Πέμπτη 11 Ιουνίου 2026
Το ωραίο καλοκαίρι-Συλλογικό (Μέρος 2ο)
Απολεσθέντα και ευρεθέντα (Άννα Συνοδινού)
Ήταν ένα ωραίο καλοκαίρι. Από εκείνα που σε πείθουν πως ο κόσμος είναι φτιαγμένος για να διαρκεί. Ο ήλιος ανέβαινε κάθε πρωί με την ακρίβεια δημοσίου υπαλλήλου, η θάλασσα επαναλάμβανε τις ίδιες κινήσεις και οι άνθρωποι ξόδευαν τις μέρες τους προσποιούμενοι ότι ξεκουράζονται.
Ένας άντρας περπατούσε κάθε απόγευμα στην παραλία κρατώντας μια ομπρέλα κλειστή. Δεν είχε ποτέ βροχή. Κανείς δεν τον ρώτησε γιατί την κουβαλούσε. Οι άνθρωποι συνηθίζουν γρήγορα ό,τι δεν καταλαβαίνουν. Στο τέλος του Αυγούστου ο άντρας χάθηκε. Η ομπρέλα, όμως, βρέθηκε ανοιχτή στη μέση της ακτής. Από κάτω υπήρχε σκιά, αλλά τίποτε που να τη δημιουργεί.
Μια γυναίκα έγραφε κάθε μέρα γράμματα που δεν έστελνε. Τα δίπλωνε προσεκτικά και τα έριχνε στη θάλασσα. Το νερό δεν τα πήρε ποτέ. Συσσωρεύονταν στα ρηχά, σαν μικρά λευκά ψάρια. Όταν ήρθαν οι πρώτες φθινοπωρινές καταιγίδες, βγήκαν όλα στην ακτή ανοιγμένα. Ήταν κενά.
Στο λιμάνι υπήρχε ένα ρολόι που έχανε κάθε μέρα λίγα δευτερόλεπτα. Τόσο λίγα που κανείς δεν το πρόσεξε. Μέχρι που μια μέρα σταμάτησε εντελώς. Τότε κατάλαβαν ότι είχε κλέψει ένα ολόκληρο απόγευμα. Κανείς δεν θυμόταν τι είχε συμβεί εκείνη την ώρα. Ίσως τίποτα. Ίσως αυτό να ήταν το πρόβλημα.
Τα παιδιά έπαιζαν στην άμμο θάβοντας αντικείμενα. Κοχύλια, πέτρες, πλαστικά παιχνίδια. Ένα από αυτά έθαψε το όνομά του. Όταν το φώναξε η μητέρα του το βράδυ, δεν γύρισε. Όχι επειδή δεν την άκουσε, αλλά επειδή δεν ήξερε πια ποιος ήταν.
Κάθε νύχτα ένα φως φαινόταν μακριά στον ορίζοντα. Δεν αναβόσβηνε όπως οι φάροι ούτε μετακινούνταν όπως τα πλοία. Έμενε εκεί, ακίνητο, επίμονο. Κάποιοι είπαν ότι ήταν καράβι. Άλλοι ότι ήταν αστέρι. Οι πιο ηλικιωμένοι δεν είπαν τίποτα. Είχαν μάθει ότι τα πράγματα που δεν έχουν όνομα είναι συνήθως πιο αληθινά από όσα έχουν.
Και το καλοκαίρι τελείωσε όπως τελειώνουν όλα: χωρίς εξήγηση. Οι άνθρωποι μάζεψαν τις πετσέτες τους, έκλεισαν τα εξοχικά τους και επέστρεψαν στις ζωές τους. Πίστεψαν πως άφησαν πίσω τους τη θάλασσα, τον ήλιο και τα παράξενα συμβάντα των διακοπών.
Αλλά η αλήθεια είναι πως τίποτα δεν είχε συμβεί στην παραλία.
Όλα είχαν συμβεί μέσα τους.
Η άμμος απλώς έκανε αυτό που κάνει πάντα: σκέπαζε αργά ό,τι οι άνθρωποι δεν ήθελαν να βλέπουν. Και η θάλασσα, ευγενική όπως πάντοτε, συνέχιζε να τους επιστρέφει τα πάντα.
Λ.Π (Γεια σου καλοκαίρι)
Ήταν η ώρα που σιωπούσε αρυτίδωτη εκείνη. στη δύση του πλησίαζε ο άλλος. κι εμείς σχήματα φευγαλέα της πέτρας και του αέρα - άθελά μας - μπορούσαμε ν' ακούμε το τρίξιμο του δειλινού και το φτεροκόπημα των ψαριών και τα βήματα του κάβουρα
Και να βλέπουμε την απορία που είχε το χαραγμένο στα χαλίκια πέλμα αν είχε βρει τον προορισμό του ή ξεστράτισε.
ήταν η ώρα που ταιριάζει ν' ακούς το αποσταμμένο γουργουρητό της ντιζελομηχανής και ο πατέρας είχε βάλει στη βάρκα του την οικογένεια όλη για μια βόλτα στ' ανοιχτά του κόλπου σιγανή.
κι έβγαινε η βάρκα στ' ανοιχτά κι ακούστηκε η φωνή της μικρής λαχταρισμένη και δοξαστική, εγκώμιο εσπερινό και χαρά ολόλαμπρη: «γειά σουυυυ καλοκαίρριιιιιιιιιι»
και πέταξε γλάρος ο χαιρετισμός. αμήν κι αλμύρισα
Ολβία Παπαηλίου (Το γυάλινο λικέρ)
Ήταν ακουμπισμένη η καράφα στο ανατολικό παράθυρο, σε εκείνο που έβλεπε τον ήλιο να προβάλει πίσω από το στρογγυλό βουνό με τα δυο δέντρα στην κορφή – το φαλακρό βουνό μιας μελωδίας περασμένα αλλοτινής. Χωρίς κεραμιδένιες στέγες, δίχως ξύλινες, χωρίς καθόλου βλάστηση παρεκτός τα δυο δέντρα, έμοιαζε με περιοχή κάποιας ανεξημέρωτης ακόμα Άγριας Δύσης, και έτσι ήταν δυνατό για εκείνη να φαντάζεται φυλές ερυθροδέρμων να ροβολάνε με ιαχές, έτσι όπως παραδίνονταν στα τακτικά γυμνάσια που εξασφάλιζαν μια πολεμοχαρή υπεροχή, χωρίς καμμιά αντίσταση ωστόσο.
Και η καράφα της λιαζότανε όλο το καλοκαίρι, έτσι όπως ήξερε πως έπρεπε να λιάζεται το ηδύποτο αγριοκέρασο, όχι και τόσο διαφορετικά απ’ ότι έπρεπε να λιάζεται και το οινόπνευμα το φαρμακευτικό, με στουμπωμένα μέσα του τα άνθη της διπλής, ρόδινης πικροδάφνης. Που τον ερχόμενο χειμώνα θα είχαν γίνει κουρελάκια χρώματος καφέ, λες κι είχε μέσα στην μποτίλια του οινοπνεύματος διαλύσει κουταλιές με κοκκινόχωμα, από τον χωματόδρομο που πέρναγε μπροστά από το σπίτι της, ο δρόμος στριφωμένος με τεράστιες, παχύφυλλες αγαύες που λες και είχαν ξεπατικωθεί από γκραβούρες μεξικάνικες ενός άλλου αιώνα, τότε που η επανάσταση ζητούσε Αντελίτες ντυμένες στα μεταξωτά, που είχαν πάρει όμως τα βουνά με φυσεκλίκια φορεμένα σταυρωτά, παλληκαρήσια.
Κι ανάμεσα σε ονειροφαντασιές, ψευτοκρυστάλλινη η καράφα στο περβάζι, γεμάτη με νερό θαλασσινό και τις γιαλόπετρες που μάζευε με λαίμαργες παλάμες, κοσμήματα λαμπρά μέσα στην άμμο την χοντρόκοκκη, ανάμνηση από στέμματα βυζαντινά, αυτοκρατόρισσες που έφερνε η αλμύρα χάρισμα στα χέρια της, αν κι είχε πια περάσει από τα χρόνια που παιχνίδια επιζητούσαν. Της άρεσε να λέει στους επισκέπτες της πως τα γυαλιά θα γίνονταν πολύ μεθυστικά, αρκεί να στριφογύριζε την γυάλινη καράφα της ώστε να πείσει ο ήλιος τα αρώματα να απελευθερωθούν μες στο νερό, και τότε το λικέρ της θα γινότανε ακόμα δυνατότερο και από την ακριβότερη τεκίλα, απ΄το μεσκάλ: πράσινα τα γυαλάκια, ευωδιά από νεράντζι. Γαλάζια, λίγη γεύση από λεβάντα. Μπλε, όπως οι αγαύες που φυτρώνανε πάνω στον χωματόδρομο. Τα διάφανα λευκά, ούζο και σπίρτο. Τα φανταζότανε να τα σερβίρει μουλιασμένα και γλυκόπιοτα, κελαρυστά μες στα λεπτά της ποτηράκια, και οι ερυθρόδερμοι να έρχονται να δίνουνε τα πιο καλά, πιτσιλωτά τους άλογα, για ένα μπουκαλάκι σε σχήμα πλακέ, παραλληλόγραμμο, για το νερό αυτό που θα τους βάφτιζε με τρέλα και με έκσταση στις άγριες κατεβασιές τους απ’ τη ράχη του απέναντι βουνού...
Παλιά, πριν την πλημμύρα (Μάρε Ντόν)
Παλιά, πριν την πλημμύρα, άκουγε το σφύριγμα των τραίνων, το ρυθμικό ήχο των τροχών μέχρι που έσβηνε στον κάμπο. Τώρα οι γραμμές χορτάριασαν και η περιοχή ζώστηκε με αυτοκινητόδρομους, κόμβους, διακλαδώσεις που ζαλίζουν, καρφωμένες ψηλά πινακίδες απειλητικές σαν δαμόκλειος σπάθη, λαβύρινθοι στο βωμό της "ταχύτητας" και της "ανάπτυξης". Τι μισητές λέξεις για κάποιον που πάντα αγαπούσε να πηγαίνει αργά σ' επαρχιακούς δρόμους συχνά χωρίς προορισμό.
Καθώς κοίταζε απ' το παράθυρο του σπιτιού του τις γεμάτες νερό λακκούβες στο αδιέξοδο, το οδόστρωμα διάτρητο από "επεμβάσεις" και πρόχειρα μπαλώματα από τότε που η πόλη παραδόθηκε στους εργολάβους, έπιασε τον εαυτό του να παρατηρεί το ολοκαίνουργιο παρκαρισμένο αυτοκίνητο έξω απ' την αυλή του. Ήταν πελάτες του airbnb απέναντι που ετοιμάζονταν να φύγουν. Όταν λέμε airbnb εννοούμε ένα παλιό χαμόσπιτο 60 χρόνων που μετά την ανακαίνιση έμοιαζε καινούργιο και είχε μεγάλο σουξέ όπως και η πόλη η οποία μέσα σε λίγα χρόνια έγινε "προορισμός". Καταναλωτές τοπίων, κτιρίων, άνθρωποι παμφάγοι αλλά ευγενικοί έρχονταν κι έφευγαν.
Κι όσο κοιτούσε το αυτοκίνητο κάτι παράξενο συνέβη κι ένιωσε το ίδιο σκίρτημα, την ίδια λαχτάρα όπως όταν στα λιμάνια έβλεπε τα πλοία ν' αράζουν και να σαλπάρουν ήρεμα πριν το μακρύ συριγμό. Αδημονούσε, περίμενε να φορτώσουν τις τελευταίες βαλίτσες ως τη μαγική εκείνη στιγμή που οι τροχοί θ' αρχίσουν να γυρίζουν σιγά σιγά μέχρι το αυτοκίνητο να στρίψει στη γωνία και να χαθεί. Κι ας ήταν ταξίδι επιστροφής, αυτός φαντάζονταν ότι ξεκινούσαν για κάπου μακριά, για ξένους τόπους, roadtrip χωρίς χρονοδιάγραμμα. Γενικά, από τότε που απέρριψε τα νησιά και τους τουριστικούς προορισμούς ως μέρη λαμπερής φτήνιας και αθλιότητας τα ταξίδια του ήταν μόνο φανταστικά.
Κάποια στιγμή οι επιβάτες τελείωσαν με τις αποσκευές και το όχημα ξεκίνησε.
-Τι διαστροφή, σκέφτηκε με θλίψη καθώς με βλέμμα κολλημένο το κοίταζε ώσπου χάθηκε στη στροφή...
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου