CARTEL
Περιοδικό λογοτεχνικής αστυνόμευσης
Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026
Όταν η ροζ λογοτεχνία υποκαθιστά τον ροζ δονητή.
Αποτελεί τη ναυαρχίδα των εκδοτικών νταβάδων και ίσως το είδος που διαθέτει το πιο προβλέψιμο target group. Η ροζ λογοτεχνία δεν είναι μόνο απαραίτητη αλλά και πολυχρηστική καθώς μπορεί να ικανοποιήσει παντός είδους ανάγκες.
Απεγνωσμένες νοικοκυρές, γυναίκες που η σεξουαλική τους ζωή μοιάζει με άνυδρη στέπα, ανδρόγυνα στα πρόθυρα γαμήλιου λήθαργου, ακόμα και αρσενικά με τη ρετσινιά του ευνουχισμένου βρίσκουν το αποκούμπι τους σε αναγνώσματα που δεν εμπορεύονται κάποιο ιδιαίτερο πνεύμα, δεν διεκδικούν δάφνες ποιότητας, δεν παρεκκλίνουν από τα στερεοτυπικά όρια που η ίδια η αντίληψη τους έχει θέσει. Το πιο σημαντικό, τα έχουν γράψει άνθρωποι σαν και κείνους.
Έτσι δεν υπάρχει μικροαστική κλίνη που στο κομοδίνο να μην έχει κάποιες «μαμάδες βορείων προαστίων», κάποιο «σπίτι δίπλα στο ποτάμι», κάποιον «Ιούδα». Αν ο δονητής μένει μέσα στο συρτάρι, τα παραπάνω τοποθετούνται από πάνω, σε θέση ευδιάκριτη και συχνά περίοπτη καθώς δεν είναι μόνο οι ερωτογενείς ζώνες που χρειάζονται το ανάλογο stimulus αλλά και το πνεύμα, ιδιαίτερα αν καλύπτεται με το περιτύλιγμα της φιλαγνωσίας.
Η ροζ λογοτεχνία είναι τίμια, δεν προσποιείται κάτι άλλο, δεν κάνει εκπτώσεις γιατί είναι από μόνη της φτηνή. Αντίθετα εκπτώσεις κάνει το κάθε σοβαροφανές τσουτσέκι μπροστά στις απαιτήσεις του εκάστοτε εκδοτικού νταβά. Είναι αυτό από το οποίο θα ζητηθεί συγκεκριμένη θεματολογία, λιασμένες γωνίες και υλικό βουτηγμένο στη φορμόλη. Για του λόγου το αληθές, διαβάστε το παρακάτω edito…
https://neokartel.blogspot.com/2024/03/blog-post.html
Κι αν ο δονητής αποτέλεσε το μεγαλύτερο ανάχωμα απέναντι στη θηλυκή υστερία, η ροζ λογοτεχνία συνεχίζει μια δική της παράδοση, προσδίδοντας νόημα σε ζωές που χωρίς αυτή θα είχαν παραμείνει στη ναφθαλίνη…
Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026
Συνεντεύξεις με την κυρία Ευτέρπη Μέρος 2 (Βαγγέλης Στεργίου)
Ζούμε και ζήσαμε σε μια κοινωνία με διάφορα είδη κατεστημένων, αγαπητή κυρία Ευτέρπη μου.
Δηλαδή...Δηλαδή...(ανάβει Camel άφιλτρο με Zippo Guns 'n' Roses)...Κατεστημένο επιστημονικό, κατεστημένο καλλιτεχνικό, ένα προ - ορισμένο κοινωνικό επιστητό μαντάμ, που στο κάτω κάτω δεν το επιλέξαμε εμείς και η γενιά μου, η οποία έζησε την εφηβεία και τη νεότητά της στα '90s.
Μας κληροδότησαν έναν κόσμο που λέτε κυρία μου, στον οποίον και καλά θα 'πρεπε να ενσωματωθούμε, γιατί ήταν λέει...ένας κόσμος μεθεπαναστατικός κι εξελισσόμενος, μα κυρία μου...
ήταν ένας ντεμέκ κόσμος του μεταμοντέρνου,
που λεν κι οι φιλόσοφοι...
Τα '90s ήταν η εποχή στην οποία μας επιβλήθηκε από ποιόν δηλαδή, από τους εκφυλισμένους παλαιοεπαναστάτες, ο σεβασμός στα ήθη και στα έθιμα του έντεχνου τραγουδιού, της θεοδωρακοπληξίας, της χατζιδακοπληξίας και δε συμμαζεύεται μαντάμ, λες και ήταν τίποτα Θρησκείες όλα αυτά τα κατεστημένα....
Ώπα, ώπα, έως εδώ, φώναξαν κάποια αδέρφια μας κι επανέφεραν το σύνθημα Punk's not Dead, θέλοντας να πουν πως είμαστε καθαροί ρε 'σεις αλλοτριωμένοι παλαιοεπαναστάτες της μπότας μας...Μη γελάτε μαντάμ, διότι αυτή ειν' η αλήθεια να πούμε...
Δεν είναι τυχαίο που τα ελληνικά συγκροτήματα της δεκαετίας του '90 είναι στιχουργικά σαφώς ανώτερα από τα αντίστοιχα αγγλικά της εποχής...Κι επίσης δεν είναι τυχαίο που οι περισσότεροι από δαύτους μαντάμ, ούτ’ επλούτισαν,
ούτ’ ηθικολόγησαν σαν κάποιους παλιούς ποιητάδες,
ούτε καυχήθηκαν πως άλλαξαν τον κόσμο...
Όχι μαντάμ, δεν αλλάξαμε τον κόσμο,
μα δε μας άλλαξε κι αυτός να ξέρετε, κι είμαστε ακόμη εδώ...
Κι ας έγινε η απώλεια, συνήθειά μας.
Διότι είναι κάποιοι συνάνθρωποί μας, οι οποίοι μπαίνουν εμπρός στον εαυτό τους συνεχώς, και καθώς το Εγώ τους, κυρία Ευτέρπη μου, είναι τόσο μεγάλο, εν' τέλει και δυστυχώς, δε βλέπουν τίποτε άλλο, παρά τον ίδιο τους τον εαυτό.
Το Εγώ τους, κάλυψε την πόλη τους και δεν τη βλέπουν πια.
Έπειτα κάλυψε τη χώρα τους και δεν τη βλέπουν ούτε τούτη πια...(ανάβει τσιγαράκι Camel άφιλτρο)...
Κι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου,
που το Εγώ τους κάλυψε την πλάση όλη...
Και δεν τη βλέπουν πια...
Έτσι δεν κάνουμε δουλειά, μαντάμ...
Ένα κριτήριο για να ξεχωρίσει κανείς κάποιο γραφτό της προκοπής…ναι, ναι, λογοτεχνικό εννοώ…είναι να μην υποβόσκει κάτω απ’ τα σχήματα λόγου του, το εγωϊστικό σαράκι του συγγραφέα. Να μη γράφει δηλαδή για να φουντώσει το ίδιο το Εγώ του, μα το Εσύ, ιφ γιου νόου γουάα μιν, που λεν και οι Αμερικανοί.
Διότι σήμερα κυρία Ευτέρπη μου, έχουμε γεμίσει με κρυφοπεριαυτολόγους που διψάν για φόλαουερς, μα από μέσα "τζίφος" η γνησιότις της ψυχούλας τους.
Είναι σημαντικό δηλαδή και πώς να το κάνουμε, να μη νοιώθεις τα δικά σου βάσανα, μα τα βάσανα των άλλων και μερικές φορές…
Τα βάσανα ολόκληρων λαών, κυρία μου....
Επ! Σάκης.. εσύ ήσουν τόση ώρα πίσω απ' αυτό το μαραφέτι με το μικρόφωνο ρε αδερφέ; Πω ρε φίλε, χρόνια και ζαμάνια.
Κυρία Ευτέρπη μου, για πες στα παιδιά να φκιάσουν κανά απεριτίφ με μεζέ.
Τέρμα για απόψε η κουλτουρομπαρούφα.
Ο Σάκης είναι φίλος αδερφικός και παλαιός συγκάτοικος στη Δ’ Εστία τη φοιτητική.
Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2026
Ο Τσαλαπετεινός του Wyoming (Κριτική)
Αν υπάρχουν δύο ελληνικές ταινίες που σημάδεψαν τη γενιά μου, αυτές είναι «Οι απόντες» του Νίκου Γραμματικού και ο «Τσαλαπετεινός του Wyoming» του Δημήτρη Ινδαρέ. Γυρισμένες στα μέσα των 90’s αφουγκράζονται και ακτινογραφούν όλη τη μελαγχολία, τον καταστροφικό κομφορμισμό και τον αντιερωτισμό εκείνης της δεκαετίας. Μιας δεκαετίας μέσα στην οποία οι σαραντάρηδες της γενιάς μου είχαν την τύχη (αλλά και την ατυχία μαζί) να ενηλικιωθούν.
Στο σινεμά την ταινία του Ινδαρέ την είδα για πρώτη φορά με μια συμμαθήτρια από το φροντιστήριο σε μια άδεια αίθουσα στην Πατησίων, ή για να πω την αλήθεια ελάχιστα από αυτή κατάφερα να δω, καθώς κατά τη διάρκεια της προβολής επιδιδόμασταν σε ερωτικές περιπτύξεις που ωστόσο δεν έφτασαν εκείνη τη στιγμή στην ολοκλήρωση, και θα έπαιρνε αρκετό καιρό μέχρι αυτό να γίνει με τρόπο περισσότερο τραυματικό και σχεδόν καθόλου διονυσιακό. Ιστορικά εγκλωβισμένοι ανάμεσα στη γενιά της όψιμης σεξουαλικής απελευθέρωσης που χαρακτήρισε τα 80’s και της απενοχοποίησης των ηθών που θα σηματοδοτούσαν τα 00’s, μεγαλώσαμε στο άχαρο μεταίχμιο, μια μαύρη τρύπα που κυριαρχούσε η ματαίωση, η καχυποψία, η σύγχυση και τα όψιμα κρίματα των προηγούμενων.
Όταν λοιπόν έτυχε την ξαναδώ στην τηλεόραση η ταύτιση μου ήταν κάτι περισσότερο από απόλυτη ώστε να την κατατάξω σε ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα της εγχώριας κινηματογραφίας.
Στην ιστορία, ένας νεαρός φοιτητής, ο Μιχάλης (Αλέξανδρος Λογοθέτης) προσπαθεί να ισορροπήσει (σαν ενδιάμεσος και ο ίδιος κρίκος) ανάμεσα στη μεγαλύτερη ερωμένη του Λήδα (Κωνσταντίνα Ανδριοπούλου) και τη νεαρή φίλη της Λία (Βίκη Βολιώτη), πριν γνωρίσει την εγκατάλειψη από την πρώτη και τον απόλυτο έρωτα μαζί με την απόρριψη από τη δεύτερη. «Σύμφωνα με μελέτες που έγιναν στον Τσαλαπετεινό του Wyoming…τα υπόλοιπα αρσενικά υποχρεούνται σε αναγκαστική εγκράτεια» ακούγεται να λέει ο φίλος της ανύπαντρης μητέρας του (Μπέτυ Αρβανίτη) σε ένα σημείο της ταινίας. Ονειροπόλος και ευαίσθητος ο ίδιος αδυνατεί να αφομοιωθεί σε μια συνθήκη που του ζητά να παραδώσει την αθωότητα του, παρατηρώντας γύρω του τα εγωκεντρικά συντρίμμια ενός κόσμου που επιζητεί την απόλυτη έλλειψη ευθυνών, την απουσία ουσιαστικών δεσμεύσεων, το safe zone της μοναξιάς του.
Με μια ατμοσφαιρική μουσική επένδυση δια χειρός Δημήτρη Παπαδημητρίου και το υπέροχο τραγούδι της Ελευθερίας Αρβανιτάκη «Και όλα αρχίζουν αλλιώς» που δένει τις κορυφαίες σκηνές, η ταινία του Ινδαρέ αποτελεί ένα μικρό ρέκβιεμ της αντρικής παιδικότητας, αλλά και μια εισαγωγή στον επίπονο προθάλαμο της ενηλικίωσης που κάποιοι δρασκελίζουν και κάποιοι άλλοι επιμένουν να αναβάλλουν την είσοδο τους, «υποχρεούμενοι σε αναγκαστική εγκράτεια»…
Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026
Γροιλανδία (Αχιλλέας Σωτηρέλλος)
Αγαπημένη μου Νούρια, αφού πρώτα βεβαιώθηκα απόλυτα για την συναισθηματική μου απονέκρωση αποφάσισα να αφήσω τα εύκρατα κλίματα σε αναζήτηση πιο ψυχρών. Η απόρριψη σου ήταν η κορυφή του παγόβουνου σε μια σειρά από ερωτικές απογοητεύσεις, διαψεύσεις, ματαιώσεις και προδοσίες που διαμόρφωσαν την ακρωτηριασμένη μου ύπαρξη. Η αλήθεια ήταν πως δεν υπήρξα ποτέ τυχερός στη ζωή μου, από την άλλη βέβαια σκέφτομαι ότι είμαστε αποκλειστικά εμείς υπεύθυνοι για τις τύχες μας. Ήμουν άτολμος, ονειροπόλος και εγωιστής, προτιμούσα να διατηρώ τους πόθους μου διψασμένους γιγαντώνοντας την έξαψη από το να τους προσγειώνω στα άθλια λασπόνερα της καθημερινότητας ή να τους απογυμνώνω από το παραπλανητικό περιτύλιγμα αντικρίζοντας από κάτω την καταρρακωμένη αλήθεια. Από μια άποψη σε χρησιμοποίησα, δεν ντρέπομαι να το ομολογήσω, στα απρόσιτα χείλι σου αναγνώρισα ένα ακόμα απωθημένο για να με απομακρύνει από οδυνηρές βεβαιότητες και επίπονους συμβιβασμούς. Όσο περνάνε οι μέρες, το συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο.
Γλυκιά μου Νούρια. Αναφέρθηκα προηγουμένως σε παγόβουνο, τι όμορφη λέξη αλήθεια, ταυτισμένη με το διασημότερο ναυάγιο της ιστορίας. Εδώ στη Γροιλανδία,ξέρεις, το ενενήντα τοις εκατό καταλαμβάνεται από πάγους, η έκταση της είναι περίπου ίση με εκείνη της Αυστραλίας, ωστόσο ο συνολικός πληθυσμός δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες κατατάσσοντας την στην κορυφή της σχετικής λίστας με τις πιο αραιοκατοικημένες χώρες του πλανήτη. Επίσης καταγράφει και άλλες ενδιαφέρουσες διακρίσεις, όπως τα πρωτεία στις αυτοκτονίες, τους βιασμούς και τον αλκοολισμό. Θα περίμενε κανείς οι φυλακές να ήταν γεμάτες, αλλά το πρόβλημα είναι ότι εδώ δεν υπάρχουν φυλακές, τους στέλνουν έμαθα στη Δανία, δεν έβγαλα άκρη να σου πω την αλήθεια…
Πάντως η ζωή μου στο Νόοκ κυλάει ήρεμα. Το Νόοκ είναι η πρωτεύουσα και αριθμεί περί το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού, διαθέτει νοσοκομείο, πανεπιστήμιο, κλειστές αθλητικές εγκαταστάσεις και τον μοναδικό ουρανοξύστη της χώρας. Ακόμα και γήπεδο γκολφ που δυσκολεύομαι να καταλάβω με ποιο τρόπο αξιοποιείται. Το πρωινά δουλεύω λάντζα σε μια ψαροταβέρνα του κέντρου που σερβίρει βραστή φώκια και παστό βακαλάο, διαμένω στα περίχωρα της πόλης σε μια συμπαθητική μονοκατοικία από πτυχωτό τσίγκο. Πρόσφατα δε απέκτησα και συντροφιά, μια πλαστική κούκλα τελευταίας τεχνολογίας η οποία μου κρατάει ερωτική συντροφιά στο κρεβάτι τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Η εταιρεία που την παρήγγειλα έκανε εξαιρετική δουλειά, τους είχα βέβαια προηγουμένως αποστείλει μια ολόσωμη φωτογραφία σου με το μπικίνι που φορούσες εκείνο το καλοκαίρι στη Μαγιόρκα. Θυμάσαι; Εύχομαι να είσαι καλά εκεί στην Ταραγόνα και να προσέχεις πάντα τον εαυτό σου. Με αγάπη, ο παντοτινά δικός σου. Πέδρο…
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026
SYNDEN: Η Άγρια δύση της Σουηδίας
Καλωσήρθατε στη Σουηδία, όχι αυτήν που γνωρίζατε αλλά αυτή που κανένας δεν θέλει να ξέρετε. Τη χώρα της φτώχειας, της εγκληματικότητας,των διαλυμένων κοινωνικών υπηρεσιών και της πρέζας. Αυτή τη Σουηδία παρουσιάζει το εξαιρετικό Synden (γη της αμαρτίας), ένα σύγχρονο γουέστερν όπου μια αστυνομικός πηγαίνει σε μια μικρή αγροτική κωμόπολη να ερευνήσει το φόνο του αδερφικού φίλου του τοξικομανούς γιού της.Μια επαρχία όπου δεν διαβιούν γιάπηδες και δημόσιοι υπάλληλοι αλλά μέθυσοι, πρεζόνια, σκατόφατσες, ξεχαρβαλωμένες οικογένειες που συνθέτουν ένα πνιγηρό όσο και καταθλιπτικό περιβάλλον.Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ο θεατής ρουφιέται κανονικά, γίνεται μάρτυρας νοσηρών σχέσεων, συνθλιμμένων οικογενειών και ανομολόγητων μυστικών. Η σειρά δεν αγγίζει τίποτα επιδερμικά, αντιθέτως μέσα από το βούρκο αναδεικνύει τη θυσία, το γονεϊκό έντσικτο, την αγάπη όπως αυτά σχηματίζονται σε ένα συγκρουσιακό καθεστώς προβληματικών οικογενειακών δεσμών που μεγιστοποιεί η εξαθλίωση. Το Synden δεν είναι μια σειρά που "φωνάζει" διεκδικώντας μπλοκμπαστερικές δάφνες, αλλά ένα καλά κρυμμένο διαμαντάκι...
Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026
Συνεντεύξεις στην κυρία Ευτέρπη Μέρος 1 (Βαγγέλης Στεργίου)
Ελληνική επαρχία, Καλοκαίρι 1991.
Τζιτζίκια, αυλές ημιασβεστωμένες κι ένα ραδιοφωνάκι Sharp παίζει από μακριά το "Άσε με να κάνω λάθος".
Ο Άλκης, ανεβαίνει σα στραβοπόδαρος καουμπόης στο στρογγυλοφάναρο παπί Χόντα 50άρι. Η λιονταρίσια του σγουρή και μαύρη χαίτη ανεμίζει στο ζεστό λίβα σα θύσανος σε σπαγγέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε.
Ο Άλκης είναι 17 χρονών και δεν τον χωράει ο τόπος. Άριστος μαθητής, αλλά όχι φυτό. Άριστος εραστής, μα άπειρος, μικρός ακόμη. Η Τζένη είναι 33 χρονών. Κομμώτρια με μαλλί Μαντόνα Λα Ίσλα Μπονίτα. Δε δίνει δεκάρα για την κοινή γνώμη. Έχει πελατεία, βγάζει τάλιρα με τη σέσουλα και κάθε Σάββατο βρίσκονται με τον Άλκη στην Καμέο στα Καμένα Βούρλα.
Ένα Αυγουστιάτικο Σαββατόβραδο, η Τζένη κάνει να περάσει τη δημοσιά. Μια KLR 250 περνάει από πάνω της όπως ένας ιαγουάρος πάνω από ένα μάτσο άγρια τριαντάφυλλα. Τη βραδιά εκείνη, ο Άλκης είχε κεράσει όλα τα Bloody Mary, μιας και τις προάλλες είχαν ανακοινωθεί τ' αποτελέσματα των εξετάσεων...Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Σχολή Θετικών Επιστημών, Τμήμα Φυσικής…
Ο Άλκης γεννήθηκε ξανά εκείνη την ημέρα του θανάτου της Τζένης.
“Διότι, μερικές φορές γεννιόμαστε από τον ίδιο το θάνατο, κυρία Ευτέρπη μου…”
Έτσι, ο Άλκης ανέβηκε Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει Φυσικός. Ο Άλκης πάντα είχε κι εκείνη την παράξενη ψυχοσύνθεση, η οποία τον εμπόδιζε να είναι μονοδιάστατος άνθρωπος. Μα, όλα ετούτα τα χαρακτηριστικά του, μαζί με το θάνατο της Τζένης, δεν ήταν εύκολα διαχειρίσιμα γι’ αυτόν. Πολύ νυχτερινό σουλατσάρισμα, πολύ αλκοόλ στα ροκάδικα της Θεσσαλονίκης (αγαπημένο στέκι το Ark), έρωτες που ήταν αδύνατο να κρατήσουν πάνω από ένα τέρμινο, μικρές χαρές με φίλους, συντρόφους και συμφοιτητές, που πολλές φορές καταλήγανε σε μικρές τραγωδίες…
Η Ευτέρπη στράφηκε τυχαία κατά τον Άλκη. Τον συμπάθησε αμέσως ή σχεδόν τον ερωτεύτηκε.
Αλλά και για αυτόν, η Ευτέρπη λειτούργησε πάνω του σαν ένας πολυδύναμος ελκυστής.
“Κυρία μου, είστε η πιο όμορφη βιβλιοθηκονόμος στο σύμπαν…”
Η Ευτέρπη ήταν γύρω στα σαράντα, με μόνιμη δουλειά στη βιβλιοθήκη του τμήματος Φυσικής, μα έκανε κι εκπομπή 10 - 12 τη νύχτα, από Δευτέρα έως Παρασκευή, στο ραδιόφωνο. Κάπου στη Μητροπόλεως ήταν ο σταθμός.
Μια σημαντική λεπτομέρεια… Η Ευτέρπη έμοιαζε σαν δίδυμη αδερφή της Τζένης…
Κατά τη διάρκεια των συνεντεύξεων, ο Άλκης, περνά ανησυχίες, αφορισμούς, σχόλια περί ανέμων και υδάτων, περί ποντικών και γάτων, υπό τη μορφή φανταστικών συνεντεύξεων στην κυρία Ευτέρπη, η οποία αυτή εδώ τη στιγμή που με διαβάζεις, αγνοείται.
Ίσως όμως και να μην υπήρξε ποτέ…
Όπως κι ο Άλκης.
Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026
Πως να καρπωθείς εύκολο και παράνομο χρήμα από τους κοπρίτες του ΟΣΔΕΛ
Η ενασχόληση με τον σηπτικό βόθρο των «Ελληνικών γραμμάτων» συχνά μπορεί να γίνει διασκεδαστική, ενώ τις περισσότερες φορές είναι και σχετικά ανώδυνη. Γιατί κακά τα ψέματα όταν αντικείμενο της χλεύης σου είναι ο Μάκης ο Τσίσας ή το Μαλακατερινιό δεν περιμένεις να σου έρθει και κάνας ουρανός σφοντύλι. Όταν ωστόσο εμβαθύνεις σε παράνομες επιδοτήσεις, τριγωνικές αναθέσεις και πάσης φύσεως απάτες τότε ενεργοποιείς τα ένστικτα άλλου τύπου ανθρώπων, οι οποίοι ως γνήσιοι εκπρόσωποι του «λογοτεχνικού» υποκόσμου έχουν τα «μέσα» να λύνουν τις διαφορές τους αλλιώς…
Κάτι τέτοιο περίπου συνέβη όταν είχαμε αποκαλύψει μια καλοστημένη αλλά και εύκολη απάτη υπεξαίρεσης χρημάτων με την αρωγή του ΟΣΔΕΛ. Ο συγκεκριμένος παρασιτικός οργανισμός για όσους δεν γνωρίζουν υποτίθεται ότι συνεπικουρεί τους συγγραφείς με μιας μορφής επιδότηση (από λεφτά του Έλληνα φορολογούμενου ασφαλώς), στην πράξη ωστόσο τα πράγματα είναι αλλιώς καθώς το μέγεθος του ποσού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες ήτοι δημοσιεύσεις και προβολή από πουστ(ΑΡΔ)ες, «βραβεύσεις» και αναφορές αλλά κυρίως τον όγκο της βιβλιογραφίας συμπεριλαμβανομένων μετάφρασης, επιμέλειας κ.ο.κ…
Σε αυτό το πλαίσιο γνωστός νταβατζής του εκδοτικού υποκόσμου έβαζε κοντινό του άτομο να δηλώνει εικονικές επιμέλειες σε συγγράμματα και λευκώματα, ο αριθμός ανερχόταν σε εκατοντάδες ενώ το γεγονός ότι σχεδόν όλα προέρχονταν είτε από παράνομα δικαιώματα, είτε από τυπογραφικές «δαγκεροτυπίες», είτε από αυθαίρετες προσθήκες καθιστούσε πρακτικά αδύνατη την οποιαδήποτε ένσταση. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε πως στον θαυμαστό κόσμο του «βιβλίου» οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι πρακτικά ανύπαρκτοι και γι’ αυτό αποτελεί την ιδανική πίστα νταβατζήδων και άλλων ποινικών κατακαθιών για ξέπλυμα.
Μετά από έρευνα μας είχαμε αποκαλύψει τόσο το όνομα του εν λόγω οίκου όσο και τους εμπλεκόμενους. Το αποτέλεσμα βέβαια δεν ήταν κάποια ακόμα καταγέλαστη απειλή για μήνυση αλλά μερικές πιο χοντρές προειδοποιήσεις όπως ότι θα χάσουμε τα πόδια μας (μεταξύ των πιο light). Έτσι αναγκαστήκαμε να αποσύρουμε το άρθρο και να ζήσουνε αυτοί καλά και τα πόδια μας καλύτερα. Η εμπειρία μας ωστόσο μας ώθησε στο παρόν κείμενο καθώς σίγουρα στην Ελλάδα τα λαμόγια αφθονούν, και αν μπορούμε από αυτό το ταπεινό βήμα να τους δώσουμε ιδέες εδώ ήμαστε να το κάνουμε… Υ.Γ: Για οποιονδήποτε καλοθελητή τα στοιχεία και τα ονόματα της έρευνας μας βρίσκονται ακόμα στη διάθεση μας.
Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026
Τα μαύρα χάλια της ελληνικής «Αστυνομικής Λογοτεχνίας»
Στην σημερινή εκδοτική φάμπρικα ένα νέο Ελντοράντο έχει αρχίσει να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα. Η λεγόμενη «αστυνομική λογοτεχνία» φαντάζει σαν μια τόσο δοκιμασμένη όσο και ανώδυνη συνταγή κέρδους και πωλήσεων. Είναι εύπεπτη, είναι εύκολη και κυρίως μπορεί να εξάψει τα μικροαστικά ένστικτα πάνω στα οποία ποντάρουν τα ρέστα τους τα εκδοτικά παραμάγαζα. Ας μην κρυβόμαστε άλλωστε, το λεγόμενο stimulus- όπως λέμε και στο χωριό μου- αποτελεί δεύτερη λίμπιντο για βαρετές ζωές που αποζητούν μια διέξοδο από τον εργασιακό και συζυγικό Μεσαίωνα. Αν δεν τους καλύψουν οι εκπομπές του Κουσουλού ή κάποιο escape room τους περιμένει πάντα μια παρηγοριά πάνω στο κομοδίνο που πιθανώς να κρύβει και περισσότερη περιπέτεια από μια νύχτα κακού σεξ…
Διόλου τυχαίο πως εκδοτικοί που «ειδικεύονται» στο συγκεκριμένο είδος σκάνε σαν μανιτάρια για να τσεπώσουν ζεστό χρήμα φεσώνοντας παράλληλα τους επίδοξους Νέσμπο ενώ οι γνωστοί μεγαλονταβάδες πετάνε τη σκούφια τους για υποτακτικά και χειραγωγίσιμα «στράκια» που σπεύδουν στα λογιστήρια με τον μανατζαραίο αγκαζέ…
Το συγκεκριμένο είδος ωστόσο διαθέτει μια μακρά παράδοση που ουδεμία σχέση έχει με το παραλογοτεχνικό έκτρωμα που τείνει να επιβληθεί. Roberto Bolano, James Elroy ακόμα και Umberto Eco (μεταξύ πολλών άλλων) έχουν συμβάλει σε ένα οικοδόμημα με στέρεες βάσεις που δεν επιδέχεται παρερμηνείες ούτε τσαρλατανισμούς. Η «αστυνομική λογοτεχνία» δεν θέτει απλά γρίφους, αλλά ανατέμνει εποχές και κοινωνικές συμβάσεις, εμβαθύνει σε τεκτονικές αλλαγές όχι ως παρατηρητής αλλά μέρος της ιστορίας αποζητώντας εξηγήσεις και αίτια.
Για να το θέσουμε όσο πιο κατανοητά μπορούμε αν είσαι ο Maurice Attia μπορείς μέσα από μια υπόθεση να αναδείξεις την αποικιοκρατική κτηνωδία στην Αλγερία με όλες τις προεκτάσεις της στη σύγχρονη Γαλλική κοινωνία, αν από την άλλη είσαι η εικονιζόμενη τσουτσού που κάποτε διηύθυνε δισκάδικο μπορείς απλά να πας στην Μπούρα για να βρεις ένα έξτρα χαρτζιλίκι και δωρεάν προβολή. Για την αστυνομική λογοτεχνία άλλωστε ο γρίφος είναι απλά το πρόσχημα, το υπόβαθρό όμως είναι πολύ βαθύτερο και το ουσιαστικό ζητούμενο.
Ρωτήστε επ΄αυτού τον Μαρή ή απλά διαβάστε το πολύ καλό και εύστοχο άρθρο του Γιώργου Νεκτάριου Παναγιωτίδη όπως δημοσιεύτηκε στη σελίδα μας (Ο Μαρής ξιπάζει τους μικροαστούς, Ιούνιος 2024).
Το ερώτημα φυσικά που γεννάται είναι αν μέσα σε αυτή τη λογοτεχνική χωματερή υπάρχουν πλέον συγγραφείς που διασώζουν το είδος. Η απάντηση είναι πως ασφαλώς και υπάρχουν, η εύρεση τους ωστόσο είναι ευθύνη του αναγνώστη και στο Καρτέλ μασημένη τροφή δεν δώσαμε ποτέ…
Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026
ΠΕΡΝΑ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΟΥ, ΚΑΙ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΤΩΝ ΔΕΝΔΡΩΝ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΜΑΤΙΑ ΝΑ ΤΟ ΔΟΥΝ (Larry Cool)
Δὲν ὑπάρχουν μέρες καὶ νύχτες
ὑπάρχει κάτι,
ποὺ μεταμφιέζεται σὲ φῶς ἤ σκοτάδι.
*
Τ᾽ ἄστρα εἶναι τρυπίτσες,
στὰ βλέφαρα τοῦ κοριτσιοῦ μου ποὺ κοιμᾶται
στὸ κορμάκι της ἡ ῥαπτομηχανὴ τοῦ χρόνου κεντᾶ στιγμές.
*
Τεντωμένος στὰ νύχια τῶν ποδιῶν,
λείχω τὴν κλειτορίδα τῆς νύχτας
λιγώνονται τ᾽ ἄστρα καὶ πέφτουν στὶς παλάμες μου.
*
Ἀκολουθῶ αἱμάτινα ἴχνη
ὅλη τὴ νύκτα βρέχει δόντια· αἴφνης,
μιὰ ἀλεπουδίτσα μὲ κομμένο πόδι! ―τ᾽ ἀγριμάκι μου
«Τὸ ᾽κοψα μὲ τὰ δόντια μου κι ἔφυγα»
χόπ! πατῶ τὴ σκιά της· δὲν μπορεῖ νὰ φύγῃ
»γάμησέ με καὶ ἴσως μ᾽ ἀγαπήσῃς» λέει θλιμμένα
»τὸ σῶμα εἶναι ὁ μόνος δρόμος.»
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026
Η μπαλάντα ενός ρουφιάνου (Αχιλλέας Σωτηρέλλος)
Κάθε οικογένεια έχει το μαλάκα της. Νόμος! Μπορεί να είναι από τον στενό ή ευρύτερο συγγενικό κύκλο. Μπορεί να είναι κακοποιητικός, τοξικός, χειριστικός, διαταραγμένος. Τι γίνεται ωστόσο όταν είναι όλα αυτά μαζί, και ακόμα χειρότερα φέρεις την παραπανίσια ατυχία να έχει βγει από την ίδια μήτρα με σένα; Τότε τα πράγματα ζορίζουν πολύ μάγκα μου.
Γιατί τέτοιοι άνθρωποι δεν επηρεάζουν μόνο την καθημερινότητα σου, την κοσμοθεωρία σου, την προσωπικότητα σου αλλά εισβάλλουν σαν καρκινικό κύτταρο σε κάθε πτυχή της ζωής σου. Και αργότερα, όταν ο χρόνος αρχίσει να αποσυνθέτει τον σκληρό πυρήνα της αγίας ελληνικής οικογένειας, όταν τα περιουσιακά τεμάχια που ο αρχιερέας γονέας δεν έχει διαχωρίσει τυφλωμένος εσκεμμένα από το δόγμα της «σύμπνοιας» βγουν στην επιφάνεια, είναι τότε που θα μηχανευτούν κάθε τρόπο προκειμένου να συνθλίψουν τους γύρω τους. Είναι τότε που η ευνουχισμένη εξουσιομανία τους θα αναδυθεί σαν βάλσαμο σε μια ζωή γεμάτη αποτυχίες, ματαιώσεις και συμπλέγματα που προκάλεσε η ίδια η μικρότητα τους.
Θυμάμαι σαν τώρα τον πατέρα μου στο νεκροκρέβατο να εκπνέει με την ευχή και το γαμώτο να κρατήσει τους σπόρους του αγαπημένους, μα ακόμα και αυτός ο έρμος (πλην ουχί και έρημος ευθυνών) τον είχε πάρει πρέφα, άρρωστο τον ανέβαζε σάπιο τον κατέβαζε, μια ανεπάγγελτη χαίνουσα πληγή μηδενικής ενσυναίσθησης που προκαλούσε πάντα προβλήματα και εκνευρισμό. Μέχρι και στην κηδεία του τον έβλεπε με τα σφαλισμένα άψυχα μάτια του να προσπαθεί να κάνει τον τροχονόμο, κρατώντας παράμερα τη χαροκαμένη μάνα μας για να αποφασίζει ποιος θα την συλλυπηθεί και ποιος όχι.
Και όταν ανοίξαν τα χαρτιά, τα ντοκουμέντα, τα συμβόλαια, οι εκκρεμότητες, ζαλισμένος από την παρεμβατική μέθη του έβαζε λόγια σε συμβολαιογράφους, δικηγόρους, πληρεξούσιους και λογιστές. Γαντζωμένος από ένα ανύπαρκτο μεγαλείο, απελπιστικά μόνος για να μηχανορραφήσει, απεγνωσμένος να ελέγξει όλους εκείνους που τον είχαν πάρει χαμπάρι προ πολλού απομονώνοντας τον στη γωνία.
Κάθε μπαλάντα είναι μια μουσική μικρογραφία της ύπαρξης μας. Μέσα στη θλίψη της μπορεί να έχει χρώμα και συναίσθημα, μέσα στη σκοτεινιά της φως, μέσα στην συντριβή της θρίαμβο. Κάθε άνθρωπος έχει τη μπαλάντα του. Ακόμα και εκείνοι με τα μοχθηρά μάτια, την άδεια ψυχή, τη μονίμως ανεξήγητη σε όλους εμάς τους φυσιολογικούς κακόβουλη πρόθεση τους.
Λίγους μήνες πριν το φευγιό του ο πατέρας μου φρόντισε να αποκαταστήσει τα περισσότερα κακώς κείμενα που αυτό θα προκαλούσε. Εν γνώση μου και εν αγνοία του. Αφήνοντας πίσω του όχι μια διαθήκη χρόνιων ψευδαισθήσεων αλλά την παρακαταθήκη που αδιαπραγμάτευτα υπαγορεύει η σκληρή πραγματικότητα. Κοιτώντας ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του την ωμή αλήθεια κατάματα.
Ύστερα όλα πήραν το δρόμο τους, οι υποθέσεις έκλεισαν, τα λόγια έπεσαν στο κενό.
Κάθε διάλυση μιας οικογένειας σηματοδοτεί την αποχώρηση του κοινού από μια παράσταση, ένα δημόσιο χώρο, μια τελετουργική μάζωξη.
Μονάχα εκείνοι που δεν κατάφεραν ποτέ να αποδεχτούν τον εαυτό τους και τους άλλους μένουν πίσω σιγοτραγουδώντας στα σκοτάδια τη θλιβερή μπαλάντα τους…
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025
Το απέναντι διαμέρισμα (Αλέξανδρος Πετρόχειλος)
Το πίσω μπαλκόνι έβλεπε μόνο πολυκατοικίες. Τα βράδια του τα περνούσε πίνοντας
μπύρες και στρίβοντας κανα τσιγάρο. Οι σκέψεις του ξεφεύγανε, κουτουλάγανε στους
ακάλυπτους, και μετά χάνονταν στον ουρανό, αφήνοντας τον μόνο του να κοιτάει τις
γκρίζες διαφάνειες.
Η μονοτονία έσπασε όταν ένα πρακτορείο μοντέλων, αποφάσισε να στεγάσει κοπέλες
αγνώστου προελεύσεως και σκοπιμότητας στο απέναντι διαμέρισμα. Κάθε βράδυ έβλεπε
δίμετρες καλλονές σε προσωπικές καθημερινές τους στιγμές. Η μια να περιποιείται τον
εαυτό της στον καθρέφτη , η άλλη να μαγειρεύει, και μια άλλη να χάνει τις ώρες της στην
οθόνη του λάπτοπ.
Ένα μεσημέρι έτυχε να απλώνει τα ρούχα του, την ίδια ώρα με μια κοπέλα το πολύ 25
χρονών από την ανατολική Ευρώπη. Το σώμα της ήταν ψηλό και γυμνασμένο, κάπως
αγορίστικο, και το πρόσωπο της παιδικό και γεμάτο αφέλεια. Της έπιασε την κουβέντα. Με
σπαστά αγγλικά συνεννοηθήκαν. Την λέγανε Βικτόρια, ήταν 23 χρονών και είχε έρθει από
την Ουκρανία. Έκανε φωτογραφίσεις. Έτσι του είπε, αλλά δεν την πίστεψε. Εκείνη το
κατάλαβε. Έτρεξε στο σαλόνι και ξαναβγήκε έξω με ένα μεγάλο φάκελο. Πορτοφόλιο, του
φώναξε με περηφάνεια και του γύρισε τις σελίδες με κάτι που φαινόταν ότι ήταν
φωτογραφίες της που πόζαρε. Εκείνος χαμογέλασε. Της είπε ότι χάρηκε για την γνωριμία,
και μπήκε στη κουζίνα να φτιάξει έναν ελληνικό. Σιγά σιγά, δεν έπρεπε να το τρέξει.
Το μυαλό του βέβαια κάλπαζε. . Στο σενάριο του η Βικτώρια σίγουρα ήταν πουτάνα, και
εκείνος ένας σκοτεινός ήρωας με διφορούμενα κίνητρα. Είχε φτάσει σε ηρωική αρπαγή της
από κάποιο καταγώγιο της Λεωνιδίου, ταξίδι μακριά από τη βρώμικη πόλη, με μια τσάντα
ρούχα και τα όνειρα τους, μακριά από νταβατζήδες και κυκλώματα, σε πράσινα βουνά και
σε γαλάζιες θάλασσες Τα μαλλιά της θα ανέμιζαν και θα έλαμπαν στον ήλιο, και εκείνη θα
έβγαζε το χέρι της έξω απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου και θα έπαιζε με τον αέρα, ενώ
από το ραδιόφωνο θα ακουγόταν κάποιο τραγούδι των James. Κάπου προς το τέλος της
ιστορίας θα υπήρχε η κορύφωση της δράσης, όπου τα αφεντικά της Βικτώριας θα τους
βρίσκανε, και τότε εκείνος θα συνειδητοποιούσε ότι δεν ήταν μονάχα σαρκικός πόθος αυτό
που ένιωθε για εκείνη, αλλά πραγματική και ανιδιοτελής αγάπη, και θα την έσωζε με
αντίτιμο τη ζωή του, ενώ εκείνη συντετριμμένη, αλλά ελεύθερη πλέον θα ακολουθούσε το
όνειρο της που ήταν να γίνει δασκάλα. Ηλιοβασίλεμα, λυπημένη μουσική, και γράμματα να
κατρακυλούν στην μεγάλη οθόνη.
Στη μικρή βαρετή οθόνη των δυο ματιών του, ο καφές θα φούσκωνε και θα καιγόταν,
εκείνος θα έβλεπε μια τσόντα στον υπολογιστή του, και μετά θα ξάπλωνε σκεπτόμενος
παραλλαγές της ταινίας του μέχρι να τον πάρει ο ύπνος .Η Βικτώρια την επόμενη βδομάδα
θα γύρναγε στη χώρα της. Δεν θα γινόταν ποτέ δασκάλα, αλλά ούτε και μοντέλο.
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025
Είπε ο μέρμηγκας (Ελένη Γκίκα)
«Μου καίνε την πλάτη, μου καίνε την πλάτη, καίει...»
«Τι; Τι είπες;»
«Μου την καίνε, μου καίνε την πλάτη. Πάρτα, τράβα τα. Πάρτα, πάρτα!»
«Τι λες μωρέ; Τι λέει ρε Κατερίνα, τι να πάρω;»
«Μάλλον θέλει να πιεί νερό. Κάτσε, κάνε λίγο στην άκρη, θα του δώσω εγώ.»
Καμπουριασμένος πάνω από το ξαπλωμένο στο λευκό κρεβάτι σώμα, ο Χρήστος συνειδητοποιεί πως έχει σχεδόν κολλήσει το αυτί του στα χείλη του οριακά αναίσθητου φίλου του, λες και το πρόβλημα είναι στην ένταση και όχι στο νόημα κάθε παλαβομάρας που ξεστομίζει. Ισιώνει τον κορμό του και παραχωρεί τη θέση του στην κοπέλα. Προχωρά δυο βήματα και σωριάζεται στην πολυθρόνα του συνοδού. Κοιτάζει προς την πόρτα του τρίκλινου θαλάμου. Είναι μισάνοιχτη. Ό,τι μπορεί να δει από τον διάδρομο είναι η εντοιχισμένη αντλία αντισηπτικού και οι διάφοροι περαστικοί που στέκονται για λίγο να τη χρησιμοποιήσουν. Τέτοια είναι η πλήξη του χρονιάρες μέρες στη χειρουργική κλινική, που βρίσκει τις πιο απίθανες αφορμές για να αναπτύσσει τις θεωρίες του.
«Να, να, κοίτα αυτόν με την αφάνα. Τέταρτη φορά που περνάει από εδώ, κι έχει-δεν έχει δυο ώρες στον όροφο. Θα τον έχεις πετύχει κι εσύ, δεν παίζει. Κοίτα παιδάκι μου!»
«Κάτσε ρε Χρήστο, κάνω μια δουλειά, δεν βλέπεις;»
Στεκόταν όρθια δίπλα στον νεαρό άντρα και κρατούσε με προσοχή τον αυχένα του. Στρίμωξε προσεκτικά το δαγκωμένο καλαμάκι ανάμεσα στα χείλη του, εκείνος όμως δεν φαινόταν να αντιδρά. Εγκατέλειψε την προσπάθεια και αρκέστηκε να δροσίσει λίγο το πρόσωπό του με μια νοτισμένη πετσέτα. Τράβηξε μια ξύλινη καρέκλα, κοίταξε για μια στιγμή πολυθρόνα συνοδού και κλίνη ασθενούς, κι ύστερα, με κάπως υπερβολική φροντίδα, την τοποθέτησε ακριβώς ανάμεσά τους και εξίσου μακριά τους. Κάθισε στην κορυφή του νοητού ισοσκελούς τριγώνου και στράφηκε κι εκείνη προς την πόρτα. Ο αφάνας του διαδρόμου έτριβε τα σχεδόν στεγνά πλέον χέρια του.
«Ναι, ωραία, τον είδα. Έχει περάσει ξανά. Τι μ’ αυτό;»
«Τους σιχαίνομαι αυτούς τους τύπους στα νοσοκομεία που πασαλείβουν συνέχεια τα χέρια τους με αντισηπτικό. Ντάξει, όχι τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, το απαιτεί ας πούμε η δουλειά τους. Αυτούς τους άσχετους όμως που όλο πάνε πέρα-δώθε και κάθε τόσο “πλιτς” και “πλιτς”, δεν τους μπορώ.»
Η Κατερίνα τον παρακολουθούσε κάπως ενοχλημένη. Είχε πάρει πάλι εκείνο το φανφαρόλικο ύφος του και συνόδευε τον λόγο του με χορογραφίες ολόκληρες.
«Γιατί ρε συ, από το σπίτι σου το κλέβουν;»
«Δεν έχω στο σπίτι μου τέτοιες αηδίες.»
Δεν του απάντησε. Δεν είχε καμία όρεξη. Προσπάθησε ν’ αδειάσει το βλέμμα της μπας και τον αποθαρρύνει να συνεχίσει. Απέτυχε.
«Αλκοολικοί της χούφτας. Καρμίρικες φιγούρες. Συνοδεύουν κάποιον άρρωστο ή είναι επισκέπτες. Κόβουν βόλτες, και καλά ανήσυχοι. Στην ουσία βαριούνται. Κάνουν την πασαρέλα τους, ρίχνουν και καμιά ματιά στις ανοιχτές πόρτες. Το έχεις δει αυτό; Δεν παίζει να περάσουν δίπλα από δωμάτιο και να μη στρίψουν το κεφάλι. Κι όπου δουν οινόπνευμα, ψεκάζονται. Έτσι, χωρίς λόγο. Λες και φοβούνται μην κολλήσουν καμιά λέπρα. Λες κι έχουν όντως να γιατροπορέψουν κανέναν και ανησυχούν για την ασφάλειά του. Βάζουν υγρό στη χούφτα τους και κοιτάζουν τριγύρω ελπίζοντας σε θεατές. Μετά τρίβουν τα χέρια τους σαν σατανάδες. Στο τέλος τα μυρίζουν ρε φίλε, ρολάρουν τα μάτια τους από την ευχαρίστηση. Το καλύτερο; Άμα τους πλησιάσεις, σε κερνάνε κιόλας! Μου κάνει πριν μια γριά: “Θες λίγο;”.»
«Πού τη βρίσκεις την όρεξη ρε Χρήστο;»
«Έλα; Δεν κατάλαβα, έχεις κάποιο πρόβλημα;»
«Έχω!»
Απότομο το τελευταίο αντιγύρισμα της Κατερίνας, φώναξε χωρίς να το ορίσει. Τα δύο διπλανά κρεβάτια ήταν προσωρινά άδεια, μια νοσοκόμα όμως στάθηκε μπροστά στο δωμάτιο να ελέγξει. Ο Χρήστος απολογείται για λογαριασμό της παρέας του με ένα νεύμα, στρέφεται έπειτα και πάλι προς εκείνη και με τον ίδιο τρόπο τής ζητά να ρίξει τους τόνους.
«Με συγχωρείς.»
«Τι σ’ έπιασε;»
«Αυτό που βρίσκεις έναν λόγο να αντιπαθείς τους πάντες, δεν το μπορώ.»
«Απλώς παρατηρώ.»
«Και κρίνεις.»
«Όχι.»
«Πώς όχι; Κρίνεις. Και μάλιστα με στόμφο δικαστή.»
«Δεν έχω το δικαίωμα να αντιπαθώ κάποιον;»
«Επειδή χρησιμοποιεί πολύ αντισηπτικό;»
«Επειδή το ευχαριστιέται.»
«Κι είναι λόγος αυτός;»
«Είναι. Για να το ευχαριστιέται, δεν έχει φάει αρκετά τα νοσοκομεία στη μάπα φαίνεται...»
Πήγε κάτι να του απαντήσει μα σώπασε. Έμεινε να χαζεύει την κάρτα που κρεμόταν στο ποδαρικό του κρεβατιού.
«Με ήτα το έχουν γράψει κι εδώ το “Άδωνης”. Βλέπεις; Ήτα δεν είναι;»
«Μμμ ναι, ήτα.»
«Θα χαιρόταν αν μπορούσε να το δει.»
«Ναι, λες και μπορείς ποτέ να χαρείς με το όνομά σου άμα σε έχουν βαφτίσει Άδωνη. Και τέλος πάντων δεν κατάλαβα ποτέ αυτή την εμμονή με το ήτα.»
«Ακριβώς επειδή σιχαινόταν το “Άδωνις”. Με το ήτα δικαιολογούσε πιο εύκολα το “Άδης” για χαϊδευτικό.»
Την κοίταξε σαν να του ξεφούρνιζε κι εκείνη ασυναρτησίες κωματώδους παραληρήματος.
«Γιατί μιλάς για αυτόν σε χρόνο παρελθοντικό;»
Δεν του απάντησε. Συνέχισε να κοιτάζει την καρτέλα με σφιγμένα χείλη.
«Καταλαβαίνεις φαντάζομαι ότι θρέφετε όλοι σας τη μαλακία που τον δέρνει όταν δέχεστε σαν φυσιολογικές όλες αυτές τις π...»
«Κόφ’ το! Σταμάτα να μιλάς έτσι. Είναι φίλος σου, ήσασταν σαν αδέρφια ρε διάολε και τώρα είναι μπροστά σου... έτσι.»
Κοίταξε προς το μέρος του Άδη. Δεν σάλευε καν. Οριακά ανεβοκατέβαινε το διάφραγμά του. Πήρε αμέσως το βλέμμα της από πάνω του, για να μη χάσει ξανά την υπομονή της.
«Και μη μου πουλάς παραμύθια πως δεν νοιάζεσαι. Αν δεν τον αγαπούσες, δεν θα ξεροστάλιαζες κι εσύ εδώ μέρα-νύχτα.»
«Μη μιλάς, δεν μπορείς να ξέρεις.»
«Έχεις δίκιο. Είσαι εδώ για να βρίζεις τον ψευτοκουλτουριάρη ποζερά φίλο ενώ αναπτύσσεις το ψυχαναλυτικό προφίλ των αλκοολικών της χούφτας.»
«Είμαι εδώ από τύψεις.»
Διακόπτεται η συζήτηση για την αλλαγή κάποιου ορού. Ο Χρήστος κάνει πως παρακολουθεί προσεκτικά τις κινήσεις της νοσηλεύτριας. Η Κατερίνα τον κοιτάζει αποσβολωμένη, ώσπου μένουν και πάλι μόνοι.
«Τι εννοείς; Τύψεις; Γιατί;»
«Παράτα με.»
«Τι εννοείς;»
Την επανάληψη της ερώτησης τη δαγκώνει φθόγγο-φθόγγο. Το σαγόνι της έχει κλειδώσει σε θέση αφύσικη. Εκείνος μοιάζει πλέον αποδυναμωμένος.
«Άκου, από ώρα σε ώρα θα είναι εδώ η μάνα του. Ούτως ή άλλως θα πρέπει να τους αφήσουμε λίγο μόνους, να ξεκουραστεί και η γυναίκα μετά από τέτοιο ταξίδι. Εμείς πάμε στην καντίνα να τσιμπήσουμε τίποτα. Θα μιλήσουμε τότε... Αλήθεια. Μη με κοιτάζεις έτσι, θα σου πω. Απλά όχι εδώ.»
***
Ξεκαβάλησε λίγο άγαρμπα τη μηχανή παραπατώντας μερικά βήματα, ως συνήθως. Κανονικά τώρα εκείνη θα έβαζε τα γέλια και θα έκανε πως του χτυπάει παλαμάκια για να συνεχίσει τη «ζεμπεκιά». Αυτός θα παρίστανε τον θυμωμένο και θα προπορευόταν προς την καντίνα, ρίχνοντας κάτω το κράνος που του είχε δανείσει. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Μεταξύ τους μια αμηχανία πιο βαριά κι από την υγρασία της προβλήτας.
Αν ήθελαν απλώς να κάνουν ένα τσιγάρο, θα μπορούσαν να έχουν μείνει στο προαύλιο του νοσοκομείου. Ήξεραν όμως πως η συζήτηση έπρεπε να γίνει στην καντίνα. Θα ήταν σαν να συμμετέχει και ο Άδης σε αυτήν. Ίσως θα έπρεπε άλλωστε να έχουν καθίσει εδώ και καιρό να τα πούνε, πριν να ξεφύγει η κατάσταση. Μα όσο πιο δεμένα είναι τα άτομα που εμπλέκονται σε μια ρήξη, τόσο πιο βολική η απόσταση που τη συνοδεύει. Χρόνια τώρα κολυμπούσαν και αντιδρούσαν μέσα στο ίδιο δοχείο· και χρόνια τώρα περίμεναν μια έκρηξη που θα τους διαμέλιζε και θα τους σκόρπιζε τον έναν μίλια μακριά από τον άλλον. Τον Χρήστο στην Αμαλιάδα, να αναλαμβάνει τα χωράφια του πατέρα του, την Κατερίνα σε ακριτική αποστολή διεκδίκησης μιας θέσης στο δημόσιο και τον Άδη εκεί, στην καντίνα, να πίνει αργά-αργά ένα υπερτιμημένο κουτάκι μπύρα, αποκόπτοντας από το οπτικό του πεδίο με τον αντίχειρα τη γέφυρα, παρακολουθώντας τα μοναχικά φεριμπότ να πηγαίνουν προς το Αντίρριο και να επιστρέφουν, κρυφακούγοντας τις συζητήσεις των νταλικέρηδων μέχρι να ξημερώσει.
Βολεύτηκαν σε έναν απόμερο πάγκο πικνίκ κοντά σε σόμπα. Άνεμος δεν υπήρχε να δυσκολεύει την κατάσταση, όμως η παγωμένη υγρασία σε γράπωνε απ’ τον λαιμό. Η Κατερίνα αγκάλιασε σχεδόν το ζεστό μανιτάρι. Ποιος να της το ‘λεγε πως οι τελευταίες ώρες του χρόνου θα την έβρισκαν εκεί. Τσίμπησαν κάτι σουβλάκια, ανόρεχτα. Σαν να τους συνέφερε όμως η ζεστασιά στην κοιλιά τους.
«Λοιπόν...»
«Λοιπόν, αυτό:»
Από το εσωτερικό του τζάκετ του έβγαλε έναν σκισμένο φάκελο, τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και τον ασφάλισε με το μπρελόκ της Κατερίνας, μην τυχόν χαθεί από καμιά ξαφνική ριπή και πρέπει τότε να εξηγήσει εκείνος με λόγια δικά του· μην τυχόν δεν τον πιστέψει.
«Τι είναι αυτό;»
«Αυτό θα το διαβάσεις προσεκτικά. Απορίες να σου λύσω δεν θα μπορώ, γιατί μάλλον θα έχουμε τις ίδιες. Πάρε τον χρόνο σου.»
Πήρε προσεκτικά τον φάκελο. Ήταν πράγματι μια επιστολή, από τον Άδη προς τον Χρήστο. Αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα στα στοιχεία αποστολής. Φαντάστηκε πώς θα είχε καγχάσει ο παραλήπτης όταν θα τον είχε πάρει στα χέρια του, πώς θα είχε απηυδήσει για ακόμα μια φορά με τους θεατρινισμούς του κάποτε κολλητού του. Άκου γραπτή επιστολή... Αμέσως μετά συνειδητοποίησε πόσο σοβαρό θα πρέπει να ήταν το περιεχόμενο, για να μην εκμεταλλευτεί ο Χρήστος την ευκαιρία για κράξιμο. Έβγαλε τα χαρτιά από τον φάκελο, τα ξεδίπλωσε προσεκτικά. Από πότε είχε να δει αυτές τις αράδες-χαράδρες που κατέτρωγαν με τις αποστάσεις τους αχρείαστα πολλές σελίδες. Ίσως από τα φοιτητικά τους χρόνια. «Α, ρε Άδη...». Στριμώχτηκε ακόμα πιο κοντά στη σόμπα.
Πάτρα, 01/11/....
Χρηστάκο,
Καλή χρονιά μικρέ.
Μην το σκίσεις. Είναι οι τελευταίες μου κουβέντες. Ελπίζω πως έχω την προσοχή σου. Δεν πιστεύω πως πράγματι θα το έσκιζες. Ξέρω πως και τηλέφωνο να σε έπαιρνα, θα με άκουγες. Δεν θα ήθελα όμως να σε ακούσω εγώ. Θα περίμενα πώς και πώς να απαντήσεις και μόλις άκουγα τη φωνή σου, θα πετούσα τη συσκευή απ’ το μπαλκόνι. Από τους τρεις μας ίσως να είσαι αυτός που φταίει λιγότερο. Μα εγώ δεν έχω ηρεμήσει. Γιατί γράφω τότε, θα μου πεις... Χρήστο έχουν περάσει τρία χρόνια και άνθρωπο άλλον δεν έχω βρει. Έχω συνέλθει, κάπως τη βγάζω πλέον. Το διδακτορικό το παράτησα. Κάνω μαθήματα σε απόφοιτους· εξ αποστάσεως, ανθρώπους κοντά μου δεν μπορώ. Να σταθώ δίπλα τους, να διαβάζουμε από το ίδιο βιβλίο, να συζητάμε, να αναπνέουμε παρέα. Δεν γίνεται. Χάνω την ουσία. Αντί να κοιτάζω τα μάτια τους, παρατηρώ το σμήγμα στους πόρους της μύτης τους. Αντί να δίνω προσοχή στα λόγια τους, πνίγομαι στους ήχους απ’ το πλατάγιασμα της γλώσσας τους. Φαντάζομαι αυτό το μικρό μυώδες οργανάκι να σπαρταράει μέσα στο υγρό τους στόμα, να πνίγεται από το χνώτο τους, να παλεύει να ξεριζωθεί, να γλιτώσει, κι ας πέσει νεκρό στο πάτωμα, άχρηστο κομματάκι κρέας. Με κυριεύει η εικόνα αυτή, σκέφτομαι να χώνω τη γροθιά μου ανάμεσα στα δόντια τους, να λήγω το μαρτύριο μιας γλώσσας που χτυπιέται για να ακούγονται κοινοτυπίες. Όταν έμαθα πως έφυγες από την Πάτρα, ανακουφίστηκα. Το πιστεύεις; Ήλπιζα πως ίσως να υπήρχαν ακόμη πιθανότητες να με αγαπήσει. Ένιωθα κάποιες ενοχές που παράτησες τις σπουδές σου, ήξερα όμως πως η γη ήταν που σε τραβούσε πάντα, πως αργά ή γρήγορα εκεί θα κατέληγες. Τα έδρανα είναι φτιαγμένα για χέρια άγαρμπα, σαν τα δικά μου. Όποιος ξέρει να σπέρνει ζωή, ποτέ δεν μπορεί να αφοσιωθεί σε τίτλους, πιστοποιήσεις και αέρα κοπανιστό. Δεν θα πήγαινε αλλιώς ο κόσμος. Μα όταν υποψιάστηκα πως έφυγε κι εκείνη, τρελάθηκα. Ξεροστάλιαζα στην είσοδο της πολυκατοικίας, ρωτούσα όσους μπαινόβγαιναν αν ξέρουν την Κατερίνα από τον δεύτερο· εσένα δεν άντεχα ούτε να σε αναφέρω. Τίποτα όμως. Κάποτε πέτυχα τον διαχειριστή: Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι από τον Πύργο, του λέω, δυο φοιτητές που συγκατοικούν πέντε χρόνια τώρα στον δεύτερο όροφο. Κανένας φοιτητής μού λέει, το σπίτι είναι δυο μήνες αδειανό. Καλά, συνεχίζει ο γέρος, τι με ρωτάς, κώλος-βρακί-περισκελίς δεν είσαστε εσείς οι τρεις; Βουβάθηκα. Του γύρισα την πλάτη κι έφυγα. Περπατούσα στην πόλη μέχρι να ξημερώσει. Εκείνο το βράδυ και όλα τα επόμενα. Ατελείωτες, λαβυρινθώδεις διαδρομές. Δεν είναι ότι γύρευα κάπου να πάω, ούτε ότι περίμενα να πεταχτεί εκείνη από κάποια γωνία. Δεν είναι πως θεωρούσα ότι το περπάτημα θα ήταν τρόπος για να εκτονωθώ, ούτε ότι δεν με κρατούσε το σπίτι. Ήταν κάτι πολύ πιο δύσκολο να περιγράψω, κάτι αυτόνομο και πέρα από τη θέλησή μου, μια αγωνία κάπως στρουκτουραλιστική. Λες και τα γεγονότα των τελευταίων μηνών δημιούργησαν εντός μου έναν μηχανισμό, τα γρανάζια του οποίου κινητοποίησαν τα λόγια του αντιπαθέστατου διαχειριστή. Κάτι άρχισε να στριφογυρίζει με μανία εκεί μέσα, παράγοντας μια μορφή ενέργειας που δεν ήξερα πώς και πού να διοχετεύσω. Προσπάθησα να κάνω εμετό, μα αυτό δεν ήταν ναυτία. Πήρα κάνα-δυο ηρεμιστικά, μα δεν ήταν πανικός. Κάτι άρχισε να ενεργεί και το σώμα μου ήταν εργαλείο. Λες κι ήμουν ολόκληρος μια πένα γραπωμένη από αόρατη χούφτα όντος με πρόθεση για κάποια πολύ σημαντική γραφή. Η πένα όμως δεν ήταν έτοιμη να επιτελέσει τον έργο της. Το μελάνι δεν είχε στρώσει, το μέταλλο ήταν ακόμη παγωμένο. Το αόρατο χέρι έκανε διαρκώς δοκιμαστικές κινήσεις, δεν έγραφε κάτι το σημαντικό. Γι’ αυτό πηγαινοερχόμουν άσκοπα, χωρίς να αφήνω αποτύπωμα ουσιώδες. Κουλά θα σου ακούγονται όλα αυτά. Δεν μπορώ να τα περιγράψω καλύτερα. Το αίσθημα ότι είμαι μια γραφίδα ανέτοιμη να κινηθεί όπως πρέπει στο χαρτί, μεγάλωνε μέρα με την ημέρα. Περιπλανιόμουν ψάχνοντας ανοιχτά πεδία, κι όταν τα έβρισκα άρχιζα να περπατώ παρασάνταλα, κλείνοντας τα μάτια μου και πασχίζοντας να νιώσω την ανώτερη βούληση που θα επηρέαζε την κατεύθυνση μου. Τίποτα. Άγονη διαδικασία. Η κατάσταση αυτή κατάπιε όλες τις έγνοιες μου. Σταμάτησε να με πονά η απουσία. Ακόμα και η μνήμη του τελευταίου βλέμματος της Κατερίνας· έπαψε κι αυτή να είναι οδυνηρή. Έκανα μόνο τις πολύ απαραίτητες καθημερινές μου εργασίες κι έπειτα ξαμολιόμουν σε αλάνες, πλατείες, γήπεδα και παραλίες. Η αναζήτηση γινόταν αγωνία και η αγωνία εμμονή. Ώσπου βρήκα τον τρόπο. Πριν έντεκα μήνες ακριβώς, την Πρωτοχρονιά. Καθόμουν στο γραφείο μου, μπροστά στον υπολογιστή. Το δωμάτιό μου υποφωτισμένο. Δίπλα μου αναμμένο ένα μικρό παλιό φωτιστικό· ξέρεις, από αυτά τα παλιομοδίτικα, με τα αμπαζούρ. Ήταν της μάνας μου, το βρήκα στο υπόγειο του σπιτιού πόσα χρόνια πριν, όταν ξέμεινα μόνος εδώ. Εκείνη τη μέρα λοιπόν, καθώς η προβληματική σύνδεση της περιοχής εμπόδιζε την όποια δουλειά με την οποία είχα καταπιαστεί διεκπεραιωτικά χρονιάρες μέρες, σκεφτόμουν να τα κλείσω όλα και να βγω έξω για τον γνωστό σκοπό. Μια κίνηση όμως κάπου στα δεξιά μού τράβηξε την προσοχή. Ήταν πάνω στο στεφάνι του μωβ αμπαζούρ. Εκεί, στην κορυφή, γύρω από τον ζεστό λαμπτήρα. Ένας φτερωτός μέρμηγκας που έτρεχε. Έτρεχε, έτρεχε ασταμάτητα με τα μικροσκοπικά του ποδαράκια, έτρεχε πάνω στο στεφάνι. Γύρω-γύρω, γύρω-γύρω, γύρω-γύρω. Δεν έμοιαζε υπνωτισμένος, ούτε παγιδευμένος. Έδειχνε να ξέρει ακριβώς τι κάνει. Πού και πού σκόνταφτε πάνω σε προεξοχές του ξεφτισμένου υφάσματος· έπαιρνε θέση ξανά και συνέχιζε. Πού και πού σταματούσε κι έδειχνε να ελέγχει κάτι τριγύρω —κάτι ως προς τον χώρο και τη θέση του σε αυτόν— κι ύστερα συνέχιζε την κυκλική πορεία του με βιασύνη και φροντίδα. Έμεινα προσηλωμένος στη διαδρομή δεν ξέρω κι εγώ για πόση ώρα. Το σκηνικό είχε πάρει στα μάτια μου διαστάσεις αλλιώτικες και μυθικές. Παρακολουθούσα έναν γρύπα να καλπάζει στο χείλος τεράστιου κρατήρα. Το πλάσμα ήταν παγιδευμένο στο έδαφος, σαν να είχε κάποιο σκοπό να εκπληρώσει. Καμία χρησιμότητα δεν είχαν για εκείνο πλέον τα φτερά του. Έδειχναν μάλιστα να πυρώνουν σταδιακά, μειώνοντας τον διαθέσιμο για την ολοκλήρωση του τελετουργικού χρόνο. Ο γρύπας έτρεχε με τερατώδη αντοχή κι οι κύκλοι που έγραφαν το σώμα του έλεγαν την ιστορία που οι γλώσσες των ανθρώπων, οι πένες των γραφιάδων και το δικό μου σώμα συστηματικά αποτύγχαναν να πουν. Έτρεχε, έγραφε, φλεγόταν. Λίγο πριν να αποκωδικοποιήσω την απάντηση που είχα μπροστά μου, η ευκαιρία χάθηκε με ένα άλμα στο κέντρο του κρατήρα κι ένα πολύ ήσυχο «τσιρρρ». Τινάχτηκα από την καρέκλα μου. Ο μέρμηγκας έπεσε καβουρδισμένος στη σκονισμένη επιφάνεια του γραφείου. Η απάντηση, Χρήστο, ήταν τόσο καιρό δίπλα μου. Έτρεχα σε απλωσιές και περπατούσα δίχως λόγο. Μα η ζωή μου ποτέ δεν ήταν απλωσιά· κανενός η ζωή δεν είναι τέτοια. Έναν κρατήρα χρειαζόμουν ανέκαθεν για να μιλήσω. Κρατήρα όμως στα δικά μου τα μέτρα. Μικρό. Νεκρό. Ψυχρό. Άχρηστο. Έναν κρατήρα από αυτούς του αρχέγονους, που κατοικούνται από θεούς και τρέφονται με ανθρώπους. Κι είχα έναν παρόμοιο πάντα τόσο κοντά μου. Όλους αυτούς τους μήνες ανεβαίνω τα βράδια στο χείλος του και τρέχει το σώμα μου σε κύκλους διαδοχικούς. Η κατακλείδα πλησιάζει. Δεν το ορίζω εγώ, μα τα φτερά στην πλάτη μου που άρχισαν να καίνε. Ίσως πριν κλείσει αυτός ο χρόνος να έχουνε όλα ειπωθεί. Όπως όμως η διαδικασία αυτή δεν είναι καθαρή γραφή ή ομιλία, έτσι και το προϊόν της δεν είναι λέξεις αυτούσιες. Κι ενώ ξέρω πως με κάποιον τρόπο θα φτάσει στους υποδοχείς —ας πούμε— τους δικούς σου, της Κατερίνας, ίσως και της μάνας μου, ανησυχώ. Ανησυχώ όπως ανησυχούν πάντα οι αδύναμοι άνθρωποι πριν επιτέλους καταφέρουν κάτι αξιοσημείωτο. Ανησυχώ πως ίσως δεν κατανοηθώ. Ψάξτε με λίγο πριν να τελειώσει αυτός ο χρόνος. Θα έχω βρει τρόπο να μιλώ. Αρθρώνω κύκλο-κύκλο τόσους μήνες όσα έλεγα πάντα λάθος. Απορρίψτε τα, μισήστε τα, μόνο μην τα αφήσετε να περάσουν και να χαθούν. Σου στέλνω αυτό εδώ το γράμμα από φόβο. Μη χαθεί ο λόγος μου. Μη χαθώ κι εγώ. Ως τότε, Άδης*** Οι πρωταγωνιστές επέστρεψαν στις βάσεις τους: Ένα χωράφι, ένα σχολείο, ένα νεκροταφείο. Το στεγνό πηγάδι στο κτηματάκι πίσω απ’ το πατρικό του Άδη σφραγίστηκε. Η μάνα του μετακόμισε ξανά στο εξοχικό σπιτάκι στο Ρίο. Τις μέρες ξεσκόνιζε με μανία το δωμάτιο του γιου της. Τις νύχτες κατέβαινε στην παραλία. Πετούσε βότσαλα στο νερό και παρακολουθούσε επίμονα τους ομόκεντρους κυκλικούς κυματισμούς. Ύστερα επέστρεφε και περπατούσε στο κτηματάκι, σε πορείες ασυνάρτητες. Όταν η συζήτηση τελείωνε, ξάπλωνε λίγες ώρες να ξεκουραστεί.
Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025
Λίλα Αθανασίου (Δυο ποιήματα)
hey, χιονάνθρωπε.
Εσύ είσαι τυχερός ,
σε λίγο,
νερό
θα γίνεις.
Αλίμονο σε ‘μάς
που όσο κι αν σταθούμε μπροστά στον ήλιο ,
αδύνατον
να λιώσουμε .
———————————————————————————————-
μεσάνυχτα
Και προσπαθώ τις νύχτες να το πω.
Θέλω να ουρλιάξω,
να σκιστεί ο λαιμός μου θέλω.
Μα δε βγαίνει ήχος.
Με ντροπιάζουν τα ουρλιαχτά μου,
που είναι τόσο σιγανά.
Λες και φοβούνται να γίνουν αυτό που είναι.
Θέλουν να ναι ψίθυροι,
όχι κραυγές.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)












