CARTEL
Περιοδικό λογοτεχνικής αστυνόμευσης
Σάββατο 28 Μαρτίου 2026
Τανιζάκι: Το εγκώμιο της σκιάς
Σε αυτό το μικρό δοκίμιο, εξαιρετικά επιμελημένο και μεταφρασμένο από τις "εκδόσεις Άγρα", ο σπουδαίος Ιάπωνας συγγραφέας καταπιάνεται με ένα θέμα που διαχρονικά απασχολεί, ταλανίζει και διχάζει την Ιαπωνική κοινωνία. Την προσχώρηση, δηλαδή, των δυτικών αξιών και της δυτικής αισθητικής στην παραδοσιακή κουλτούρα και τον πατροπαράδοτο τρόπο ζωής διατρέχοντας τομείς όπως η αρχιτεκτονική, οι οικοσκευές, η κουζίνα και γενικότερα ό,τι ορίζει άμεσα την καθημερινότητα των απλών ανθρώπων.
Για τον Τανιζάκι η αισθητική υπερισχύει της βολής και είναι αυτή ίσως η μεγαλύτερη απώλεια ή το μεγαλύτερο διακύβευμα στον λεγόμενο εκσυγχρονισμό της χώρας. "Κι αν πάει κανείς στις επαρχίες της Κίνας και της Ινδίας σήμερα, θα βρει σίγουρα πως η ζωή ελάχιστα έχει αλλάξει από την εποχή του Βούδα ή του Κομφούκιου. Θα είχαμε παρόλα αυτά τραβήξει έναν δρόμο που θα ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία μας", αναφέρει κάποια στιγμή
Γραμμένο το 1933 το "Εγκώμιο της σκιάς" πατάει σε μια λογοτεχνική και υπαρξιακή παράδοση που κρατάει μέχρι τις μέρες μας, τον σκεπτικισμό δηλαδή απέναντι στην διάβρωση που προξενούν οι εισαγόμενες "αξίες" και ο οποίος είναι έκδηλος σε κάθε λογοτεχνική φόρμα και είδος, από το "In the Miso soup" του Ruy Murakami μέχρι την κριτική στις πατριαρχικές δομές της γυναικείας crime λογοτεχνίας (Κιρίνο, Γιουζούκι κ.τ.λ).
Μικρό στο μέγεθος αλλά μεστό και εύπεπτο, το εγκώμιο της σκιάς μπορεί να ιδωθεί και ως ένα εγχειρίδιο για την εξέλιξη μιας πατροπαράδοτης κοινωνίας σε οικονομική και τεχνολογική υπερδύναμη, αλλά και για τους προβληματισμούς που συνοδεύουν αυτόν τον μετασχηματισμό...
Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026
Ένα έντιμο ψέμα (συλλογικό)
‘Εντιμα Ψέματα (Άννα Συνοδινού)
Κρείσσον ελέσθαι ψεύδος, ή αληθές κακόν.
Μένανδρος
Κοιτάξτε αυτή τη γραμμή στην οθόνη. Αυτό το υστερικό, πράσινο τρεμόπαιγμα που πασχίζει να πείσει το σκοτάδι πως κάτι συμβαίνει ακόμα, πως υπάρχει ρυθμός, πως υπάρχει ελπίδα. Οι γιατροί το λένε «ζωτικά σημεία». Εγώ το λέω έντιμο ψέμα της κανονικότητας. Είναι ο παλμός μιας κοινωνίας που έχει ήδη υποστεί εγκεφαλικό θάνατο από την υπερπληροφόρηση και την απάθεια, αλλά συνεχίζει να σπαρταράει επειδή ο παγκόσμιος αλγόριθμος ξέχασε —ή δεν τον συμφέρει ακόμα— να πατήσει τον διακόπτη.
Σε έναν κόσμο όπου οι διεθνείς ειδήσεις θυμίζουν σενάριο δυστοπικής ταινίας που ξέφυγε από το μοντάζ και οι γεωπολιτικές σκακιέρες καταρρέουν πάνω στα κεφάλια των πιονιών, η αλήθεια έχει γίνει το πιο ανθυγιεινό προϊόν της αγοράς. Η αλήθεια είναι μια ευθεία γραμμή: η παγωμένη σιωπή των ερειπίων που οι επενδυτές βαφτίζουν «ευκαιρίες ανάπτυξης», η κυνική στατιστική των αριθμών που ευημερούν πάνω σε σώματα που λιμοκτονούν, η απάθεια μιας Ιστορίας που γράφεται πλέον με κώδικα, και όχι με αίμα. Ποιος αντέχει αυτή την αλήθεια χωρίς αντικαταθλιπτικά, ένα καλό φίλτρο στο Instagram ή μια δόση εθελοτυφλίας;
Ζούμε σε μια κοινωνία που υποφέρει από «υπερβολική αλήθεια» και «ελάχιστη παρηγοριά». Γι' αυτό εφηύραμε το Έντιμο Ψέμα. Το κάναμε θρησκεία, πολίτευμα και αμορτισέρ ανάμεσα στην τραχύτητα του κόσμου και την ευθραυστότητα της ψυχής μας. Δεν είναι η απάτη του κέρδους, ούτε ο δόλος της εξουσίας. Είναι η κοινωνική αναισθησία που επιτρέπει στην εγχείρηση της ύπαρξης να συνεχιστεί χωρίς ο ασθενής να πεθάνει από το σοκ.
Είναι το «όλα θα πάνε καλά» που ψιθυρίζει η μάνα στο παιδί της σε ένα υπόγειο της Γάζας, ενώ οι τοίχοι τρέμουν. Είναι η «καλημέρα» που ανταλλάσσουμε στο μετρό, προσποιούμενοι πως δεν είδαμε τους τίτλους των ειδήσεων. Είναι η υπόσχεση πως «θα είμαστε εδώ και αύριο», ενώ κανείς δεν υπογράφει πια για το αύριο. Είναι η απεγνωσμένη προσπάθεια να μη νιώσουμε το κρύο της ηθικής μας αποσύνθεσης, μια ψευδαίσθηση κανονικότητας που συντηρούμε, τακτοποιώντας το σπίτι μας ενώ ο κόσμος έξω αναδιατάσσεται βίαια.
Είναι το «έχουμε δημοκρατία» που ψελλίζουμε, ενώ γλείφουμε τις οθόνες μας για μια στάλα ψηφιακής αποδοχής, υποταγμένοι σε όρους χρήσης που ποτέ δεν διαβάσαμε. Είναι το «όλα θα φτιάξουν» που ξερνάμε στα αυτιά των παιδιών μας, την ώρα που το μέλλον τους πλειστηριάζεται σε κάποιο κλιματιζόμενο γραφείο στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Είναι η «διπλωματική λύση» που βαφτίζουν οι ισχυροί την επόμενη σφαγή και η «ανθρωπιστική ανησυχία» που ποστάρουμε ανάμεσα σε μια φωτογραφία του φαγητού μας και μια διαφήμιση διακοπών, ενώ οι πύραυλοι που πληρώσαμε με τους φόρους μας μετατρέπουν παιδικά δωμάτια σε σκόνη. Είναι το ψέμα που μας επιτρέπει να καταπιούμε το δείπνο μας χωρίς να νιώθουμε τη γεύση της χολής και του αίματος που ποτίζει το χαλί μας.
Φιλοσοφικά, το έντιμο ψέμα είναι η νίκη της Ενσυναίσθησης πάνω στη Λογική. Από τους αρχαίους τραγωδούς μέχρι τις μάνες στα καταφύγια, η ανθρωπότητα επιβίωσε χάρη σε αυτά τα «έντιμα ψέματα». Γιατί η αλήθεια είναι ένας τοίχος. Και το ψέμα... το ψέμα είναι η πόρτα που σχεδιάζουμε πάνω στον τοίχο για να μπορέσουμε να περάσουμε απέναντι. Τελικά, η τιμιότητα μιας λέξης δεν κρίνεται από το αν ανταποκρίνεται στα γεγονότα, αλλά από το αν υπηρετεί τη ζωή.
Είμαστε οι περήφανοι συντηρητές μιας μεγάλης αυταπάτης. Και ίσως αυτό να είναι το μοναδικό μας μεγαλείο: ότι συνεχίζουμε να σχεδιάζουμε κύματα πάνω σε μια ευθεία γραμμή θανάτου. Σερφάρουμε πάνω στην ίδια μας την καταστροφή με το κινητό στο χέρι, αναζητώντας απεγνωσμένα το επόμενο έντιμο ψέμα που θα μας γλιτώσει από τη ντροπή. Στο τέλος της ημέρας, η αλήθεια είναι μια πολυτέλεια για τους νεκρούς. Οι ζωντανοί χρειαζόμαστε μια καλοραμμένη πλάνη για να αντέξουμε το βάρος της επόμενης αναπνοής.
Το ψέμα αυτό είναι έντιμο μόνο επειδή είναι αναγκαίο. Είναι η λευκή σημαία που υψώσαμε μπροστά στον παραλογισμό της ισχύος. Αν η γραμμή του παλμογράφου ισιώσει και αναγκαστούμε να παραδεχτούμε πως είμαστε απλώς οι καλοταϊσμένοι θεατές στο σφαγείο της ίδιας μας της ύπαρξης, τότε ο πολιτισμός μας θα διαλυθεί σε δευτερόλεπτα από τον απόλυτο τρόμο της συνειδητοποίησης. Αν πούμε τα πράγματα με το όνομά τους ο κόσμος μας θα πεθάνει από υπερβολική δόση ειλικρίνειας. Γι' αυτό προτιμάμε τον θόρυβο: τη γελοιότητα των τάσεων, την οργή του πληκτρολογίου που εκτονώνεται σε δέκα λεπτά, την ψευδαίσθηση πως η ενημέρωσή μας μάς καθιστά καλύτερους ανθρώπους.
Στον παλμογράφο της Ιστορίας, το «έντιμο ψέμα» είναι το ηλεκτρικό σοκ που αποτρέπει την οριστική παύση.
Και το πιο εφιαλτικό; Όταν η γραμμή τελικά ισιώσει —γιατί η πραγματικότητα, σε αντίθεση με εμάς, δεν κάνει εκπτώσεις και δεν δέχεται δωροδοκίες— κανείς δεν θα το προσέξει. Ένας «έξυπνος» αλγόριθμος θα συνεχίσει να ποστάρει για εμάς, να κάνει scroll για εμάς, να αγοράζει για εμάς, βεβαιώνοντας τους υπόλοιπους μελλοθάνατους πως «η σύνδεσή μας παραμένει σταθερή». Γιατί στον κόσμο μας, ο θάνατος από ειλικρίνεια είναι η απόλυτη αποτυχία του marketing. Προτιμάμε να σβήσουμε μέσα στη λάμψη μιας καλοκουρδισμένης πλάνης, πιστεύοντας πως ο παλμός μας ήταν κάτι ιερό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν απλώς ένα παράσιτο στην οθόνη κάποιου που μετρούσε τα κέρδη του από την οργανωμένη μας απόγνωση.
Παραμιλητό στο τηλέφωνο Δευτέρα πρωί (Βάσω Τζιβανάκη)
Ναι, δεν πειράζει που δεν πήγε τέλεια
είναι σαφές ότι προσπάθησε αρκετά,
είστε κι εσείς από κοντά,
μα φαίνεται πως έχουν μπει απτοί στόχοι.
Κοιτάξτε, είναι στο χέρι του Συλλόγου,
εγώ ως υπεύθυνη του τμήματος θα τους εκθέσω την πρόοδό της
και πόσο γενικά έχει εμπεδώσει τον κανονισμό.
Τώρα αν επηρεάστηκε απ' το κλίμα στον οργανισμό
μήπως κι εμείς δεν ήμασταν παιδιά,
μα πώς, σας νιώθω.
Έκτη ώρα, θα πεινάσουν, θα νυστάξουν, πώς θα βγει;
Εσείς την παροτρύνετε να μην αργεί να κοιμηθεί;
Και σας ακούει;
Φέρεστε δίκαια η μια στην άλλη;
Τι ώρα σχολάτε δεν συγκράτησα.
Α ναι, της εποχής κι αυτό, πολλή πληροφορία,
δύσκολο και για μας που είμαστε ενήλικες,
σκεφτείτε για τους μαθητές τι φασαρία.
Μη μου το λέτε εμένα,
στα είκοσί της πάλι θα την ξαναζήσετε,
οι κοινωνιολόγοι το ‘λεγαν προχθές και τους πιστεύω.
Εν κατακλείδι, όχι, η Ελένη ήταν εκτός.
Παρατηρήτρια ας πούμε,
ανάμειξη ενεργός δεν μαρτυρείται.
Θα καλυφθούν οι ώρες, μην ανησυχείτε,
θα βγει η ύλη ανελλιπώς.
Ακούω ότι είναι άσχημα. Μα θα συνέλθει.
Άσχημα, ναι.
Και τα παιδιά ασχημονούντα κι η εποχή ασχημάτιστη.
Αλλά κι η ασχήμια πόσο να κρατήσει;
Κάποια στιγμή η αλήθεια λάμπει.
Κι η ομορφιά της γνώσης,
ο πλούτος του σχολείου,
η συνοχή της κοινωνίας,
το άσπρο των εφηβικών ονείρων
η θέρμη των γονέων
η ομόνοια των συναδέλφων
το όραμα της αρτίωσης
ο πλούτος του σχολείου
ο πλούτος του σχο
λείου ο πλούτος του δολί
ου του δούλου
ο πλούτος του πλούτου
του του του του του του του…
Πέμπτη 26 Μαρτίου 2026
Μαρή αλανιάρα Πατάκαινα, πόσα θες για να μας βγάλεις τα μάτια;
Η εισαγγελία του Καρτέλ εκδίδει ένταλμα σύλληψης, άμεσα εκτελέσιμο, κατά της ιδιοκτήτριας του γνωστού εκδοτικού χαμαιτυπείου Άννας Πατάκη και της μεταφράστριας της για το αδίκημα της κατακρεούργησης και της περιύβρισης του πτώματος της συγγραφέως Ασάκο Γιουζούκι και του βιβλίου της «Βούτυρο». Επίσης για τα πλημμελήματα της ψυχικής οδύνης των αναγνωστών και των διακεκριμένων βλαβών στο αμφιβληστροειδή υμένα.
Συγκεκριμένα, η μετάφραση του βιβλίου αποδεικνύει πλήρη άγνοια για τη Ιαπωνική κουλτούρα καθώς και τη φιλοσοφία και τις ιδιαιτερότητες της Ιαπωνικής γλώσσας. Ενδεικτικό είναι πως σε μια τόσο εκλεπτυσμένη διάλεκτο, από τις λίγες όπου απουσιάζει το υβρεολόγιο, η μεταφράστρια κάνει του κεφαλιού της με χρήση συνωνύμων που όχι μόνο κλωτσάνε τη ροή αλλά και την αισθητική της αφήγησης. Επιλογές όπως, επι παραδείγματι, «γκόμενος»
αντί για «σύντροφος», «χίμηξε» αντί για «εισχώρησε», «πέταξε» αντί για «αντέτεινε» μας θυμίζουν τις καλύτερες στιγμές της Βασούλας…
Επιπλέον οι επεξηγήσεις είναι ελλειμματικές και συχνά παρεμβάλλονται μέσα στη ροή αντί να έχει καταρτιστεί έστω και μια στοιχειώδης ενότητα παρατηρήσεων και σημειώσεων (βλέπε σοβαρούς εκδοτικούς όπως «Άγρα» ή «Πόλις»). Αλλαχού δεν υπάρχουν καν. Το γεγονός πως το Μαλακατέ το χάιδευε σαν τις ραβδώσεις του ταμπόν της σε βιντεάκι τοποθέτησης προϊόντος μας βάζει σε περαιτέρω σκέψεις.
Σε κάθε περίπτωση, συνίσταται στους ανυποψίαστους αναγνώστες, μέχρι την εκτέλεση της ποινής να αποφύγουν κάθε επαφή με το συγκεκριμένο μεταφραστικό σκουπίδι, σε διαφορετική περίπτωση να επισκεφτούν άμεσα οφθαλμίατρο…
Τρίτη 24 Μαρτίου 2026
Η τελευταία κλήση
Βασισμένη στην αληθινή ιστορία ομηρείας μιας οικογένειας από τον κακοποιό Σορίν Ματέι η «τελευταία κλήση» αναβιώνει τα γεγονότα πλαισιώνοντας τα από μυθοπλαστικά στοιχεία επιδιώκοντας να παρουσιάσει ένα σφιχτοδεμένο θρίλερ. Εν μέρει τα καταφέρνει, εν μέρει αποτυγχάνει…
Γιατί αν εστιάσουμε αυστηρά στην υπόθεση της ομηρείας τότε έχουμε έναν καθηλωτικό ρυθμό που πιάνει τον θεατή από το λαιμό. Ο Ορφέας Αυγουστίδης παίζει το ρόλο της ζωής του, η Μαρία Ναυπλιώτου είναι εξαιρετική, ο Γιώργος Μπένος ως νεαρός ρεπόρτερ μας συστήνεται σε ένα ρόλο ανεξίτηλο δείχνοντας πως το (υποκριτικό) μέλλον του ανήκει. Που χάνει η ταινία; Στις σεναριακές λεπτομέρειες…
Ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος προσπαθεί να εξυφάνει ένα παρασκήνιο διαπλοκής όπου πουστ(άρδ)ες, μπάτσοι και πολιτική ηγεσία δουλεύουν σε αγαστή συνεργασία για ιδία σκοτεινά συμφέροντα. Και κει το χάνει.
Η ιστορία της εμπλοκής της ΕΥΠ είναι το λιγότερο παιδαριώδης και αδικεί τη συνολική προσπάθεια. Είναι πραγματικά κρίμα μια ταινία διεθνών προδιαγραφών να βάζει αυτογκόλ στο ’95. Ωστόσο δεν πρέπει να ξεχνάμε τις παθογένειες της εγχώριας κινηματογραφίας, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε τις πίπες που βγήκαν για μια ακόμη κινηματογραφική σεζόν.
Εν κατακλείδι, η «τελευταία κλήση» σίγουρα διεκδικεί τον τίτλο της ελληνικής ταινίας της χρονιάς ανεξάρτητα από τις παιδικές ασθένειες της από τις οποίες το εγχώριο σινεμά θα κάνει χρόνια να απαλλαγεί…
Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026
Οι παίκτες
Είναι τόσο Νέα Υόρκη όσο δεν πάει. Με Matt Damon, John Turturro, Edward Norton αν όχι στα καλύτερα τους (καθώς η υποκριτική ωρίμανση θα ερχόταν μέσα από μεταγενέστερα κινηματογραφικά ορόσημα) τότε σίγουρα στην ακατέργαστη αγνότητα της πρώτης νιότης τους και τον αρχιερέα Malkovich να κρατάει τη μπαγκέτα, οι παίκτες είναι μια ταινία για το πόκερ ή ίσως για τα πάντα εκτός από το πόκερ.
Η απλοϊκότητα του σεναρίου, όπου ένας αποσυρμένος χαρτοπαίκτης ξαναμπαίνει στον κόσμο του τζόγου για να καλύψει το χρέος του απατεώνα καλύτερου του φίλου του, εξυπηρετείται σεμιναριακά αφήνοντας τα διδάγματα να ανασυρθούν απρόσκοπτα πάνω στην φόρμα της υποτυπώδους ιστορίας.
Κι αυτό είναι το κλειδί. Δεν χρειάζεσαι κάποια φαντεζί πλοκή, απλά τη βασική, πλαισιωμένη από στιβαρές ερμηνείες προκειμένου μια ταινία που φλερτάρει με τη μετριότητα να απογειωθεί. Χρειάζεσαι μια σκηνή να σχηματίσει τον πυρήνα της. Όπως εκείνη που ο καθηγητής του ήρωα του εκμυστηρεύεται πως οι γονείς του που τον προόριζαν για ραβίνο τον αποκλήρωσαν όταν επέλεξε το δρόμο της νομικής.
«Δεν μετανιώσατε ποτέ για την επιλογή σας;»
Τον ρωτάει εκμαιεύοντας το όλο νόημα μειδίαμα του. Γιατί ακριβώς στη ζωή τα μοιραία δεν αποτελούν επιλογή. Γιατί όλοι ήμαστε εδώ προκειμένου να εκπληρώσουμε ένα ρόλο ή, για τους πιο τυχερούς, το χάρισμα που μας δόθηκε. Ακόμα και σε ένα παιχνίδι μοιρασμένων πιθανοτήτων, ένας καλός χαρτοπαίκτης οφείλει να γνωρίζει πως η μοίρα προπορεύεται των επιλογών του…
Τρίτη 10 Μαρτίου 2026
Οι σεναριακές αφέλειες του Νέτφλιξ ως έμπνευση των ελλήνων συγγραφίτσων...
Πλέον έχει καταντήσει αστείο, οι περισσότερες σειρές του Netflix (παρεκτός των Νορδικών κυρίως παραγωγών) στηρίζονται σεναριακά σε ευκολίες ενός κακέκτυπου AI λογισμικού. Όλα τα συστατικά χτυπημένα στο μπλέντερ προκειμένου να συγκινήσουν το προβατοποιημένο κοινό. Αυτός ο χυλός εντούτοις αποτελεί πρώτης τάξης έμπνευση για τους έλληνες συγγραφίτσους.
Εκδοτικά χαμαιτυπεία όπως η Bell, το Μεταίχμιο, ο Ψυχογιός και φυσικά τα ξινισμένα χαλούμια της Διόπτρας πετάνε τη σκούφια τους προκειμένου να βγάλουν το επόμενο βολικό «στράκι» το οποίο θα πριμοδοτήσουν αναλόγως. Η ξεφτίλα όμως δεν σταματάει εδώ, ακόμα και έναν σχετικά προικισμένο συγγραφέα θα τον φέρουν στα μέτρα τους με μια παραγγελιά για προχειράτζα που δεν θα «δυσκολέψει» το αναγνωστικό κοινό ( σ.σ διαβάστε το άρθρο μας σχετικά με την περίπτωση του Τεύκρου Μιχαηλίδη).
Και κάπως έτσι ο τηλεοπτικός με τον «λογοτεχνικό» κρετινισμό ταυτίζονται. Αξιοσημείωτη η περίπτωση «βιβλίου» γνωστού μπαγλαμά δήθεν αστυνομικής λογοτεχνίας που μεταφέρθηκε στην γνωστή πλατφόρμα. Μόνο για εσωτερική κατανάλωση φυσικά καθώς ήταν τόσο άθλιο που γελάγαν μέχρι και τα τσιμέντα.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά οι γνωστοί φορείς διαθέτουν και το θράσος να ανοίγουν θέμα περί κλοπής πνευματικής ιδιοκτησίας από το ΑΙ. Ο Οσδέλ με τους κοπρίτες του που έχουν ξεπεράσει σε ρεμούλα ακόμη και τον ΟΠΕΚΕΠΕ έχουν την «ευθιξία» να «υπερασπίζονται» τον συγγραφέα αντί να θίξουν το θεσμικό κενό που οδηγεί στην απροσχημάτιστη κλοπή από τα εκδοτικά παραμάγαζα όταν έρχεται η ώρα της εκκαθάρισης.
Κατά τ'άλλα η τεχνητή νοημοσύνη σας μάρανε...
Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026
Συνεντεύξεις με την κυρία Ευτέρπη Μέρος 7ο (Βαγγέλης Στεργίου)
Καλά, για γκιώνηδες γυρεύουν ‘κεινα τ’ αλάνια του χιονιού και της πυρίτιδας που σερβίρουν τα Νόμπελ ειρήνης, κυρία μου; Ποιο Νόμπελ ειρήνης κυρία Ευτέρπη μου; Για Νόμπελ πολέμου κι εθελοδουλίας πρόκειται, εν’ τέλει. Διότι οι λαοί είναι δυνατόν να υποφέρουν κι εν' ειρήνη, όπως υποφέρουν και σε τέρμινα πολέμου, αν με εννοείτε δηλαδή. Άμα δεν έχουν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, ενώ οι δυνάστες, τους κλέβουν ειρηνικά τ’ αγαθά της χώρας τους, δεν είναι και δύσκολο να πάρουν Νόμπελ ειρήνης όσοι και όσες συνθηκολογούν, ειδικά άμα ανήκουν και στην τάξη των κοτζαμπάσηδων, ας μου επιτραπεί ο παραλληλισμός, μαντάμ. Κι απορώ κυρία Ευτέρπη μου...πώς όσες και όσοι τα βρίσκουν με τα κοράκια προς ίδιον όφελος και προδίδουν εν' ειρήνη, γιατί δε σφάζονται μεταξύ τους για το ποια ή ποιος θα λάβει το Νόμπελ ειρήνης. Ετούτο το γεγονός, ίσως όντως ν' αξίζει ένα Νόμπελ ειρήνης και συγνώμη αν σας μπέρδεψα, μαντάμ... Σε κάτι τέτοιο δεν εστόχευα.
Πού 'σαι ρε μάγκα Όργουελ να ιδεις τι κόσμο φκιάσαμε...
Οι διανοούμενοι κυρία Ευτέρπη μου, γυμνάζουν το πνεύμα τους, διαβάζοντας, αναλύοντας και συζητώντας ή ακόμη και δρώντας σε διάφορα επίπεδα συνεδρίων, εκδηλώσεων, παρουσιάσεων βιβλίων κλτπ...Διότι κυρία μου, αυτή είναι η δουλειά τους κι έτσι πρέπει να κάνουν ετούτα 'δω τα παλικάρια, οι διανοούμενοι.
Είναι της ειρήνης πλάσματα και πολύ γουστάρω. Αλλά και όμως...
…αυτοί οι άνθρωποι που εμπλέκονται με τα πεδία των μαχών, είναι στρατιώτες, λοχαγοί, στρατηγοί και γενικά πολεμικές μηχανές, οι οποίοι προφανώς και δεν ακολουθούν τις μεθόδους που ακολουθούν οι ακτιβιστές και οι διανοούμενοι, μα ακολουθούν άνωθεν εντολές πλήρους εξολόθρευσης και τις εφαρμόζουν κατά γράμμα. Κι οι άνωθεν εντολείς να πούμε, καταργούν όποτε γουστάρουν οποιαδήποτε μορφή δικαίου.
Αυτοί λοιπόν οι άνθρωποι, οι μηχανές του πολέμου δηλαδή, δεν αντιμετωπίζονται με τριαντάφυλλα, επικλήσεις στο ανύπαρκτο παγκόσμιο Δίκαιο κτλπ. Καταρχάς, το να επικαλείσαι Δικαιοσύνη στο στόμα του λύκου, είναι του ματς ρομαντικίλα ρε γαμώτο μου.
Αυτές λοιπόν οι πολεμικές μηχανές, αντιμετωπίζονται με το ίδιο νόμισμα, με το οποίο οι ίδιοι σε πληρώνουν, ιφ γιου νόου γουάτ άι μιν, δηλαδή...
...Ε ναι ρε Μανόλο...Πώς να το κάνουμε τώρα;
Προφανώς, εγώ από την πλευρά μου, κυρία Ευτέρπη μου, δε μπορώ να δώσω τούτο το νόμισμα, λόγω φυσικής κατάστασης, μιας και μόνο που βλέπω βαράκια γυμναστικής, την κάνω με αλαφρά πηδηματάκια.
Μα κάποια στιγμή θα υπάρξουν αντίστοιχοι αλληλέγγυοι, που θα το επιστρέψουν το νόμισμα ετούτο στα παλικάρια τα σκυλιά του πολέμου να πούμε.
Κι ετούτα τα ολίγα, λόγω ανύπαρκτου παγκοσμίου Δικαίου ή Δικαίου που προφανώς δεν εφαρμόζεται, λόγω των άνωθεν εντολών, που λέγαμε προηγουμένως…
Κι έτσι λοιπόν κυρία μου,
ο "πολιτισμός" μας,
ο Δυτικός Πολιτισμός, πού είναι; Για να 'χουμε καλό ρώτημα, δηλαδή.
Κι όπως πάντα, η ερώτησις...ρητορική.
Ανώτερη επιδίωξη του ανθρώπου η "ήρεμη περισυλλογή", η αναζήτηση της αλήθειας ως αλήθειας κάθ' αυτής κι όχι ως αξίας χρήσης, όχι ως τελεολογικής κι αγχογόνου διαδικασίας με μόνο σκοπό το αποτέλεσμα...
Τι με κοιτάτε έτσι μαντάμ; Απλά είν΄ τα πράματα...(ανάβει καμελάκι άφιλτρο κι υπομειδιά, διώχνοντας τον καπνό με κινήσεις ζίου ζίτσου μην τυφλωθεί εντελώς).
Η απόλυτη αλλοτρίωση των εννοιών κυρία Ευτέρπη μου.
Τα πάντα ως πράγματα, ως αξίες, ως εμπορεύματα.
Ακόμη κι η ίδια η επανάσταση, λίγο πριν γίνει, μετατρέπεται σε εμπόρευμα, σε στοιχείο επίδειξης και μόστρας.
Ε όχι, δεν θα πάρουμε, μα θα συνεχίσουμε ν' αναζητούμε τη λευτεριά και τη χαμένη μπωντλερική έννοια spleen, μαζί με τις μυριάδες μειοψηφίες της γης ετούτης. Then we' ll come from the shadows, καθώς έλεγε κι ο Λεονάρδος στον Παρτιζάνο, κυρία μου.
Κι όποιος κατανόησε, κατανόησε.
Ε Σάκη! Κλείσε τώρα το μαραφέτι που μικροφωνίζει κιόλας και πάμε στο Ark για μπυρίτσα μαύρη. Α γειά σου ρε φίλε.
Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026
Δωροθεσία 20.000 ευρώ του Καρτέλ στον Κωστή τον Σκατουλάρη
Προ ολίγων μηνών ο Κωστής ο Σκατουλάρης είχε φιλοξενήσει στο παταράκι του βιβλιοπωλείου Πολιτεία έναν- αν όχι τον- από τους μεγαλύτερους κλέφτες του εκδοτικού χώρου, έναν άνθρωπο που η φράση «έχει φεσώσει μέχρι και τα πόμολα» αποκτά πραγματική σημασία με όλη τη μεταφυσικότητα που μπορεί να φέρει…
Η στιγμή από μόνη της ήταν συγκλονιστική για τα «Ελληνικά Γράμματα». Το να βλέπεις δυο γουρούνια να κυλιούνται στην ίδια στάνη με τα βοθρολύματα τρίβοντας την κοπριά στο στιλπνό, παχύδερμο κορμί τους μας έφερε δάκρυα στα μάτια.
Τα δάκρυα του Τσακ Νόρις θεραπεύουν τον καρκίνο, μόνο που ο Τσακ Νόρις δεν κλαίει ποτέ, σκεφτήκαμε…
Ασυναίσθητα μας ήρθαν άσχετες λέξεις και εικόνες στο νου όπως ΟΣΔΕΛ, «Κρατικά βραβεία», «κρατικά λαχεία», το άδειο μπουκάλι chivas του Μαγκλίνη φεύγοντας από το κωλόμπαρο, το χρησιμοποιημένο ταμπόν της Αμάντας Μιχαλοπούλου…
Ορμώμενοι από τη συγκινησιακή φόρτιση της στιγμής αποφασίσαμε να δωρίσουμε στον Κωστή τον Σκατουλάρη 20.000 ευρώ, με έναν απαράβατο όρο όμως. Να βρει χειρότερο λαμόγιο από τον εν λόγω. Δηλαδή έναν άνθρωπο που δεν θα έχει φεσώσει μόνο τα πόμολα αλλά και τους μεντεσέδες.
Κωστή μπορείς, ιδού η Ρόδος…
Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026
Συνεντεύξεις με την κυρία Ευτέρπη μέρος 6 (Βαγγέλης Στεργίου)
Δώστε βάση νάου, κυρία Ευτέρπη μου...
Ο Δαρβίνος άδικον είχε. Δεν υφίσταται κοινός πρόγονος. Ετούτα 'δω τα τέρμινα που διανύουμε, κυκλοφορούν επί Γης, ίσα με δυο ανθρώπινα είδη.
Το ένα, το ειρηνικό, αγαπάει, αγαπιέται, γράφει, ζωγραφίζει, είναι σινεφίλ κι έτσι, ενίοτε την ψωνίζει, γουστάρει τέχνη κι επιστήμες, θαυμάζει και θαυμάζεται, σαρκάζει και σαρκάζεται κι όπως έλεγε κι ο ποιητής, δεν αργοπεθαίνει, ακόμη κι αν το σκοτώνουν, αν με εννοείτε τι εννοώ...Α μπράβο κυρία μου...
Το άλλο, το πολεμοχαρές, καταστρέφει, σκοτώνει το άλλο είδος, μα κι εαυτόν, μισεί, δεν αγαπά, δεν αγαπιέται, έχει κανα δυο δεσμίδες δολάρια για πνευμόνια, αγγλικές λύρες για καρδιά, μα...όσο κι αν σκοτώνει...(ανάβει Camel άφιλτρο)...αργοπεθαίνει σαν είδος, κυρία Ευτέρπη μου....Εξάλλου, πόσο ν' αντέξουν ένα ζεύγος χάρτινα πνευμόνια, μαντάμ;... (ανάβει κι άλλο καμελάκι, με αναπτήρα Guns 'n' Roses κι έτσι...)
Και που λέτε, ο μεσιέ Ντάργουϊν είχε δίκιο στο εξής:
Μόνο οι ειρηνικές κοινωνίες ευνοούνται εξελικτικά και μακροπρόθεσμα. Λίγα τα ψωμιά δηλαδή, του είδους που θέλει μάχες, επεκτατισμό κι αίματα...
Υπομονή καμιά δεκαριά χιλιετίες ακόμη...
Α γειά σου ρε Σάκη!
Για να στροφάρει ο Ήλιος...και τα λοιπά αιματηρά...
Διότι κυρία Ευτέρπη μου, συνεχώς ο άνθρωπος οφείλει να αυτοπροσδιορίζεται, να θέτει εαυτόν εις κριτική…Και όχι μόνον εαυτόν, μα και την κοινωνία ολόκληρη να θέτει υπό διερεύνηση, μιας και μέσω ετούτης της κοινωνίας αυτοπροσδιορίζεται, ως αναπόσπαστο κομμάτι της και γέννημα θρέμμα της ιστορίας, επιπροσθέτως …
Και όχι, δεν είναι κακό κυρία μου να αναλύουμε εις βάθος τα τεκταινόμενα, αναρωτώμενοι μπας και μας περνάν οι άλλοι, αλλά και ‘μεις οι ίδιοι τους εαυτούς μας…(ανάβει καμελάκι άφιλτρο)…για κοροϊδάρες, φορτώνοντάς μας με ψεύτικες ανάγκες και πλασματικές υποχρεώσεις…
Ναι ναι, αυτό εννοώ…Α γειά σου ρε φίλε, ναι, ακριβώς…
Επιστροφή στα γνήσια και ακίνδυνα για εμάς και για τους άλλους…
Επιστροφή στη μοναχικότητά μας λοιπόν, μπας και βρούμε τον εαυτό μας.
Για το καλό το δικό μας, μα περισσότερο για το καλό των άλλων…
Έχω που λέτε, κυρία Ευτέρπη μου, την αίσθηση πως όλοι μας εμείς οι…και καλά… αναζητητές να πούμε, οι ντεμέκ οραματιστές…(κι ανάβει τσιγαράκι άφιλτρο)...συγκατοικούμε σ’ ένα κάποιο…κοινόβιο…
Σε μια δομή συλλογικο - ασυνειδησιακή…(διώχνει τον καπνό ανάμεσα στη μάπα του και στην κυρία Ευτέρπη, με κινήσεις ζίου ζίτσου…)...
Ναι, ναι, ακριβώς Μανόλο, όπως το ‘πες…
Και δε σκαμπάζουμε, μαντάμ Ευτέρπη μου, τίποτα δε σκαμπάζουμε περί τούτου.
Δεν έχουμε πάρει μυρωδιά δηλαδή, πως οι υπάρξεις μας είναι σα φρούτα στο ίδιο δέντρο, αλλά δε βλέπουμε το δέντρο ολόκληρο, μα τα κλαδάκια του, αν με εννοείτε τι εννοώ δηλαδή…
Έτσι, ενώ εβρισκόμαστε μακριά ο καθείς από τον άλλονα, ταυτοχρόνως είμαστε και συσχετισμένοι μεταφυσικώς κι ανεπαισθήτως, πράμα που διαφαίνεται σε χρόνο ανύποπτο
Διότι κυρία Ευτέρπη μου, οι εποχές...Ξέρετε πότε αλλάζουν κυρία μου οι εποχές;
Όχι πότε χαλάει ο καιρός ρε Σάκη...Δεν εννοώ αυτό ρε φίλε.
Οι εποχές κυρία μου αλλάζουν όταν θες να εκφραστείς για καθημερινά απλά πράματα, όπως να κάνεις μια ανάρτηση για το πόσο νόστιμο ραγού έφαγες στο τάδε και στο δείνα εστιατόριο, μα δεν ημπορείς να το κάνεις...(ανάβει τσιγαράκι Camel άφιλτρο)...γιατί κυρία Ευτέρπη μου το ραγού στο τρώνε οι ραγιάδες και 'συ ξεμένεις με τα προχθεσινά παντζάρια να πούμε.
Δεν ημπορείς άμα είσαι άνθρωπος να κάνεις ανάρτηση με τραπεζώματα και δε συμμαζεύεται, διότι και να δύνασαι να τα κάνεις, επειδή έχεις τα κατάλληλα μισθά άνω του μέσου όρου, είσαι άνθρωπος όπως προ είπα και σκέφτεσαι τουλάχιστον πως ίσως να μου ΄σαι από τους λίγους προνομιούχους που τραπεζώνεις και τραπεζώνεσαι…Δηλαδή με λίγα λόγια, έχεις τσίπα και παρατηρείς τη φτώχια γύρω σου κυρία μου. Δεν είσαι κανας επαναστάτης, κανάς παρτιζάνος, μα έχεις ενσυναίσθηση που λεν κι οι δάσκαλοι στα παιδάκια του λαού…
Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026
Η κοντόφθαλμη πρακτική των εκδοτικών παραμάγαζων οδηγεί το βιβλίο σε έναν ατιμωτικό θάνατο
Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη. Το βιβλίο έχει καταστεί ανέκδοτο στην καλύτερη σκουπίδι στη χειρότερη που αγοράζεται σε τσαντίρια που τα βαφτίζουν bazaar έναντι πινακίου φακής, ακόμα και το κωλόχαρτο έχει αποκτήσει μεγαλύτερη αξία. Όσο για τα βιβλιοπωλεία κλείνουν το ένα μετά το άλλο αποτελώντας παραφωνία στις γειτονιές και καταληψίες ζωτικού χώρου. Πιο χαμηλά δεν πάει…
Την ίδια στιγμή τα εκδοτικά παραμάγαζα εξακολουθούν να ζουν στον κόσμο τους χωρίς να έχουν αντιληφθεί το πρόβλημα και κυρίως τη ζημιά που έχουν προκαλέσει. Η θλιβερή πραγματικότητα της βιβλιοπαραγωγής δεν συντελείται με όρους προσφοράς και ζήτησης αλλά με την αφελή και κοντόφθαλμη πρακτική της εκμάθησης του αναγνωστικού κοινού. Οι εκδοτικοί νταβάδες αντιλαμβάνονται τους υποψήφιους πελάτες- ή το εκάστοτε target group- ως ένα μάτσο ηλίθιους και ακαλλιέργητους και τους συμπεριφέρονται αναλόγως. Άθλιες μεταφράσεις καμωμένες στο πόδι, άθλιοι συγγραφείς με σαφή εντολή να λειαίνουν γωνίες μη τυχόν σκανδαλίσουν τους υποψήφιους αναγνώστες, σκουπίδια μαζεμένα στο σωρό…
Το πρόβλημα ωστόσο, που αρνούνται να αντιληφθούν μέσα στην αγκύλωση τους, είναι πως ένας υγιής εκδοτικός δεν θα πρεπε να στοχεύει στο «αναγνωστικό κοινό» αλλά στον αναγνώστη (σ.σ όχι το «λογοτεχνικό» περιοδικό της πλάκας και της διαπλοκής). Αν ο αναγνώστης νιώσει πως τον σέβονται η αντιμετώπιση απέναντι στο προϊόν είναι τελείως διαφορετική. Φευ όμως, μπορούμε να απαιτήσουμε από ένα τσούρμο καιροσκόπων που πρωτίστως δεν σέβονται αυτό που πουλάνε σεβασμό προς τον αναγνώστη.
Με αυτά και με αυτά η θέση του βιβλίου στην πολιτισμική ιεράρχηση βρίσκεται δικαίως στον πάτο. Δεν είναι όμως μόνο το βιβλίο, είναι μια ολόκληρη υπερταλαντούχα γενιά λογοτεχνών που χάθηκε, είναι μια διπλή ύβρις με τους υβριστές να έχουν ονοματεπώνυμο…
Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026
Συνεντεύξεις με την κυρία Ευτέρπη μέρος 5 (Βαγγέλης Στεργίου)
Ο Λούης Τσαλαπετεινός, πετυχημένος συγγραφέας των ‘90s, έγραφε ένα βιβλίο το χρόνο.
Απευθυνόταν κυρίως στο γυναικείο κοινό, ασχέτως αν τα στατιστικά έδειχναν πως τον αγόραζαν ως επί τω πλείστον άνδρες.
Στη φωτογραφία του βιογραφικού του, εντός των βιβλίων, φαινόταν να καβαλάει μια μαύρη Ninja με το μαλλί του σε στυλ "καπελάκι" να χρυσαφίζει στον ήλιο. Η αλήθεια είναι πως ο Λούης ξεκίνησε να γράφει, όταν είδε ένα όραμα τρελό, κάπου στα 1996. Ήταν δεκαπενταύγουστος κι έλιωνε σε μια ξαπλώστρα στην Αντίπαρο, όταν στον ορίζοντα φάνηκε η Σίρλεϊ Μάνσον ν' ανεμίζει με το αριστερό της χέρι μια σημαία με τον Στάλιν, ενώ το δεξί της χέρι ήταν χωμένο μες στο μικροσκοπικό της μπικίνι.
Ο Λούης, που λέτε κυρία Ευτέρπη μου, έλαβε το φως το αληθινόν εκείνο τον δεκαπενταύγουστο. Γυρνώντας στο δωμάτιο να ξεβγάλει τ' αλάτια κι ενώ περίμενε την ερωμένη του την Ιζαμπέλ να τελειώσει το πιστολάκι για να μπεί εκείνος μετά στο ντούζ, άρπαξε ένα στυλό μπικ μαύρο, που κείτονταν πάνω στο κομοδίνο κι έγραψε στο σκληρό λευκό πακέτο των George Karelias: Ο Ήλιος έδυε καθώς η Μαρτίνα έβραζε από ερωτικό στρες...
Ε λοιπόν, με αυτή τη φράση, ξεκινά το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο "Μαρτίνα, το φλογερό αλογοκόριτσο", το οποίο μέχρι τον Αύγουστο του 1997 είχε πουλήσει 100.000 αντίτυπα και βάλε. Ήταν μόνο η αρχή για τον Λούη Τσαλαπετεινό, έναν από τους πιο πετυχημένους συγγραφείς των '90s. Ακολούθησαν τα γνωστά βιβλία " Άρλεκιν για Πιστολέρος", "η αυγή των μανταρινιών", "Ανατολή Βλακείας", το μονόπρακτο "Ίρμα, σύρμα!" κι άλλα πολλά γραφτά. Από τις εκδόσεις Ψαρόβαρκα, φυσικά.
Εν κατακλείδι, αυτός εδώ ο συγγραφέας κυρία Ευτέρπη μου,
μ’ έχει επηρεάσει περισσότερο απ’ όλους όσους έχω μελετήσει…
Στην επόμενη γενιά λαμογιών, θα βγει ένας "Φρέντο" και θ' αμαυρώσει το σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής, καθώς συμβαίνει σήμερα με τον "Φραπέ". Αυτά τα σύμβολα είναι ιερά κυρία Ευτέρπη μου...(ανάβει George Karelias υπομειδιώντας)...Θα 'ρχεται δηλαδή ο κάθε μουστάκιας λαμόγιος να μας τα βεβηλώνει;
Εκεί είναι το θέμα. Από τη μια, εξετάζουμε το σύστημα επιφανειακά κι ασχολούμαστε με τ' αποκαϊδια δημοσιότητας που μας πετάει το ίδιο, για να μας εκτονώσει τη δήθεν αντίδραση κι από την άλλη, δε θέλουμε ν' αλλάξουμε τα πάντα από τη ρίζα τους, μα πάμε ρεφορμιστικά και μη μου άπτου. "Με πορδές δε βάφονται αυγά πλάκιμ", μολόγαε η γιαγιάκα μου. Ή αλλάξτε τα όλα από τη βάση ή ανακυκλώστε ό,τι σας πετάν οι μεγαλοπαπαγάλοι του συστήματος. Για το καλό σας το λέω. Εμένα άσε με, κυρία Ευτέρπη μου. Θα τη βρω την άκρη.
Διότι κυρία Ευτέρπη μου, διανύουμε την εποχή της κοτοσύνης.
Η φύση της κότας...Που το ζωάκι είναι αυτό που είναι και δε μου 'κανε και τίποτα, αλλά...(ανάβει Camel άφιλτρο)...χάριν τρόπου του λέγειν, χρησιμοποιώ κι επινοώ την έννοια της κοτοσύνης για να κριτικάρω ας πούμε, το διάχυτο φόβο...
Ποιό διάχυτο φόβο;
Θα επανέλθω αργότερα, κυρία Ευτέρπη μου...
Τώρα θα βγω για μαύρη μπυρίτσα με τον Σάκη...
Έλα φίλος, κλείσε ηχοληπτικά συμπράγκαλα και τα λοιπά και φύγαμε για Ark.
Βορράς χωρίς νότο (απόσπασμα)
Στην Αθήνα, τον παράδεισο από την κόλαση τα χωρίζει μια στάση μετρό, το «Πανεπιστήμιο». Στο Σύνταγμα θα δεις περιποιημένους εργαζόμενους, υπαλλήλους ξένων πρεσβειών και υπουργείων, καλοστημένες σαραντάρες με ψηλές γόβες και ταγέρ, φοιτητές που ξεκινούν τις απογευματινές εξορμήσεις από την πλατεία, επιχειρηματίες που κλείνουν επαγγελματικά δείπνα στις ταράτσες των παρακείμενων πολυτελών ξενοδοχείων.
Στην Ομόνοια από την άλλη, συναντάς κινούμενα ερείπια που ο οργανισμός τους έχει τελεσίδικα καταπονηθεί από τις ουσίες, τις αρρώστιες ή τις κακουχίες. Βρομερούς ηλικιωμένους που ψωνίζονται στα ουρητήρια και τα πορνοσινεμά. Λαθραίους μετανάστες που γλίτωσαν από τα κύματα για να ξεβραστούν στα ρυπαρά τσιμέντα δίπλα σε σκουπίδια, σύριγγες, ποντίκια και ακαθαρσίες. Υποσιτισμένες πόρνες των πέντε ευρώ. Τη νύχτα, οι λίγοι φυσιολογικοί άνθρωποι που ο δρόμος τους θα τους οδηγήσει κατά κει εξαφανίζονται, αφήνοντας μόνο τους μόνιμους ενοίκους της πλατείας.
Η μαύρη γοητεία του περιθωρίου ασκούσε στον Μαρκ μια δυνατή έλξη. Κοιτούσε τα πρεζόνια και τους άστεγους σαν μουσειακά εκθέματα· σε κάναν δυο από αυτούς μάλιστα έδωσε τα πενηντάευρα που του είχαν μείνει, προκαλώντας τους σύγχυση και καχυποψία, όχι προς τον ίδιο αλλά προς την τύχη τους, που φαινόταν να μην είχε υπάρξει εξίσου γενναιόδωρη στο παρελθόν. Κοντοστάθηκε στη μέση της πλατείας και άναψε τσιγάρο, τον μιμήθηκα βγάζοντας ένα από τα δικά μου και συνειδητοποιώντας πως ήταν το τελευταίο του πακέτου.
Ο ουρανός ήταν καθαρός και στα μάτια του διέκρινα την αντιφεγγιά· ήταν ίσως από τις ελάχιστες φορές που στο πρόσωπό του έβλεπα κάτι θνητό και ανθρώπινο, λες και το δολοφονικό του αμόκ είχε βγάλει τον διάβολο, ή ποιος ξέρει τι άλλα δαιμόνια, από μέσα του, αφήνοντάς τον διάφανο και καθαρό. Κατά τη διαδρομή δεν αναφέρθηκε καθόλου στα όσα είχαν προηγηθεί, ήταν ατάραχος σαν παιδί και με βομβάρδιζε με ένα σωρό βρεφικές απορίες όπως «Γιατί ο κόσμος κολλάει αυτοκόλλητα στις πινακίδες οδικής σήμανσης;» ή «Υπάρχουν ψυχιατρικές κλινικές στην Αθήνα;»
Συνεχίσαμε αργά το βάδισμα, διασχίσαμε τον πεζόδρομο και βγήκαμε στη Βερανζέρου, απέναντι από το διαβόητο αστυνομικό τμήμα. Κοντοστάθηκα για μισό δευτερόλεπτο, ενστικτωδώς, από το μυαλό μου πέρασε φευγαλέα η σκέψη να περάσω απέναντι, ο Μαρκ την αντιλήφθηκε. Λίγα μέτρα μπροστά μας στεκόταν μια Αφρικανή πόρνη, είχε αγαλματένιους μηρούς που κατέληγαν σε έναν υπερβολικά πεταχτό ποπό, όπως στις περισσότερες γυναίκες της φυλής της. Τον κάλυπτε με ένα πράσινο κολλητό σορτσάκι μέσα από το οποίο ξεπρόβαλλε ένα φωσφοριζέ στρινγκ. Ήταν φτηνή και την ίδια στιγμή ανέδινε μια ιδιαίτερη πολυτέλεια, φεγγοβολούσε σαν πυγολαμπίδα μέσα στην καταχνιά μιας πόλης που προσπαθούσε με τεχνητά νέον και αρχαία ερείπια να περισώσει κάτι απ’ τη νικημένη της αίγλη. Την ίδια στιγμή που ρουφούσε, ίσως και με μια δόση προσποιητής ηδυπάθειας, το τσιγάρο, ανορεξικές βίζιτες πλάγιαζαν με μεγαλοβιομήχανους σε δωμάτια πολυτελών ξενοδοχείων και καβατζωμένοι διανοούμενοι ξελόγιαζαν άκαπνα τεκνά.
Ορισμένους από αυτούς τους είχα δει αρκετές φορές στα μέρη που είχαμε νωρίτερα επισκεφτεί, όπως και στην τηλεόραση, τα πρωτοσέλιδα εναλλακτικών φυλλάδων τέχνης και γραμμάτων, τα καφέ όπου όφειλαν να συχνάζουν στο πλαίσιο διατήρησης της δημόσιας εικόνας τους. Είχαν σκατά στην ψυχή και ξέθωρο βλέμμα, η κατάχρηση της φήμης και της εξουσίας τους ήταν το εισιτήριο για την είσοδο στο θέατρο των ηδονών, όμως οι ηδονές ήταν πλαστικές και άψυχες, σαν την πιστωτική κάρτα με την οποία πλήρωναν το τίμημα ή τις υποσχέσεις με τις οποίες εξαπατούσαν τους αφελείς παρτενέρ τους. Μπορούσαν να εξαγοράσουν τον σεβασμό, την αξιοπρέπεια και την επιτυχία, αλλά δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν ούτε με τα κιάλια την αληθινή ευτυχία.
Η μαύρη ξανάβαλε την άκρη του τσιγάρου στα χείλη της και τράβηξε μια ακόμα βαθιά ρουφηξιά· αν την ακουμπούσες δεν θα ’σπαγε, αν τη φυσούσες δεν θα διαλυόταν, αν τη χτυπούσες δεν θα ’πεφτε. Κι όμως, πουλούσε το κορμί της πολύ πιο φτηνά από τα πολυτελή, κινούμενα κουφάρια που κοστολογούνταν πενήντα ή εκατό φορές πιο πάνω, ενώ δεν διεκδικούσε τίποτα περισσότερο από το δικαίωμά της στην επιβίωση. Η αξιοπρέπειά της ήταν αμετακίνητη, αδιαπραγμάτευτη, ανίκητη, αλύγιστη και αυθεντική. Κατέβασε με αργές κινήσεις το τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό ψηλά στην ατμόσφαιρα.
«Πόσο κοστίζει το σεξ μαζί της, Νίκολας;» με ρώτησε.
«Περίπου 15 ευρώ, συν ένα δεκάρικο για το ξενοδοχείο».
Έβγαλε από την τσέπη του τα ψιλά και άρχισε να τα μετράει για να δει αν του βγαίνουν, μιας και τα τελευταία πενηντάευρα τα είχε μοιράσει νωρίτερα στα πρεζάκια.
«Μήπως έχεις δύο ευρώ;»
Έβγαλα από την τσέπη μου ένα πεντάευρω και του το ’δωσα.
«Ωραία, θα πάω να περάσω λίγο χρόνο μαζί της. Εσύ μπορείς να πας απέναντι και να με καταδώσεις, να τους τα πεις όλα όμως, μην παραλείψεις τίποτα. Εγώ θα επιστρέψω στο ίδιο σημείο όταν τελειώσω. Αν τους έχεις ενημερώσει, θα παραδοθώ ήρεμα, εξάλλου ό,τι ήθελα να δω σ’ αυτή την πόλη νομίζω ότι το είδα».
Έκανε να φύγει χωρίς να περιμένει την απάντησή μου, αλλά σαν να είχε ξεχάσει κάτι ξαναγύρισε προς το μέρος μου.
«Και, Νίκλας, να ξέρεις ότι στην απολογία μου θα σε καλύψω. Θα τους πω ότι δεν είχες καμία συμμετοχή και πως προσπάθησες μάλιστα να με αποτρέψεις. Είμαστε σύμφωνοι;»
Πλησίασε την πόρνη και λίγα δευτερόλεπτα μετά ανέβηκαν τις ετοιμόρροπες σκάλες του φτηνού ξενοδοχείου έξω από το οποίο στεκόταν. Έμεινα μόνος για πρώτη φορά από το ξεκίνημα της νύχτας, είχα ένα δίλημμα και μια απόφαση να πάρω, που ενδεχομένως θα άλλαζε τη ζωή μου για πάντα. Με χώριζαν λίγα μόνο βήματα. Κοίταξα τον φρουρό υπηρεσίας, ήταν ένα παιδάκι σχεδόν αμούστακο, φερμένο μάλλον από την επαρχία, με ένα βλέμμα που θα ’λεγες ότι αποτύπωνε όλη την άγνοια και τη σύγχυση του κόσμου. Εξακολούθησα να τον κοιτάω επίμονα μέχρι που με αντιλήφθηκε, διασταυρώσαμε για λίγα δευτερόλεπτα τα βλέμματά μας ώσπου να το κατεβάσει νικημένος. Δεν γνώριζα τι ακριβώς μου έδινε τέτοια δύναμη, ίσως όλα όσα είχα αντικρίσει νωρίτερα· ποτέ στη ζωή μου δεν είχα νιώσει τόσο άτρωτος και ατρόμητος, είχα αναμετρηθεί με το τέρας και είχα βγει νικητής· ήταν ποτέ δυνατόν να με τρομάξει ένα ψαράκι που μόλις είχε αποφοιτήσει από την αστυνομική ακαδημία;
Τάχυνα το βήμα μου και κατευθύνθηκα προς το μέρος του. Όσο τον προσέγγιζα τόσο περισσότερο έδειχνε να ζαρώνει μέσα από τη στολή του. Αυτός ο άνθρωπος υποτίθεται ότι κυνηγούσε και έπιανε κακοποιούς· πώς ήταν δυνατόν να του προκαλεί τέτοιο δέος η παρουσία ενός άοπλου πολίτη; Η μήπως δεν ήταν κατά βάθος έτσι, μήπως τελικά έβγαζα τέτοια δύναμη που ούτε ο ίδιος δεν ήμουν σε θέση να αντιληφθώ; Τον πλησίασα σε απόσταση αναπνοής και έμεινα να τον περιεργάζομαι χωρίς να μιλάω. Προσπαθούσε με δυσκολία να κρατήσει το ανάστημά του ευθυτενές, παρουσίαζε μια εικόνα αξιολύπητη.
«Θέλετε κάτι;» με ρώτησε στο τέλος με τρεμάμενη φωνή.
«Ένα τσιγάρο».
Ήταν σε υπηρεσία, αλλά δεν κατάφερε να μου το αρνηθεί. Θυμήθηκα το βλέμμα του Μαρκ και τον τρόπο με τον οποίο είχε υπνωτίσει τα θύματά του. Ήταν ένα βλέμμα απόκοσμο, μεταλλικό, πετρωμένο, ένα βλέμμα που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο και δεν έμοιαζε να ανήκει σε άνθρωπο, ίσως αυτή ακριβώς η τρομακτική αναντιστοιχία να παρέλυε τις λειτουργίες και τη θέληση σε όποιον ερχόταν αντιμέτωπος μαζί του. Φόβο δεν προξενούσε μόνο ο πιο ισχυρός, αλλά και καθετί που ξεπερνούσε την ανθρώπινη αντίληψη. Το κενό, το διάστημα, ο θάνατος, ο Θεός...
«Από πού είσαι;» τον ρώτησα.
«Σέρρες, Νιγρίτα».
Άραγε αν του ζητούσα να βγάλει το υπηρεσιακό περίστροφο και να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα θα το έκανε; Μάλλον όχι, δεν είχα μεταφυσικές δυνάμεις, απλά την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που έχει μόλις επιστρέψει από την κόλαση στον κόσμο των θνητών.
«Πώς σε λένε παιδί μου;» του απευθύνθηκα σχεδόν πατρικά. Δεν τον περνούσα παρά μόνο λίγα χρόνια, αλλά στα μάτια μου φάνταζε μικρό παιδί.
«Μάρκο» μου απάντησε χωρίς να διαμαρτυρηθεί.
«Άκουσε να δεις, Μάρκο. Θα δεις πολλά σε αυτή την πόλη. Όμως να ξέρεις ότι οι περισσότεροι που κατοικούν εδώ δεν είναι άνθρωποι, είναι σκιές. Ζωντανεύουν μόνο σε κάμερες κινητών, ψυχαγωγικές εκπομπές και κακογραμμένα σίριαλ. Αν αύριο τα ξημερώματα αντικρίσεις εδώ κοντά δυο τρία τεμαχισμένα πτώματα μην ταραχτείς, ίσως σε λίγα χρόνια καταλάβεις ότι δεν ήταν παρά κάποιοι από εκείνους που χάσανε τον εαυτό τους μα ξέχασαν να αποβάλουν τη σκιά τους. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι κάτι, φαντάζομαι ότι με τον καιρό θα ψηθείς στο αίμα, τη βία και τη φρίκη. Αυτή άλλωστε είναι η δουλειά σου. Όμως να ξέρεις πως τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από τα κοφτερά δόντια της μοναξιάς και την αφόρητη αίσθηση της απόγνωσης. Δεν είναι ανάγκη να μπεις σε κλειστά δωμάτια και αμπαρωμένα σπίτια για να τη διαπιστώσεις, μπορείς να τη μυρίσεις στον αέρα. Αναπνέουμε αυτή την τοξικότητα καθημερινά, μέχρι που στο τέλος γίνεται τόσο δεδομένη και αυτονόητη όσο ο θάνατός μας, όχι αυτός που περιμένουμε να μας βρει, αλλά εκείνος που ζούμε κάθε στιγμή και δευτερόλεπτο αρνούμενοι να το παραδεχτούμε. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»
Με κοίταζε με προσοχή, υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να με περάσει για ηλίθιο, να με αντιμετωπίσει με προσποιητή συγκατάβαση ή φανερή δυσφορία. Δεν ήξερα τι ήταν αυτό στα λόγια μου ή το ύφος που του προξενούσε τον σεβασμό. Ήταν απλά ένα αμόρφωτο μειράκιο που είχε κατέβει από την επαρχία στον «κόσμο των μεγάλων», είχε περάσει στην Αστυνομία όχι γιατί καύλωνε με τη βία και τα όπλα αλλά για την ισόβια εξασφάλιση του βασικού μισθού· σίγουρα τα μάτια του θα έβλεπαν αρκετά στην πορεία της σταδιοδρομίας του αλλά η αντίληψή του θα φίλτραρε τα στοιχειώδη. Για κείνον η ρουτίνα θα ήταν το καταφύγιό του και όχι ένας πρόωρος θάνατος, και οπωσδήποτε θα έβρισκε μια πρόθυμη κοπελίτσα να στεγάσουν τις μοναξιές τους στον ίδιο χώρο. Οι άνθρωποι που δεν καταλάβαινε θα ήταν ανώτεροι, όμως δεν θα γνώριζε ποτέ τη χυδαιότητα, τη λαιμαργία, την έπαρση και την κακοβουλία τους. Δεν θα έμπαινε ποτέ στον «κόσμο» τους, αλλά από την άλλη δεν θα έχανε και πολλά…
Κοίταξα τον Μαρκ να βγαίνει από την είσοδο του ξενοδοχείου, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα αντίκρισα και τη μαύρη να τον ακολουθεί, δεν αντάλλαξαν ούτε ένα βλέμμα. Σκέφτηκα ότι ελάχιστα νωρίτερα ο κόλπος της και το υπερφυσικά μικρό πουλί του είχαν ενωθεί, εκείνος την είχε χρησιμοποιήσει για να απελευθερώσει το σπερματικό του υγρό και εκείνη για να εξασφαλίσει το επόμενο γεύμα της, ήταν μια έντιμη συμφωνία, δεν είχαν κάτι περισσότερο να ανταλλάξουν, ούτε να πουν. Τα γεννητικά όργανα είχαν επιτελέσει την αρχαιότερη και βασικότερη λειτουργία τους χωρίς ανάμεσά τους να παρεμβάλλεται η ματαιοδοξία, η επιβεβαίωση του καταπιεσμένου ανδρισμού και η τροπαιολαγνεία, είχαν κάνει τη δουλειά τους όμορφα και ωραία δίχως κάποιο άλλο μέρος του σώματος να εμπλακεί σε αυτήν. Κοίταξα το πρόσωπό του και το χαμόγελο που διαγραφόταν· ήταν γαλήνιο και αληθινό, δεν είχε την παραμικρή σχέση με την πλαστικότητα των προσώπων που είχαμε αντικρίσει μερικές ώρες νωρίτερα.
Του έκανα νεύμα να ζυγώσει προς το μέρος μας χωρίς να μετακινηθώ από τη θέση μου. Ο φρουρός τον είδε να μας προσεγγίζει, ελαφρώς προβληματισμένος. Δεν φοβόταν πια, δεν έτρεμε τον ίσκιο του, αλλά από την άλλη δυσκολευόταν να αποκρυπτογραφήσει τις σουρεαλιστικές πινελιές που είχαν χρωματίσει τη νύχτα του.
«Λοιπόν, Νίκολας, του είπες τα πάντα για μένα;»
«Όχι, Μαρκ, δεν έχω άλλωστε κάτι να του πω, δεν έκανες και τίποτα κακό».
«Τότε ίσως είναι ώρα να πηγαίνουμε. Η πτήση μου αναχωρεί σε λίγες ώρες, ίσως θα ήθελες να με συνοδεύσεις μέχρι τον σταθμό του μετρό».
Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026
Εκδότες και ghosting
Όσοι θεωρούν πως ο πρόσφατος νεολογισμός βγήκε από τη Gen Z, καλό θα είναι να αναθεωρήσουν. Το ghosting υπήρχε απ’ όταν ακόμα οι σημερινοί πιτσιρικάδες βρίσκονταν στην κοιλιά της μάνας τους και το επινόησαν οι εκδοτικοί νταβάδες. Όταν έφτανε η ώρα της εκκαθάρισης κατά έναν περίεργο λόγο εξαφανίζονταν. Δεν υπήρχαν πιά ούτε mail, ούτε τηλέφωνα, ούτε ΚΑΔ, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Σαν ο εκδοτικός να μην υπήρξε ποτέ!
Βέβαια μέχρι εκείνη την επάρατη ώρα οι εκδότες γενικώς είναι λαλίστατοι και πανταχού παρόντες. Που να γίνουν παρουσιάσεις, που σαλόνια, που αγιογραφίες από τα γνωστά Αρδάκια (με το αζημίωτο φυσικά και τα έξοδα του συγγραφέα βεβαίως-βεβαίως).
Το βασικό πρόβλημα με την εκδοτική λαίλαπα δεν είναι απλά ότι δεν αγαπάει το βιβλίο, είναι ότι πρόκειται για μια δράκα επιτήδειων χωρίς ηθικούς φραγμούς, μπέσα και όρια που αντιλαμβάνονται το συγγραφέα ως αναλώσιμο σκουπίδι. Δεν νοιάζονται για τη δουλειά του (σπανίως άλλωστε τη διαβάζουν) παρά μόνο για το άκοπο και βραχυπρόθεσμο κέρδος.
Ακόμα χειρότερα δεν είναι απλά ένας που χαλάει την πιάτσα, είναι όλη η πιάτσα. Όταν υπάρχει ένα τέτοιο κατεστημένο φυσικά η ποιοτική λογοτεχνία αδυνατεί να ανθίσει. Μην ξεχνάμε πως οι σοβαροί άνθρωποι και όχι τα τσουτσέκια που έχουν κατακλύσει τα ράφια βάζουν τη λογοτεχνική τους αξιοπρέπεια πάνω από ατζέντηδες και χαλκευμένες διακρίσεις.
Εννοείται πως το ζήτημα της αθέτησης των συμβολαίων αποτελεί ένα θέμα ταμπού, κανείς δεν μιλάει, κανείς δεν το θίγει, κανείς δεν λαλάει (και δεν μιλάμε φυσικά για την απούσα πολιτεία). Όσο ωστόσο το απόστημα θα κακοφορμίζει τόσο η εγχώρια λογοτεχνία θα χάνει τα ατόφια ταλέντα της, και τόσο ο πολιτισμός θα χάνει την εγχώρια λογοτεχνία. Μέχρι να γίνει μια μακρινή ανάμνηση που καπελώθηκε από πάσης φύσεως θλιβερούς κατεργαραίους.
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)












