το φως έµπαινε από την κουρτίνα.
Όχι πολύ.
Μόνο όσο χρειαζόταν.
Η σκόνη φαινόταν µέσα του.
Αιωρούνταν αργά.
Το παιδί σήκωσε το χέρι.
Το πέρασε µέσα από το φως.
Τα σωµατίδια χάθηκαν.
Μετά ξαναφάνηκαν.
Το έκανε ξανά.
Χωρίς ήχο.
Λίγο πιο γρήγορα.
Μετά σταµάτησε.
Το πάτωµα ήταν κρύο.
Καφέ και κόκκινο.
Τα σχήµατα επαναλαµβάνονταν.
Το παιδί ήταν µισοξαπλωµένο.
Το µάγουλο ακουµπούσε στο πλακάκι.
Δεν µετακινήθηκε.
Έσυρε το δάχτυλο πάνω στις γραµµές.
Από τη µία άκρη στην άλλη.
Σταµάτησε.
Γύρισε.
Συνέχισε.
Τα σχήµατα ενώνονταν.
Δεν άφηναν κενό.
Το δάχτυλο τα ακολουθούσε.
Χωρίς να βγαίνει έξω.
Σιγοτραγουδούσε.
Χωρίς λόγια.
Ίσα που ακουγόταν.
Μετά λίγο πιο καθαρά.
Για λίγο.
Σταµάτησε.
Άκουσε.
Δεν ακούστηκε κάτι άλλο.
Το φως µετακινήθηκε λίγο.
Το χέρι έµεινε µέσα του.
Για µια στιγµή σήκωσε το κεφάλι.
Πού τελειώνει το δέρµα.
Πού αρχίζει το φως.
Έµεινε εκεί.
Ακίνητο.
Μετά χαλάρωσε λίγο τα δάχτυλα.
Για λίγο.
Σαν να δοκίµαζε.
Σαν να µπορούσε.
Μετά τα έκλεισε πάλι.
Έµεινε εκεί.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
11. Νεροχύτης
Το ποτήρι ήταν γεµάτο.
Όχι µέχρι πάνω.
Λίγο πιο κάτω.
Το παιδί το κράτησε µε τα δύο χέρια.
Σφιχτά.
Όχι πολύ.
Ο νεροχύτης ήταν ψηλά.
Σηκώθηκε στις µύτες.
Τα δάχτυλα πάτησαν στο µάρµαρο.
Κρύο.
Όπως το πάτωµα.
Δεν γλίστρησαν.
Έµειναν εκεί.
Το ποτήρι ανέβηκε.
Αργά.
Το γάλα κινήθηκε µέσα.
Σταµάτησε.
Το παιδί περίµενε.
Δεν ανέπνευσε βαθιά.
Περίµενε να ηρεµήσει.
Το σήκωσε λίγο ακόµα.
Το χείλος του νεροχύτη φάνηκε.
Λευκό.
Κοντά.
Τα χέρια έτρεµαν.
Δεν τα κατέβασε.
Δεν τα χαλάρωσε.
Έφερε το ποτήρι µέσα.
Για µια στιγµή έµεινε στον αέρα.
Δεν ήξερε πού να το αφήσει.
Δεν µετακινήθηκε.
Μετά το κατέβασε.
Αργά.
Το γυαλί ακούµπησε στο µάρµαρο.
Ένας ήχος.
Μικρός.
Το παιδί σταµάτησε.
Περίµενε.
Δεν ακολούθησε άλλος.
Δεν έσπασε.
Το κράτησε λίγο ακόµα.
Μετά άφησε τα χέρια.
Όχι απότοµα.
Αργά.
Έµεινε στις µύτες.
Δεν κατέβηκε αµέσως.
Κοίταξε το ποτήρι.
Ήταν όρθιο.
Το γάλα µέσα.
Δεν είχε χυθεί.
Κατέβηκε.
Αργά.
Τα πόδια στο πάτωµα.
Κρύο.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
Σάββατο 25 Απριλίου 2026
Το βυσματικό «βραβείο» της Ε.Ε (EUPL) και το μεγάλο φιάσκο
Αν οι χαρτογιακάδες δεν έδιναν «βραβεία λογοτεχνίας» στον κάθε δικτυωμένο γλείφτη τότε ποιος θα έδινε; Η απορία είναι εύλογη ωστόσο τα ευτράπελα που δημιουργούνται όταν θεσπίζονται τέτοιου είδους πανηγύρια- ώστε στα μεθεόρτια το κάθε αργυρώνητο Αρδάκι να κάνει λόγο για «διεθνές κύρος»- δεν λείπουν.
Και πως να λείπουν όταν οι «διακριθέντες» δεν αποτελούν και τίποτα «ιερά τέρατα» της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά τον απόπατο του λογοτεχνικού υποκόσμου. Από τον καρπαζοεισπράκτορα Μάκη Τσίσα μέχρι πουθενάδες των εσχατιών της Βαλκανικής που «κρίνονται» και «διακρίνονται» από τύπους σαν την αγιογδύτισσα τη Σοκόλη και τον κάθε αργόμισθο κηφήνα που χαρτζιλικώνεται από σημαδεμένες επιδοτήσεις.
Φυσικά όπως προείπαμε τα ευτράπελα από τέτοια φαρσικά θεσμικά εγχειρήματα δύσκολα λείπουν καθώς οι εμπλεκόμενοι όσο έχουν κάνει τη γλώσσα τους σαλάχι άλλο τόσο σκαμπάζουν από λογοτεχνία. Έτσι το τελευταίο κρούσμα όπου η Ελένη Φωκά ζήτησε η βιογραφία της να αποσυρθεί από τη βραχεία λίστα έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο.
Ο λόγος, δεν εντάσσεται στη κατηγορία της μυθοπλασίας, όπου οι τενεκέδες το κατέταξαν, αλλά του ιστορικού μυθιστορήματος. Κάτι που «συνιστά βαρύτατη προσβολή στην προσωπική της αξιοπρέπεια, αλλά και στην ιστορική αλήθεια των γεγονότων που η ίδια βίωσε στην κατεχόμενη Κύπρο.»
Θα μου πεις τώρα μπορούν οι χαρτογιακάδες να ξεχωρίσουν το ιστορικό από το μυθοπλαστικό όταν τρέχουν για λεύκανση πρωκτού κάθε δεύτερη βδομάδα. Απορίες πραγματικά ανάξιες λόγου αφού το τελευταίο που τους απασχολεί είναι το ίδιο το βιβλίο…
Παρασκευή 24 Απριλίου 2026
Να μην φαίνεται-Ιω (Μέρος 3ο)
8. Παράθυρο
Το παράθυρο δεν άνοιγε πάντα.
Κόλλαγε.
Το παιδί το έσπρωξε λίγο.
Σταµάτησε.
Δεν το πίεσε.
Έµεινε µπροστά.
Στις µύτες των ποδιών.
Το τζάµι ήταν κρύο.
Ακούµπησε το µέτωπο.
Η ανάσα θάµπωσε την επιφάνεια.
Έκανε έναν κύκλο µε το δάχτυλο.
Μικρό. Μέσα του φάνηκε ο δρόµος. Οι άνθρωποι περνούσαν. Δεν κοιτούσαν. Δεν σταµατούσαν. Το παιδί έµεινε εκεί. Δεν χτύπησε το τζάµι. Δεν φώναξε. Κοίταξε. Απλώς κοίταξε. Κάποιος πέρασε πιο αργά. Για µια στιγµή φάνηκε να σηκώνει το κεφάλι. Μετά συνέχισε. Το παιδί δεν µετακινήθηκε. Η ανάσα θάµπωσε ξανά το τζάµι. Το σκούπισε. Ξανά. Το ίδιο σηµείο. Το κράτησε καθαρό. Όσο µπορούσε. Το φως έπεσε πάνω στο πρόσωπό του. Για λίγο. Μετά µετακινήθηκε. Το παιδί δεν κατέβηκε. Έµεινε στις µύτες. Για λίγο ακόµα. Σαν να περίµενε. Όχι τώρα. Ίσως µετά. Τράβηξε την κουρτίνα. Όχι τελείως. Άφησε ένα άνοιγµα. Το ίδιο κάθε φορά. Γύρισε. Δεν έκλεισε το παράθυρο. Δεν το άνοιξε. Έµεινε όπως ήταν. Δεν ακούστηκε τίποτα. Αυτό ήταν καλό. 9. Βιτρίνα Η σάλα ήταν κλειστή. Η πόρτα άνοιγε λίγο. Το παιδί µπήκε µέσα. Την έκλεισε πίσω του. Από την κουζίνα ακούγονταν φωνές. Συνεχόµενες. Δεν σταµάτησαν. Το παιδί δεν γύρισε. Η ντιβανοκασέλα ήταν µπροστά. Σκούρο ξύλο. Βαριά. Στη µία πλευρά είχε βιτρίνα. Μικρή. Μέσα φλιτζάνια. Λεπτά. Ίδια µεταξύ τους. Δεν τα άγγιξε. Πλησίασε. Ο τοίχος πίσω τους ήταν καθρέφτης. Το παιδί στάθηκε µπροστά. Κοίταξε. Το πρόσωπο φάνηκε. Καθαρά. Σταθερά. Δεν κινήθηκε. Έµεινε εκεί. Η ανάσα θάµπωσε λίγο το γυαλί. Μετά καθάρισε. Το πρόσωπο έµεινε. Ίδιο. Το παιδί πλησίασε. Λίγο ακόµα. Τα µάτια έµειναν ανοιχτά. Δεν ανοιγόκλεισαν. Ο χρόνος πέρασε. Ή όχι. Δεν άλλαξε κάτι. Το πρόσωπο απέναντι έµεινε. Δεν µετακινήθηκε. Το παιδί σήκωσε το χέρι. Αργά. Το είδωλο έκανε το ίδιο. Δεν ήταν ξεκάθαρο ποιο πρώτο. Το χέρι κατέβηκε. Το άλλο άργησε. Λίγο. Ή έτσι φάνηκε. Το παιδί έµεινε. Κοίταξε περισσότερο. Τα χαρακτηριστικά έµειναν χωρίς βάθος. Σαν να ανήκαν αλλού. Το παιδί δεν είπε τίποτα. Δεν σκέφτηκε λέξη. Το όνοµα δεν ήρθε. Δεν το έψαξε. Έκανε ένα βήµα πίσω. Το πρόσωπο έµεινε για λίγο. Μετά ακολούθησε. Η πόρτα άνοιξε. Οι φωνές µπήκαν µέσα. Δυνατά. Το παιδί βγήκε. Δεν γύρισε. Έκλεισε πίσω του. Δεν ακούστηκε τίποτα. Αυτό ήταν καλό.
Πέμπτη 23 Απριλίου 2026
Ποιος ηλίθιος αγοράζει βιβλία αλήθεια;
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα, το ένα βιβλιοπωλείο κλείνει μετά το άλλο ενόσω οι διάφοροι σπουδαιοφανείς φίκοι προσπαθούν να βρουν τις αιτίες. Φταίει η αύξηση του ενοικίου λένε, φταίει το brunchάδικο δίπλα…μόνο το κακό τους το κεφάλι δεν φταίει. Την ίδια στιγμή όσα επιβιώνουν λειτουργούν με όρους μαφίας, χαλκευμένες λίστες μπεστ σέλερ, πληρωμένες βιτρίνες, πληρωμένες ντάνες, τα χατίρια των αρχινταβάδων να κάνουμε και έχει ο θεός. Περιμένουνε πως και πως την «έκθεση» για να ξεστοκάρουν και να μαζέψουν σαν σαρδέλες τον κόσμο που θα γεμίσει σακούλες και θα τις ξεχάσει μετά στην αποθήκη, λες και πρόκειται για κάνα burger festival στην τεχνόπολη. Υπάρχει βέβαια και μπαζάρ για να μην ξεχνιόμαστε, ό,τι πάρεις με ένα ευρώ μαζί με μια εξάδα κωλόχαρτα….
Η αλήθεια ωστόσο είναι πολύ πιο απλή από την κάθε βαθυστόχαστη ανάλυση. Όταν εσύ ο ίδιος δεν σέβεσαι το προϊόν σου πως περιμένεις να το σεβαστεί ο καταναλωτής; Αν ένα καφέ σου σερβίρει άθλιο εσπρέσο σαν τις μεταφράσεις σου και τον κάθε πρόθυμο να αρμεχτεί, πλην ατάλαντο, τενεκέ θα ξαναπατήσεις αλήθεια; Όταν ακόμα και ο θεσμικός οργανισμός που ασχολείται με αυτό είναι βουτηγμένος στη ρεμούλα πόσες είναι οι πιθανότητες να ανθήσει μια σοβαρή λογοτεχνία και μια υγιής βιβλιοπαραγωγή.
Στο καρτέλ θεωρούμε πλέον την αγορά βιβλίου πεταμένα λεφτά και το έχουμε τονίσει σε όλους τους τόνους, Ας μείνει να πουλάει η Μαντά και ο Μένιος για όσους θεωρούν τους συγκεκριμένους «συγγραφείς», αυτό δεν είναι κάτι που μας αφορά. Μας αφορά ωστόσο όχι τόσο ο δεδομένος θάνατος της εγχώριας λογοτεχνίας αλλά κυρίως ο εκχυδαϊσμός της. Και αυτό που διαπιστώνουμε είναι πως δεν είμαστε οι μόνοι καθώς όλο και περισσότεροι γυρίζουν την πλάτη σε ένα προϊόν που υποβαθμίζεται καθημερινά και περιμένει τα διάφορα πανηγυράκια προκειμένου να βγει στο κλαρί…
Σάββατο 18 Απριλίου 2026
Να μην φαίνεται- Ιώ (Μέρος 2ο)
6. Συρτάρι
Το συρτάρι δεν άνοιγε µέχρι τέρµα.
Σταµατούσε στη µέση.
Σαν να κρατούσε κάτι µέσα.
Το παιδί το άνοιξε όσο επέτρεπε.
Δεν το τράβηξε δυνατά.
Δεν ήθελε τον ήχο.
Έσκυψε.
Κοίταξε µέσα.
Το φως έφτανε µόνο µπροστά.
Πίσω έµενε σκοτάδι.
Υπήρχαν µικρά πράγµατα.
Ένα κουµπί.
Ένα κουτάλι.
Ένα χαρτί διπλωµένο.
Δεν τα πήρε όλα µαζί.
Ένα-ένα.
Τα κράτησε λίγο.
Μετά τα άφησε.
Δεν τα µετέφερε.
Δεν τα άλλαξε θέση.
Έβαλε το χέρι πιο µέσα.
Χωρίς να βλέπει.
Ψηλάφισε.
Αργά.
Περίµενε να βρει κάτι.
Κάτι που να µην ξέρει.
Τα δάχτυλα άγγιξαν ξύλο.
Μετά κάτι κρύο.
Το χαρτί.
Το κράτησε.
Μετά κενό.
Σταµάτησε.
Δεν τράβηξε το χέρι πίσω.
Έµεινε εκεί.
Σαν να περίµενε.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Δεν υπήρχε κάτι άλλο.
Έβγαλε το χέρι.
Κοίταξε τα δάχτυλα.
Δεν είχαν αλλάξει.
Το συρτάρι έµεινε ανοιχτό.
Λίγο.
Το έσπρωξε πίσω.
Αργά.
Σταµάτησε πριν κλείσει.
Το άφησε έτσι.
Μισάνοιχτο.
Δεν το ξανάνοιξε.
Δεν το έκλεισε.
Έµεινε εκεί.
Όπως ήταν.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
7. Ντουλάπα
Η ντουλάπα άνοιγε λίγο δύσκολα.
Στην αρχή.
Μετά υποχωρούσε.
Το παιδί ήξερε πού να τραβήξει.
Δεν έκανε θόρυβο.
Την άνοιξε όσο χρειαζόταν.
Όχι τελείως.
Μέσα, τα ρούχα ήταν κοντά το ένα στο άλλο.
Ακουµπούσαν.
Όταν τα έσπρωχνε, µετακινούνταν µαζί.
Σαν ένα σώµα.
Το παιδί µπήκε ανάµεσά τους.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Όχι τελείως.
Άφησε µια γραµµή φωτός.
Πάντα την ίδια.
Κάθισε κάτω.
Τα γόνατα στο στήθος.
Τα χέρια γύρω τους.
Δεν κινήθηκε.
Τα ρούχα ακουµπούσαν το πρόσωπό του.
Ύφασµα.
Σταθερό.
Δεν άλλαζε.
Απ’ έξω ακούστηκαν βήµατα.
Πέρασαν.
Δεν σταµάτησαν.
Το παιδί δεν µίλησε.
Δεν µετακινήθηκε.
Έβαλε το χέρι µπροστά στη γραµµή φωτός.
Την έκρυψε.
Μετά το τράβηξε.
Το φως γύρισε.
Το έκανε ξανά.
Χωρίς βιασύνη.
Σταµάτησε.
Άφησε το φως να µείνει.
Δεν το έκρυψε πάλι.
Έµεινε εκεί.
Δεν περίµενε κάτι.
Δεν άκουγε πια.
Ο χώρος ήταν σταθερός.
Ίδιος.
Όπως έπρεπε.
Όταν άνοιξε την πόρτα, βγήκε αργά.
Δεν κοίταξε πίσω.
Έκλεισε τη ντουλάπα.
Μέχρι να ακουστεί το µικρό «κλικ».
Αυτό ήταν καλό.
Πέμπτη 16 Απριλίου 2026
Χόλε: Όταν η παραγωγή σώζει τα προσχήματα.
Για τον Γιο Νέσμπε τα έχουμε πει πολλάκις, είναι η χρυσή αγελάδα που κάθε εκδοτικό παραμάγαζο επιθυμεί, με την έννοια πως υπακούει στις επιταγές του βιβλίου «τούβλου» (σαν εκείνα που τον διαβάζουν), την ανοικονόμητη πλοκή, τους χαλαρούς αρμούς που δήθεν δένουν (όρεξη να υπάρχει) τους πολλαπλούς γρίφους που θέτει εξιτάροντας τον όχι και τόσο ευφυή αναγνώστη του. Στην Ελλάδα φυσικά υπάρχει μια στρατιά μιμητών που θέλει να τον αντιγράψει συνηθώς με κωμικοτραγικά αποτελέσματα αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δεν αφορά το παρόν άρθρο μας.
Στην πολυαναμενόμενη λοιπόν μεταφορά του βιβλίου του «Το αστέρι του διαβόλου» στην γνωστή πλατφόρμα οι προσδοκίες είναι δικαίως υψηλές. Όχι διότι, όπως προείπαμε, είναι καλός συγγραφέας αλλά γιατί η δημοφιλία της pulp λογοτεχνίας οφείλει να βάλει τον πήχη ψηλά.
Και η αλήθεια είναι πως η σειρά τα καταφέρνει, στηριζόμενη σε μια σεμιναριακού επιπέδου παραγωγή που μόνο η καλοκουρδισμένη νορδική συνέπεια και αισθητική μπορεί να καταφέρει. Ξεκινώντας από τους ηθοποιούς ο Tobias Santelmann οπτικοποιεί έναν Χόλε πολύ πιο ευάλωτο και εύθραυστο λόγω του εθισμού στο αλκοόλ διατηρώντας την ευστροφία του που τον οδηγεί στις λύσεις των μυστηρίων, ενδιαφέρον είναι και ο χαρακτήρας του κυνικού και ραδιουργού αντίζηλου του Βόλε αν και οι υπερβολές συχνά κλοτσάνε τη ροή (όπως η άγρια δολοφονία του πιτσιρικά που ψωνίζεται στις τουαλέτες).
Από κει και πέρα η οικονομία της σειράς δεν σε αφήνει να βαρεθείς παρά τα συχνά παιδαριώδη τεχνάσματα (που συναντάμε και στα βιβλία του Νέσμπε). Το μεγαλύτερο ωστόσο επιχείρημα είναι η αισθητική και η προσοχή σε αυτήν. Από τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνται (η ford σακαράκα του Χόλε σε αντιδιαστολή με την αστραφτερή Lotus του Βόλε για να τονιστούν οι ιδιοσυγκρασίες τους) μέχρι το ατμοσφαιρικό μπαρ Boxer αλλά και τα μαγικά πλάνα του Όσλο, όλες οι λεπτομέρειες είναι προσεγμένες στην εντέλεια.
Συμπερασματικά η σειρά βλέπεται και με το παραπάνω ενώ έχει πολλά περισσότερα να δώσει από τις άψυχες αντίστοιχες «αμερικανιές» σεβόμενη τον εαυτό της και κυρίως τους τηλεθεατές…
Τρίτη 14 Απριλίου 2026
Να µην φαίνεται -Ιώ (Μέρος 1ο)
Πρόλογος
Υπάρχουν παιδιά που δεν ρωτούν.
Όχι γιατί δεν θέλουν.
Γιατί βλέπουν.
Οι ήχοι σταµατούν.
Οι κινήσεις αλλάζουν.
Τα βλέµµατα φεύγουν.
Μένουν.
Δεν µιλούν.
Μετρούν.
Την απόσταση.
Την ανάσα.
Τον χρόνο.
Μαθαίνουν πότε να µην κινούνται.
Πότε να µην ακούγονται.
Δεν είναι ήσυχα.
Είναι προσεκτικά.
Δεν είναι υπάκουα.
Είναι µόνα.
Δεν ανήκουν εκεί.
Το ξέρουν.
Δεν το λένε.
Κρατούν κάτι.
Όχι λέξη.
Όχι σκέψη.
Μια κατεύθυνση.
Όχι τώρα.
Μετά.
Μέχρι τότε, µένουν.
Χωρίς ήχο.
Χωρίς ίχνος.
Έτσι επιβιώνουν.
Έτσι ετοιµάζονται.
1. Φεγγάρι
Το φεγγάρι ήταν εκεί.
Πάντα ήταν.
Ψηλά.
Δεν άλλαζε.
Ο δρόµος ήταν σχεδόν άδειος.
Φώτα περνούσαν.
Και έφευγαν.
Δεν σταµατούσαν.
Ακούστηκε ένας ήχος.
Μεταλλικός.
Κοφτός.
Μετά τίποτα.
Το παιδί πλησίασε.
Αργά.
Το σώµα ήταν στο δρόµο.
Ακίνητο.
Με έναν τρόπο που δεν ήταν σωστός.
Δεν κινήθηκε.
Δεν µίλησε.
Κοίταξε.
Οι σάρκες δεν αντιδρούσαν.
Δεν υπήρχε κίνηση.
Ο αέρας ήταν βαρύς.
Κάποιος είπε κάτι.
Δεν ακούστηκε καθαρά.
Μια λέξη.
Ίσως «τελείωσε».
Το παιδί δεν ρώτησε.
Δεν γύρισε.
Το φεγγάρι έµενε εκεί.
Ίδιο.
Σαν να µην είχε συµβεί τίποτα.
Σήκωσε το βλέµµα.
Το κράτησε εκεί.
Λίγο ακόµα.
Μετά το κατέβασε.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
2. Φόρεµα
Το φόρεµα ήταν µπλε.
Το φορούσε µόνο σε συγκεκριµένες µέρες.
Ήταν καθαρό.
Έπρεπε να µείνει έτσι.
Το παιδί στεκόταν όρθιο.
Τα χέρια κοντά στο σώµα.
Δεν τα άπλωνε.
Δεν έτρεχε.
Δεν καθόταν κάτω.
Κοίταζε το ύφασµα.
Δεν το άγγιζε πολύ.
Μόνο µε τις άκρες των δαχτύλων.
Ελαφρά.
Σαν να µπορούσε να το λερώσει µόνο µε την αφή.
Από κάπου ακούστηκε φωνή.
Δεν ήταν δυνατή.
Αλλά ήταν αρκετή.
Το παιδί σταµάτησε.
Έµεινε ακίνητο.
Περίµενε.
Δεν ακολούθησε κάτι.
Κοίταξε κάτω.
Το φόρεµα ήταν ακόµα καθαρό.
Χωρίς σηµάδια.
Ίσιο.
Στη θέση του.
Δεν είχε αλλάξει.
Το παιδί δεν κινήθηκε.
Κράτησε τα χέρια κοντά.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
3. Διάδροµος
Ο διάδροµος ήταν σκοτεινός.
Όχι τελείως.
Λίγο φως ερχόταν από µέσα.
Η πόρτα ήταν µισάνοιχτη.
Το παιδί στάθηκε µπροστά της.
Δεν µπήκε.
Ακούστηκε ένας ήχος.
Χαµηλός.
Σταθερός.
Σαν κάτι που επιµένει.
Δεν κατάλαβε τι είναι.
Δεν ρώτησε.
Έµεινε εκεί.
Το χέρι του δίπλα στο σώµα.
Δεν άγγιξε την πόρτα.
Από µέσα πέρασε σκιά.
Και χάθηκε.
Ο ήχος συνέχισε.
Το παιδί έκανε ένα βήµα πίσω.
Το πάτωµα έτριξε.
Σταµάτησε.
Δεν κινήθηκε.
Ο ήχος σταµάτησε.
Για λίγο.
Ακούστηκε το όνοµά του.
Χαµηλά.
Αρκετά.
Το παιδί δεν απάντησε.
Γύρισε.
Περπάτησε πίσω.
Αργά.
Χωρίς ήχο.
Μπήκε στο δωµάτιό του.
Έκλεισε την πόρτα.
Όχι τελείως.
Άφησε ένα µικρό άνοιγµα.
Έµεινε εκεί.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
4. Μπάνιο
Το νερό ήταν ζεστό.
Στην αρχή.
Το παιδί είχε τα χέρια µέσα.
Τα δάχτυλα άνοιγαν.
Και έκλειναν.
Το νερό κινήθηκε.
Μετά ηρέµησε.
Έµεινε εκεί.
Δεν φώναξε.
Δεν απάντησε.
Από έξω ακούστηκε φωνή.
Δεν ξεχώρισε τις λέξεις.
Δεν προσπάθησε.
Έκλεισε τη βρύση.
Ο ήχος κατέβηκε µέσα στους σωλήνες.
Βαθύς.
Μακρύς.
Έσκυψε λίγο.
Άκουσε.
Δεν κατάλαβε.
Σηκώθηκε.
Τράβηξε την κουρτίνα.
Το πάτωµα ήταν βρεγµένο.
Σταγόνες.
Ακίνητες.
Έβαλε το πόδι του.
Γλίστρησε λίγο.
Σταµάτησε.
Κοίταξε κάτω.
Το φως τρεµόπαιξε.
Έκανε έναν µικρό ήχο.
Σταθεροποιήθηκε.
Ο καθρέφτης ήταν θαµπός.
Το παιδί πέρασε το χέρι.
Άφησε µια γραµµή.
Το πρόσωπο φάνηκε.
Μισό.
Το άλλο µισό έµεινε θολό.
Έσκυψε πιο κοντά.
Η ανάσα θάµπωσε ξανά το γυαλί.
Το πρόσωπο χάθηκε.
Και ξαναφάνηκε.
Δεν ήταν ίδιο.
Το παιδί έµεινε εκεί.
Δεν µίλησε.
Από έξω ακούστηκε ήχος.
Σαν κάτι που χτύπησε.
Σταµάτησε να αναπνέει.
Περίµενε.
Δεν µπήκε κανείς.
Το νερό έσταζε.
Ένα.
Δύο.
Δεν µέτρησε σωστά.
Σκούπισε το πρόσωπο.
Γρήγορα.
Άνοιξε την πόρτα λίγο.
Κοίταξε.
Δεν βγήκε.
Έκλεισε πάλι.
Έµεινε µέσα.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
5. Τραπέζι
Το τραπέζι ήταν στρωµένο.
Πριν καθίσουν.
Πάντα.
Τα πιάτα στη θέση τους.
Τα ποτήρια ίσια.
Δεν ακουµπούσαν µεταξύ τους.
Το παιδί κάθισε.
Χωρίς να τραβήξει πολύ την καρέκλα.
Ο ήχος θα ακουγόταν.
Δεν τον έκανε.
Τα χέρια στο τραπέζι.
Όχι πολύ µπροστά.
Όχι πολύ πίσω.
Έµειναν εκεί.
Το φαγητό άχνίζε.
Δεν έσκυψε.
Περίµενε.
Κάποιος µίλησε.
Μετά άλλος.
Οι φωνές µπλέχτηκαν.
Δεν σταµάτησαν.
Το παιδί δεν κοίταξε.
Κοίταξε το πιάτο.
Πήρε το πιρούνι.
Αργά.
Το σήκωσε.
Το κράτησε στον αέρα.
Περίµενε.
Καµία λέξη δεν ήταν καθαρή.
Μόνο ο τόνος.
Απότοµος.
Κοφτός.
Έβαλε λίγο φαγητό στο στόµα.
Μάσησε.
Κατάπιε.
Κατάπιε πριν είναι έτοιµο.
Χωρίς ήχο.
Δεν ήπιε νερό.
Δεν σήκωσε το ποτήρι.
Ένα χέρι χτύπησε το τραπέζι.
Όχι δυνατά.
Αλλά αρκετά.
Το ποτήρι δίπλα µετακινήθηκε.
Έκανε έναν µικρό ήχο.
Το παιδί σταµάτησε.
Δεν κουνήθηκε.
Οι φωνές συνέχισαν.
Σαν να µην είχε γίνει τίποτα.
Το παιδί κοίταξε το τραπεζοµάντηλο.
Έναν µικρό λεκέ.
Τον ακολούθησε µε το βλέµµα.
Δεν σήκωσε το κεφάλι.
Έφαγε άλλη µια µπουκιά.
Μετά άλλη µία.
Ίδιες κινήσεις.
Ίδιος ρυθµός.
Το πιάτο άδειασε.
Σταµάτησε.
Περίµενε.
Κανείς δεν το κοίταξε.
Σηκώθηκε.
Αργά.
Η καρέκλα δεν ακούστηκε.
Αυτό ήταν καλό.
Πήγε στον νεροχύτη.
Τα χέρια έτρεµαν.
Δεν τα κατέβασε.
Έπρεπε.
Το ποτήρι ακούµπησε στο µάρµαρο.
Ένας ήχος.
Μικρός.
Πέρασε.
Το νερό έσταζε.
Ένα.
Δύο.
Δεν µέτρησε σωστά.
Δεν γύρισε πίσω.
Αυτό ήταν καλό.
Σάββατο 28 Μαρτίου 2026
Τανιζάκι: Το εγκώμιο της σκιάς
Σε αυτό το μικρό δοκίμιο, εξαιρετικά επιμελημένο και μεταφρασμένο από τις "εκδόσεις Άγρα", ο σπουδαίος Ιάπωνας συγγραφέας καταπιάνεται με ένα θέμα που διαχρονικά απασχολεί, ταλανίζει και διχάζει την Ιαπωνική κοινωνία. Την προσχώρηση, δηλαδή, των δυτικών αξιών και της δυτικής αισθητικής στην παραδοσιακή κουλτούρα και τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής διατρέχοντας τομείς όπως η αρχιτεκτονική, οι οικοσκευές, η κουζίνα και γενικότερα ό,τι ορίζει άμεσα την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων.
Για τον Τανιζάκι η αισθητική υπερισχύει της βολής και είναι αυτή ίσως η μεγαλύτερη απώλεια ή το μεγαλύτερο διακύβευμα στον λεγόμενο εκσυγχρονισμό της χώρας. "Κι αν πάει κανείς στις επαρχίες της Κίνας και της Ινδίας σήμερα, θα βρει σίγουρα πως η ζωή ελάχιστα έχει αλλάξει από την εποχή του Βούδα ή του Κομφούκιου. Θα είχαμε παρόλα αυτά τραβήξει έναν δρόμο που θα ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία μας", αναφέρει κάποια στιγμή
Γραμμένο το 1933 το "Εγκώμιο της σκιάς" πατάει σε μια λογοτεχνική και υπαρξιακή παράδοση που κρατάει μέχρι τις μέρες μας, τον σκεπτικισμό δηλαδή απέναντι στην διάβρωση που προξενούν οι εισαγόμενες "αξίες" και ο οποίος είναι έκδηλος σε κάθε λογοτεχνική φόρμα και είδος, από το "In the Miso soup" του Ruy Murakami μέχρι την κριτική στις πατριαρχικές δομές της γυναικείας crime λογοτεχνίας (Κιρίνο, Γιουζούκι κ.τ.λ).
Μικρό στο μέγεθος αλλά μεστό και εύπεπτο, το εγκώμιο της σκιάς μπορεί να ιδωθεί και ως ένα εγχειρίδιο για την εξέλιξη μιας πατροπαράδοτης κοινωνίας σε οικονομική και τεχνολογική υπερδύναμη, αλλά και για τους προβληματισμούς που συνοδεύουν αυτόν τον μετασχηματισμό...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












