Σάββατο 25 Απριλίου 2026
Το βυσματικό «βραβείο» της Ε.Ε (EUPL) και το μεγάλο φιάσκο
Αν οι χαρτογιακάδες δεν έδιναν «βραβεία λογοτεχνίας» στον κάθε δικτυωμένο γλείφτη τότε ποιος θα έδινε; Η απορία είναι εύλογη ωστόσο τα ευτράπελα που δημιουργούνται όταν θεσπίζονται τέτοιου είδους πανηγύρια- ώστε στα μεθεόρτια το κάθε αργυρώνητο Αρδάκι να κάνει λόγο για «διεθνές κύρος»- δεν λείπουν.
Και πως να λείπουν όταν οι «διακριθέντες» δεν αποτελούν και τίποτα «ιερά τέρατα» της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά τον απόπατο του λογοτεχνικού υποκόσμου. Από τον καρπαζοεισπράκτορα Μάκη Τσίσα μέχρι πουθενάδες των εσχατιών της Βαλκανικής που «κρίνονται» και «διακρίνονται» από τύπους σαν την αγιογδύτισσα τη Σοκόλη και τον κάθε αργόμισθο κηφήνα που χαρτζιλικώνεται από σημαδεμένες επιδοτήσεις.
Φυσικά όπως προείπαμε τα ευτράπελα από τέτοια φαρσικά θεσμικά εγχειρήματα δύσκολα λείπουν καθώς οι εμπλεκόμενοι όσο έχουν κάνει τη γλώσσα τους σαλάχι άλλο τόσο σκαμπάζουν από λογοτεχνία. Έτσι το τελευταίο κρούσμα όπου η Ελένη Φωκά ζήτησε η βιογραφία της να αποσυρθεί από τη βραχεία λίστα έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο.
Ο λόγος, δεν εντάσσεται στη κατηγορία της μυθοπλασίας, όπου οι τενεκέδες το κατέταξαν, αλλά του ιστορικού μυθιστορήματος. Κάτι που «συνιστά βαρύτατη προσβολή στην προσωπική της αξιοπρέπεια, αλλά και στην ιστορική αλήθεια των γεγονότων που η ίδια βίωσε στην κατεχόμενη Κύπρο.»
Θα μου πεις τώρα μπορούν οι χαρτογιακάδες να ξεχωρίσουν το ιστορικό από το μυθοπλαστικό όταν τρέχουν για λεύκανση πρωκτού κάθε δεύτερη βδομάδα. Απορίες πραγματικά ανάξιες λόγου αφού το τελευταίο που τους απασχολεί είναι το ίδιο το βιβλίο…
Παρασκευή 24 Απριλίου 2026
Να μην φαίνεται-Ιω (Μέρος 3ο)
8. Παράθυρο
Το παράθυρο δεν άνοιγε πάντα.
Κόλλαγε.
Το παιδί το έσπρωξε λίγο.
Σταµάτησε.
Δεν το πίεσε.
Έµεινε µπροστά.
Στις µύτες των ποδιών.
Το τζάµι ήταν κρύο.
Ακούµπησε το µέτωπο.
Η ανάσα θάµπωσε την επιφάνεια.
Έκανε έναν κύκλο µε το δάχτυλο.
Μικρό. Μέσα του φάνηκε ο δρόµος. Οι άνθρωποι περνούσαν. Δεν κοιτούσαν. Δεν σταµατούσαν. Το παιδί έµεινε εκεί. Δεν χτύπησε το τζάµι. Δεν φώναξε. Κοίταξε. Απλώς κοίταξε. Κάποιος πέρασε πιο αργά. Για µια στιγµή φάνηκε να σηκώνει το κεφάλι. Μετά συνέχισε. Το παιδί δεν µετακινήθηκε. Η ανάσα θάµπωσε ξανά το τζάµι. Το σκούπισε. Ξανά. Το ίδιο σηµείο. Το κράτησε καθαρό. Όσο µπορούσε. Το φως έπεσε πάνω στο πρόσωπό του. Για λίγο. Μετά µετακινήθηκε. Το παιδί δεν κατέβηκε. Έµεινε στις µύτες. Για λίγο ακόµα. Σαν να περίµενε. Όχι τώρα. Ίσως µετά. Τράβηξε την κουρτίνα. Όχι τελείως. Άφησε ένα άνοιγµα. Το ίδιο κάθε φορά. Γύρισε. Δεν έκλεισε το παράθυρο. Δεν το άνοιξε. Έµεινε όπως ήταν. Δεν ακούστηκε τίποτα. Αυτό ήταν καλό. 9. Βιτρίνα Η σάλα ήταν κλειστή. Η πόρτα άνοιγε λίγο. Το παιδί µπήκε µέσα. Την έκλεισε πίσω του. Από την κουζίνα ακούγονταν φωνές. Συνεχόµενες. Δεν σταµάτησαν. Το παιδί δεν γύρισε. Η ντιβανοκασέλα ήταν µπροστά. Σκούρο ξύλο. Βαριά. Στη µία πλευρά είχε βιτρίνα. Μικρή. Μέσα φλιτζάνια. Λεπτά. Ίδια µεταξύ τους. Δεν τα άγγιξε. Πλησίασε. Ο τοίχος πίσω τους ήταν καθρέφτης. Το παιδί στάθηκε µπροστά. Κοίταξε. Το πρόσωπο φάνηκε. Καθαρά. Σταθερά. Δεν κινήθηκε. Έµεινε εκεί. Η ανάσα θάµπωσε λίγο το γυαλί. Μετά καθάρισε. Το πρόσωπο έµεινε. Ίδιο. Το παιδί πλησίασε. Λίγο ακόµα. Τα µάτια έµειναν ανοιχτά. Δεν ανοιγόκλεισαν. Ο χρόνος πέρασε. Ή όχι. Δεν άλλαξε κάτι. Το πρόσωπο απέναντι έµεινε. Δεν µετακινήθηκε. Το παιδί σήκωσε το χέρι. Αργά. Το είδωλο έκανε το ίδιο. Δεν ήταν ξεκάθαρο ποιο πρώτο. Το χέρι κατέβηκε. Το άλλο άργησε. Λίγο. Ή έτσι φάνηκε. Το παιδί έµεινε. Κοίταξε περισσότερο. Τα χαρακτηριστικά έµειναν χωρίς βάθος. Σαν να ανήκαν αλλού. Το παιδί δεν είπε τίποτα. Δεν σκέφτηκε λέξη. Το όνοµα δεν ήρθε. Δεν το έψαξε. Έκανε ένα βήµα πίσω. Το πρόσωπο έµεινε για λίγο. Μετά ακολούθησε. Η πόρτα άνοιξε. Οι φωνές µπήκαν µέσα. Δυνατά. Το παιδί βγήκε. Δεν γύρισε. Έκλεισε πίσω του. Δεν ακούστηκε τίποτα. Αυτό ήταν καλό.
Πέμπτη 23 Απριλίου 2026
Ποιος ηλίθιος αγοράζει βιβλία αλήθεια;
Τα στοιχεία είναι αμείλικτα, το ένα βιβλιοπωλείο κλείνει μετά το άλλο ενόσω οι διάφοροι σπουδαιοφανείς φίκοι προσπαθούν να βρουν τις αιτίες. Φταίει η αύξηση του ενοικίου λένε, φταίει το brunchάδικο δίπλα…μόνο το κακό τους το κεφάλι δεν φταίει. Την ίδια στιγμή όσα επιβιώνουν λειτουργούν με όρους μαφίας, χαλκευμένες λίστες μπεστ σέλερ, πληρωμένες βιτρίνες, πληρωμένες ντάνες, τα χατίρια των αρχινταβάδων να κάνουμε και έχει ο θεός. Περιμένουνε πως και πως την «έκθεση» για να ξεστοκάρουν και να μαζέψουν σαν σαρδέλες τον κόσμο που θα γεμίσει σακούλες και θα τις ξεχάσει μετά στην αποθήκη, λες και πρόκειται για κάνα burger festival στην τεχνόπολη. Υπάρχει βέβαια και μπαζάρ για να μην ξεχνιόμαστε, ό,τι πάρεις με ένα ευρώ μαζί με μια εξάδα κωλόχαρτα….
Η αλήθεια ωστόσο είναι πολύ πιο απλή από την κάθε "βαθυστόχαστη" ανάλυση. Όταν εσύ ο ίδιος δεν σέβεσαι το προϊόν σου πως περιμένεις να το σεβαστεί ο καταναλωτής; Αν ένα καφέ σου σερβίρει άθλιο εσπρέσο σαν τις μεταφράσεις σου και τον κάθε πρόθυμο να αρμεχτεί, πλην ατάλαντο, τενεκέ θα ξαναπατήσεις αλήθεια; Όταν ακόμα και ο θεσμικός οργανισμός που ασχολείται με αυτό είναι βουτηγμένος στη ρεμούλα πόσες είναι οι πιθανότητες να ανθήσει μια σοβαρή λογοτεχνία και μια υγιής βιβλιοπαραγωγή;
Στο καρτέλ θεωρούμε πλέον την αγορά βιβλίου πεταμένα λεφτά και το έχουμε τονίσει σε όλους τους τόνους, Ας μείνει να πουλάει η Μαντά και ο Μένιος για όσους θεωρούν τους συγκεκριμένους «συγγραφείς», αυτό δεν είναι κάτι που μας αφορά. Μας αφορά ωστόσο όχι τόσο ο δεδομένος θάνατος της εγχώριας λογοτεχνίας αλλά κυρίως ο εκχυδαϊσμός της. Και αυτό που διαπιστώνουμε είναι πως δεν είμαστε οι μόνοι καθώς όλο και περισσότεροι γυρίζουν την πλάτη σε ένα προϊόν που υποβαθμίζεται καθημερινά και περιμένει τα διάφορα πανηγυράκια προκειμένου να βγει στο κλαρί…
Σάββατο 18 Απριλίου 2026
Να μην φαίνεται- Ιώ (Μέρος 2ο)
6. Συρτάρι
Το συρτάρι δεν άνοιγε µέχρι τέρµα.
Σταµατούσε στη µέση.
Σαν να κρατούσε κάτι µέσα.
Το παιδί το άνοιξε όσο επέτρεπε.
Δεν το τράβηξε δυνατά.
Δεν ήθελε τον ήχο.
Έσκυψε.
Κοίταξε µέσα.
Το φως έφτανε µόνο µπροστά.
Πίσω έµενε σκοτάδι.
Υπήρχαν µικρά πράγµατα.
Ένα κουµπί.
Ένα κουτάλι.
Ένα χαρτί διπλωµένο.
Δεν τα πήρε όλα µαζί.
Ένα-ένα.
Τα κράτησε λίγο.
Μετά τα άφησε.
Δεν τα µετέφερε.
Δεν τα άλλαξε θέση.
Έβαλε το χέρι πιο µέσα.
Χωρίς να βλέπει.
Ψηλάφισε.
Αργά.
Περίµενε να βρει κάτι.
Κάτι που να µην ξέρει.
Τα δάχτυλα άγγιξαν ξύλο.
Μετά κάτι κρύο.
Το χαρτί.
Το κράτησε.
Μετά κενό.
Σταµάτησε.
Δεν τράβηξε το χέρι πίσω.
Έµεινε εκεί.
Σαν να περίµενε.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Δεν υπήρχε κάτι άλλο.
Έβγαλε το χέρι.
Κοίταξε τα δάχτυλα.
Δεν είχαν αλλάξει.
Το συρτάρι έµεινε ανοιχτό.
Λίγο.
Το έσπρωξε πίσω.
Αργά.
Σταµάτησε πριν κλείσει.
Το άφησε έτσι.
Μισάνοιχτο.
Δεν το ξανάνοιξε.
Δεν το έκλεισε.
Έµεινε εκεί.
Όπως ήταν.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
7. Ντουλάπα
Η ντουλάπα άνοιγε λίγο δύσκολα.
Στην αρχή.
Μετά υποχωρούσε.
Το παιδί ήξερε πού να τραβήξει.
Δεν έκανε θόρυβο.
Την άνοιξε όσο χρειαζόταν.
Όχι τελείως.
Μέσα, τα ρούχα ήταν κοντά το ένα στο άλλο.
Ακουµπούσαν.
Όταν τα έσπρωχνε, µετακινούνταν µαζί.
Σαν ένα σώµα.
Το παιδί µπήκε ανάµεσά τους.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Όχι τελείως.
Άφησε µια γραµµή φωτός.
Πάντα την ίδια.
Κάθισε κάτω.
Τα γόνατα στο στήθος.
Τα χέρια γύρω τους.
Δεν κινήθηκε.
Τα ρούχα ακουµπούσαν το πρόσωπό του.
Ύφασµα.
Σταθερό.
Δεν άλλαζε.
Απ’ έξω ακούστηκαν βήµατα.
Πέρασαν.
Δεν σταµάτησαν.
Το παιδί δεν µίλησε.
Δεν µετακινήθηκε.
Έβαλε το χέρι µπροστά στη γραµµή φωτός.
Την έκρυψε.
Μετά το τράβηξε.
Το φως γύρισε.
Το έκανε ξανά.
Χωρίς βιασύνη.
Σταµάτησε.
Άφησε το φως να µείνει.
Δεν το έκρυψε πάλι.
Έµεινε εκεί.
Δεν περίµενε κάτι.
Δεν άκουγε πια.
Ο χώρος ήταν σταθερός.
Ίδιος.
Όπως έπρεπε.
Όταν άνοιξε την πόρτα, βγήκε αργά.
Δεν κοίταξε πίσω.
Έκλεισε τη ντουλάπα.
Μέχρι να ακουστεί το µικρό «κλικ».
Αυτό ήταν καλό.
Πέμπτη 16 Απριλίου 2026
Χόλε: Όταν η παραγωγή σώζει τα προσχήματα.
Για τον Γιο Νέσμπε τα έχουμε πει πολλάκις, είναι η χρυσή αγελάδα που κάθε εκδοτικό παραμάγαζο επιθυμεί, με την έννοια πως υπακούει στις επιταγές του βιβλίου «τούβλου» (σαν εκείνα που τον διαβάζουν), την ανοικονόμητη πλοκή, τους χαλαρούς αρμούς που δήθεν δένουν (όρεξη να υπάρχει) τους πολλαπλούς γρίφους που θέτει εξιτάροντας τον όχι και τόσο ευφυή αναγνώστη του. Στην Ελλάδα φυσικά υπάρχει μια στρατιά μιμητών που θέλει να τον αντιγράψει συνηθώς με κωμικοτραγικά αποτελέσματα αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που δεν αφορά το παρόν άρθρο μας.
Στην πολυαναμενόμενη λοιπόν μεταφορά του βιβλίου του «Το αστέρι του διαβόλου» στην γνωστή πλατφόρμα οι προσδοκίες είναι δικαίως υψηλές. Όχι διότι, όπως προείπαμε, είναι καλός συγγραφέας αλλά γιατί η δημοφιλία της pulp λογοτεχνίας οφείλει να βάλει τον πήχη ψηλά.
Και η αλήθεια είναι πως η σειρά τα καταφέρνει, στηριζόμενη σε μια σεμιναριακού επιπέδου παραγωγή που μόνο η καλοκουρδισμένη νορδική συνέπεια και αισθητική μπορεί να καταφέρει. Ξεκινώντας από τους ηθοποιούς ο Tobias Santelmann οπτικοποιεί έναν Χόλε πολύ πιο ευάλωτο και εύθραυστο λόγω του εθισμού στο αλκοόλ διατηρώντας την ευστροφία του που τον οδηγεί στις λύσεις των μυστηρίων, ενδιαφέρον είναι και ο χαρακτήρας του κυνικού και ραδιουργού αντίζηλου του Βόλε αν και οι υπερβολές συχνά κλοτσάνε τη ροή (όπως η άγρια δολοφονία του πιτσιρικά που ψωνίζεται στις τουαλέτες).
Από κει και πέρα η οικονομία της σειράς δεν σε αφήνει να βαρεθείς παρά τα συχνά παιδαριώδη τεχνάσματα (που συναντάμε και στα βιβλία του Νέσμπε). Το μεγαλύτερο ωστόσο επιχείρημα είναι η αισθητική και η προσοχή σε αυτήν. Από τα αυτοκίνητα που χρησιμοποιούνται (η ford σακαράκα του Χόλε σε αντιδιαστολή με την αστραφτερή Lotus του Βόλε για να τονιστούν οι ιδιοσυγκρασίες τους) μέχρι το ατμοσφαιρικό μπαρ Boxer αλλά και τα μαγικά πλάνα του Όσλο, όλες οι λεπτομέρειες είναι προσεγμένες στην εντέλεια.
Συμπερασματικά η σειρά βλέπεται και με το παραπάνω ενώ έχει πολλά περισσότερα να δώσει από τις άψυχες αντίστοιχες «αμερικανιές» σεβόμενη τον εαυτό της και κυρίως τους τηλεθεατές…
Τρίτη 14 Απριλίου 2026
Να µην φαίνεται -Ιώ (Μέρος 1ο)
Πρόλογος
Υπάρχουν παιδιά που δεν ρωτούν.
Όχι γιατί δεν θέλουν.
Γιατί βλέπουν.
Οι ήχοι σταµατούν.
Οι κινήσεις αλλάζουν.
Τα βλέµµατα φεύγουν.
Μένουν.
Δεν µιλούν.
Μετρούν.
Την απόσταση.
Την ανάσα.
Τον χρόνο.
Μαθαίνουν πότε να µην κινούνται.
Πότε να µην ακούγονται.
Δεν είναι ήσυχα.
Είναι προσεκτικά.
Δεν είναι υπάκουα.
Είναι µόνα.
Δεν ανήκουν εκεί.
Το ξέρουν.
Δεν το λένε.
Κρατούν κάτι.
Όχι λέξη.
Όχι σκέψη.
Μια κατεύθυνση.
Όχι τώρα.
Μετά.
Μέχρι τότε, µένουν.
Χωρίς ήχο.
Χωρίς ίχνος.
Έτσι επιβιώνουν.
Έτσι ετοιµάζονται.
1. Φεγγάρι
Το φεγγάρι ήταν εκεί.
Πάντα ήταν.
Ψηλά.
Δεν άλλαζε.
Ο δρόµος ήταν σχεδόν άδειος.
Φώτα περνούσαν.
Και έφευγαν.
Δεν σταµατούσαν.
Ακούστηκε ένας ήχος.
Μεταλλικός.
Κοφτός.
Μετά τίποτα.
Το παιδί πλησίασε.
Αργά.
Το σώµα ήταν στο δρόµο.
Ακίνητο.
Με έναν τρόπο που δεν ήταν σωστός.
Δεν κινήθηκε.
Δεν µίλησε.
Κοίταξε.
Οι σάρκες δεν αντιδρούσαν.
Δεν υπήρχε κίνηση.
Ο αέρας ήταν βαρύς.
Κάποιος είπε κάτι.
Δεν ακούστηκε καθαρά.
Μια λέξη.
Ίσως «τελείωσε».
Το παιδί δεν ρώτησε.
Δεν γύρισε.
Το φεγγάρι έµενε εκεί.
Ίδιο.
Σαν να µην είχε συµβεί τίποτα.
Σήκωσε το βλέµµα.
Το κράτησε εκεί.
Λίγο ακόµα.
Μετά το κατέβασε.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
2. Φόρεµα
Το φόρεµα ήταν µπλε.
Το φορούσε µόνο σε συγκεκριµένες µέρες.
Ήταν καθαρό.
Έπρεπε να µείνει έτσι.
Το παιδί στεκόταν όρθιο.
Τα χέρια κοντά στο σώµα.
Δεν τα άπλωνε.
Δεν έτρεχε.
Δεν καθόταν κάτω.
Κοίταζε το ύφασµα.
Δεν το άγγιζε πολύ.
Μόνο µε τις άκρες των δαχτύλων.
Ελαφρά.
Σαν να µπορούσε να το λερώσει µόνο µε την αφή.
Από κάπου ακούστηκε φωνή.
Δεν ήταν δυνατή.
Αλλά ήταν αρκετή.
Το παιδί σταµάτησε.
Έµεινε ακίνητο.
Περίµενε.
Δεν ακολούθησε κάτι.
Κοίταξε κάτω.
Το φόρεµα ήταν ακόµα καθαρό.
Χωρίς σηµάδια.
Ίσιο.
Στη θέση του.
Δεν είχε αλλάξει.
Το παιδί δεν κινήθηκε.
Κράτησε τα χέρια κοντά.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
3. Διάδροµος
Ο διάδροµος ήταν σκοτεινός.
Όχι τελείως.
Λίγο φως ερχόταν από µέσα.
Η πόρτα ήταν µισάνοιχτη.
Το παιδί στάθηκε µπροστά της.
Δεν µπήκε.
Ακούστηκε ένας ήχος.
Χαµηλός.
Σταθερός.
Σαν κάτι που επιµένει.
Δεν κατάλαβε τι είναι.
Δεν ρώτησε.
Έµεινε εκεί.
Το χέρι του δίπλα στο σώµα.
Δεν άγγιξε την πόρτα.
Από µέσα πέρασε σκιά.
Και χάθηκε.
Ο ήχος συνέχισε.
Το παιδί έκανε ένα βήµα πίσω.
Το πάτωµα έτριξε.
Σταµάτησε.
Δεν κινήθηκε.
Ο ήχος σταµάτησε.
Για λίγο.
Ακούστηκε το όνοµά του.
Χαµηλά.
Αρκετά.
Το παιδί δεν απάντησε.
Γύρισε.
Περπάτησε πίσω.
Αργά.
Χωρίς ήχο.
Μπήκε στο δωµάτιό του.
Έκλεισε την πόρτα.
Όχι τελείως.
Άφησε ένα µικρό άνοιγµα.
Έµεινε εκεί.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
4. Μπάνιο
Το νερό ήταν ζεστό.
Στην αρχή.
Το παιδί είχε τα χέρια µέσα.
Τα δάχτυλα άνοιγαν.
Και έκλειναν.
Το νερό κινήθηκε.
Μετά ηρέµησε.
Έµεινε εκεί.
Δεν φώναξε.
Δεν απάντησε.
Από έξω ακούστηκε φωνή.
Δεν ξεχώρισε τις λέξεις.
Δεν προσπάθησε.
Έκλεισε τη βρύση.
Ο ήχος κατέβηκε µέσα στους σωλήνες.
Βαθύς.
Μακρύς.
Έσκυψε λίγο.
Άκουσε.
Δεν κατάλαβε.
Σηκώθηκε.
Τράβηξε την κουρτίνα.
Το πάτωµα ήταν βρεγµένο.
Σταγόνες.
Ακίνητες.
Έβαλε το πόδι του.
Γλίστρησε λίγο.
Σταµάτησε.
Κοίταξε κάτω.
Το φως τρεµόπαιξε.
Έκανε έναν µικρό ήχο.
Σταθεροποιήθηκε.
Ο καθρέφτης ήταν θαµπός.
Το παιδί πέρασε το χέρι.
Άφησε µια γραµµή.
Το πρόσωπο φάνηκε.
Μισό.
Το άλλο µισό έµεινε θολό.
Έσκυψε πιο κοντά.
Η ανάσα θάµπωσε ξανά το γυαλί.
Το πρόσωπο χάθηκε.
Και ξαναφάνηκε.
Δεν ήταν ίδιο.
Το παιδί έµεινε εκεί.
Δεν µίλησε.
Από έξω ακούστηκε ήχος.
Σαν κάτι που χτύπησε.
Σταµάτησε να αναπνέει.
Περίµενε.
Δεν µπήκε κανείς.
Το νερό έσταζε.
Ένα.
Δύο.
Δεν µέτρησε σωστά.
Σκούπισε το πρόσωπο.
Γρήγορα.
Άνοιξε την πόρτα λίγο.
Κοίταξε.
Δεν βγήκε.
Έκλεισε πάλι.
Έµεινε µέσα.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
5. Τραπέζι
Το τραπέζι ήταν στρωµένο.
Πριν καθίσουν.
Πάντα.
Τα πιάτα στη θέση τους.
Τα ποτήρια ίσια.
Δεν ακουµπούσαν µεταξύ τους.
Το παιδί κάθισε.
Χωρίς να τραβήξει πολύ την καρέκλα.
Ο ήχος θα ακουγόταν.
Δεν τον έκανε.
Τα χέρια στο τραπέζι.
Όχι πολύ µπροστά.
Όχι πολύ πίσω.
Έµειναν εκεί.
Το φαγητό άχνίζε.
Δεν έσκυψε.
Περίµενε.
Κάποιος µίλησε.
Μετά άλλος.
Οι φωνές µπλέχτηκαν.
Δεν σταµάτησαν.
Το παιδί δεν κοίταξε.
Κοίταξε το πιάτο.
Πήρε το πιρούνι.
Αργά.
Το σήκωσε.
Το κράτησε στον αέρα.
Περίµενε.
Καµία λέξη δεν ήταν καθαρή.
Μόνο ο τόνος.
Απότοµος.
Κοφτός.
Έβαλε λίγο φαγητό στο στόµα.
Μάσησε.
Κατάπιε.
Κατάπιε πριν είναι έτοιµο.
Χωρίς ήχο.
Δεν ήπιε νερό.
Δεν σήκωσε το ποτήρι.
Ένα χέρι χτύπησε το τραπέζι.
Όχι δυνατά.
Αλλά αρκετά.
Το ποτήρι δίπλα µετακινήθηκε.
Έκανε έναν µικρό ήχο.
Το παιδί σταµάτησε.
Δεν κουνήθηκε.
Οι φωνές συνέχισαν.
Σαν να µην είχε γίνει τίποτα.
Το παιδί κοίταξε το τραπεζοµάντηλο.
Έναν µικρό λεκέ.
Τον ακολούθησε µε το βλέµµα.
Δεν σήκωσε το κεφάλι.
Έφαγε άλλη µια µπουκιά.
Μετά άλλη µία.
Ίδιες κινήσεις.
Ίδιος ρυθµός.
Το πιάτο άδειασε.
Σταµάτησε.
Περίµενε.
Κανείς δεν το κοίταξε.
Σηκώθηκε.
Αργά.
Η καρέκλα δεν ακούστηκε.
Αυτό ήταν καλό.
Πήγε στον νεροχύτη.
Τα χέρια έτρεµαν.
Δεν τα κατέβασε.
Έπρεπε.
Το ποτήρι ακούµπησε στο µάρµαρο.
Ένας ήχος.
Μικρός.
Πέρασε.
Το νερό έσταζε.
Ένα.
Δύο.
Δεν µέτρησε σωστά.
Δεν γύρισε πίσω.
Αυτό ήταν καλό.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






