Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Να μην φαίνεται- Ιώ (Μέρος 2ο)

6. Συρτάρι
Το συρτάρι δεν άνοιγε µέχρι τέρµα.
Σταµατούσε στη µέση.
Σαν να κρατούσε κάτι µέσα.
Το παιδί το άνοιξε όσο επέτρεπε.
Δεν το τράβηξε δυνατά.
Δεν ήθελε τον ήχο.
Έσκυψε.
Κοίταξε µέσα.
Το φως έφτανε µόνο µπροστά.
Πίσω έµενε σκοτάδι.
Υπήρχαν µικρά πράγµατα.
Ένα κουµπί.
Ένα κουτάλι.
Ένα χαρτί διπλωµένο.
Δεν τα πήρε όλα µαζί.
Ένα-ένα.
Τα κράτησε λίγο.
Μετά τα άφησε.
Δεν τα µετέφερε.
Δεν τα άλλαξε θέση.
Έβαλε το χέρι πιο µέσα.
Χωρίς να βλέπει.
Ψηλάφισε.
Αργά.
Περίµενε να βρει κάτι.
Κάτι που να µην ξέρει.
Τα δάχτυλα άγγιξαν ξύλο.
Μετά κάτι κρύο.
Το χαρτί.
Το κράτησε.
Μετά κενό.
Σταµάτησε.
Δεν τράβηξε το χέρι πίσω.
Έµεινε εκεί.
Σαν να περίµενε.
Τίποτα δεν άλλαξε.
Δεν υπήρχε κάτι άλλο.
Έβγαλε το χέρι.
Κοίταξε τα δάχτυλα.
Δεν είχαν αλλάξει.
Το συρτάρι έµεινε ανοιχτό.
Λίγο.
Το έσπρωξε πίσω.
Αργά.
Σταµάτησε πριν κλείσει.
Το άφησε έτσι.
Μισάνοιχτο.
Δεν το ξανάνοιξε.
Δεν το έκλεισε.
Έµεινε εκεί.
Όπως ήταν.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 
7. Ντουλάπα
Η ντουλάπα άνοιγε λίγο δύσκολα.
Στην αρχή.
Μετά υποχωρούσε.
Το παιδί ήξερε πού να τραβήξει.
Δεν έκανε θόρυβο.
Την άνοιξε όσο χρειαζόταν.
Όχι τελείως.
Μέσα, τα ρούχα ήταν κοντά το ένα στο άλλο.
Ακουµπούσαν.
Όταν τα έσπρωχνε, µετακινούνταν µαζί.
Σαν ένα σώµα.
Το παιδί µπήκε ανάµεσά τους.
Έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Όχι τελείως.
Άφησε µια γραµµή φωτός.
Πάντα την ίδια.
Κάθισε κάτω.
Τα γόνατα στο στήθος.
Τα χέρια γύρω τους.
Δεν κινήθηκε.
Τα ρούχα ακουµπούσαν το πρόσωπό του.
Ύφασµα.
Σταθερό.
Δεν άλλαζε.
Απ’ έξω ακούστηκαν βήµατα.
Πέρασαν.
Δεν σταµάτησαν.
Το παιδί δεν µίλησε.
Δεν µετακινήθηκε.
Έβαλε το χέρι µπροστά στη γραµµή φωτός.
Την έκρυψε.
Μετά το τράβηξε.
Το φως γύρισε.
Το έκανε ξανά.
Χωρίς βιασύνη.
Σταµάτησε.
Άφησε το φως να µείνει.
Δεν το έκρυψε πάλι.
Έµεινε εκεί.
Δεν περίµενε κάτι.
Δεν άκουγε πια.
Ο χώρος ήταν σταθερός.
Ίδιος.
Όπως έπρεπε.
Όταν άνοιξε την πόρτα, βγήκε αργά.
Δεν κοίταξε πίσω.
Έκλεισε τη ντουλάπα.
Μέχρι να ακουστεί το µικρό «κλικ».
Αυτό ήταν καλό. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου