Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Γεωργία Μπεκριδάκη-Γιακάς

Μάγκας
Χειμώνας
Μπαίνει, ακάλεστος.
Κάθεται στο τραπέζι.
Ζητά και τα ρέστα:
«Τι νέα;
Ήρθα για να μείνω.»
Γιακάς
Χιονοθύελλα.
Σηκώνω τον γιακά.
Κάποιοι τα κατάφεραν έτσι.
Ο Ρασκόλνικοφ, ας πούμε.
Ψίθυροι
Δυο γλώσσες μέσα στο κεφάλι.
Μιλούν ταυτόχρονα.
Καμία δεν σώζει.
Ακούω.  

Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Βορράς χωρίς νότο (απόσπασμα)

Η Αριστοτελία έδειχνε τώρα σαν να είχε ένα δεύτερο στόμα κάτω από το σαγόνι της, ένα στόμα που οι άκρες των χειλιών του ξεκινούσαν από τους λοβούς των αυτιών σχηματίζοντας ένα τεράστιο χαμόγελο − μα τον Θεό, έμοιαζε με το πιο χαμογελαστό πρόσωπο που είχα δει στη ζωή μου, ήταν ένα χαμόγελο αδιαπραγμάτευτο. Ήταν η ελαφρότητα των ιντερνετικών περιοδικών που απευθύνονταν μόνο σε γυναίκες, τριαντάρες, ελεύθερες και χειραφετημένες, ήταν η αμηχανία απέναντι στις προσβολές του κάθε χαζοδάνδη που έκρυβε την αξεσιά του με το περίβλημα της διανόησης και την ανδρική του ανεπάρκεια με ετοιμόρροπους σοβάδες ψευτοανωτερότητας, ήταν το ροζ δωμάτιο της παιδικής της ηλικίας. Πιθανώς να ήταν τα εκλαϊκευμένα και βολικά συμπεράσματα του ψυχαναλυτή της ή οι εύπεπτοι οδηγοί κατανόησης του Πλάτωνα, του Σπινόζα και του Νίτσε. Μα πάνω απ’ όλα ήταν μια χαλκομανία, ένα προσωπείο όπως εκείνο του κλόουν στα παιδικά πάρτι, ήταν ένα χαμόγελο που είχε μάθει ν’ αντιλαμβάνεται την ευτυχία ως υποχρέωση και όχι ως δικαίωμα.
«Γδύσου, Νίκολας» τον άκουσα να με προστάζει. Γύρισα και τον κοίταξα έκπληκτος.
«Γιατί;» κατάφερα μόνο να ψελλίσω.
Κατευθύνθηκε προς το μέρος της, σήκωσε τη φούστα της και κατέβασε άγαρμπα το βρακί της, ήταν ένα δαντελένιο μαύρο στρινγκ διακοσμημένο με στρασάκια, ακριβό μάλλον στην ποιότητα και φτηνό στην αισθητική. Τράβηξε με την ίδια αγαρμποσύνη τα πόδια της και τα άνοιξε διάπλατα μπροστά μου.
«Γι’ αυτό ακριβώς, Νίκλας» κοίταξε με νόημα το αιδοίο της χωρίς να γυρίσει προς το μέρος μου.
«Έχεις γαμήσει ποτέ ετοιμοθάνατη γυναίκα; Είναι το πιο υπέροχο πράγμα του κόσμου. Ο εγκέφαλος είναι κλινικά νεκρός και έτσι δεν μπορεί να αντιδράσει, όμως το “παπάκι” της είναι ακόμη ζωντανό και έτσι η αίσθησή του δεν έχει διαφορά».
Πρόσεξα τη σάρκινη σχισμή που συνέθεταν οι καφεκόκκινες μεμβράνες της και πιο πάνω το επιμελώς ξυρισμένο εφηβαίο της· η περιοχή μού θύμισε μεγεθυμένα απόκρυφα εμβρύου. Δεν ξέρω γιατί έφερα αυτό τον συνειρμό στον νου μου, ίσως για να αποβάλω από μέσα μου και την τελευταία υποψία σαρκικού ερεθισμού. Γύρισα και κοίταξα τον Μαρκ με αποστροφή, το βλέμμα μου του έλεγε ότι θα προτιμούσα να με σκοτώσει μαζί με τους υπόλοιπους παρά να με αναγκάσει να βιάσω αυτό το πτώμα. Δεν έδειξε να πτοείται, αντιθέτως τοποθέτησε το νυστέρι λίγα εκατοστά από τον λαιμό μου κοιτώντας με με το ίδιο παραινετικό ύφος. Σκέφτηκα ότι αν δεν έκανα έναν ελιγμό θα με σκότωνε ή θα με έβαζε να ικανοποιήσω το νοσηρό βίτσιο του.
«Νόμιζα ότι ήμαστε φίλοι» του είπα διατηρώντας τη φωνή μου ψύχραιμη και σταθερή.
«Ξέρεις, Νίκολας, στην αρχή και εγώ αυτό πίστευα. Αλλά πλέον δεν νομίζω ότι μπορείς να κάνεις φίλους. Είσαι πολύ ιδιαίτερος για να διασπάσεις το άτομό σου».
«Δεν καταλαβαίνω, τι εννοείς;»
Ακούμπησε απαλά τη λεπίδα του νυστεριού στον λαιμό μου προκαλώντας ένα στιγμιαίο τσίμπημα.
«Στην αρχή αυτής της νύχτας δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να σε σκοτώσω ή όχι. Είπα στον εαυτό μου ότι θα την αφήσω να προχωρήσει και θα αποφασίσω στην πορεία της. Όταν καθίσαμε εκεί που με πήγες κατάλαβα ότι δεν ανήκεις στον μέσο όρο, μπορεί να είσαι πιο κάτω ή πιο πάνω αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία· ο άνθρωπος που είναι ικανός για το χειρότερο είναι ικανός και για το καλύτερο. Νομίζεις αλήθεια ότι η πραγματική αξία της ανθρώπινης ζωής είναι αυτή που της προσδίδει ο δυτικός πολιτισμός; Όχι, Νίκλας, είμαστε ήδη πάρα πολλοί εδώ πάνω. Για ρίξε μια ματιά γύρω σου».

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

Γεωργία Μπεκριδάκη-Ρετάλια

Τσίτι ζωή
Όλο στενεύει στο πλύσιμο.
Κρατήστε τα ρετάλια
.
Ρετάλια
Όχι για διόρθωση.
Για κάτι
που δεν τελειώνει.
Ύφασμα
Αφήνουν στρίφωμα —
σαν να περισσεύει μέλλον.
Ό,τι αρχίζεις
το τελειώνεις μόνος.
Μάλλινα
Οι λεκέδες δεν φεύγουν.
Αλλάζουν χρώμα.
Ψάχνεις νήμα.
Σαν ραφή
που δεν κλείνει.  

Flesh-Κριτική

Οι πρώτες σελίδες από το “flesh” του Szalay σε πιάνουν από το λαιμό, ωστόσο η συνέχεια δεν είναι ανάλογη αφήνοντας τον αναγνώστη με την απορία που θέλει ακριβώς να το πάει για αρκετές σελίδες. Αν και στο τέλος η απάντηση ικανοποιεί η «κοιλιά» είναι εμφανής με αρκετά σημεία όπου οι ήρωες καταδύονται σε μια σχηματική συνθήκη που δείχνει να αποσκοπεί ξεκάθαρα στην «επιβεβλημένη» διαπλάτυνση του βιβλίου. Όλα αυτά ωστόσο δεν προοιωνίζονται στην, ούτως ειπείν, άκρως υποσχόμενη αρχή.
Ξεκινώντας από τη μετακομουνιστική Ουγγαρία, παρακολουθούμε την πρώτη εφηβική ερωτική απογοήτευση του ήρωα Istvan την οποία θα διαδεχτεί η βάρβαρη σεξουαλική αποπλάνηση του από μια γυναίκα στην ηλικία της μητέρας του, παρά την αρχική του απροθυμία- που αγγίζει τα όρια της αηδίας- όχι μόνο στο τέλος θα υποκύψει αλλά θα αναπτυχθεί μέσα του ένα πάθος αντιζηλίας που θα τον οδηγήσει στη δολοφονία του άντρα της.
Αναμορφωτήριο, στρατός, μετανάστευση στην Αγγλία και ένα γεγονός που θα αλλάξει τη ζωή του. Η διάσωση ενός αγνώστου που για να του ανταποδώσει την πράξη θα του βρει δουλειά ως σωματοφύλακα υψηλών προσωπικοτήτων μέχρι ένα πλούσιο ζευγάρι να τον πάρει στην αποκλειστική δούλεψη του. Ο δεσμός ωστόσο με την κατά πολύ νεότερη γυναίκα του μεγιστάνα, Helen, η πάντα καχύποπτη στάση του γιού τους και εν τέλει ο θάνατος του πρώτου θα βγάλει στην επιφάνεια τις υποδόριες συγκρούσεις.
Ο Istvan θα την παντρευτεί, θα κάνει παιδί μαζί της έχοντας πάντα απέναντι τον θετό του γιο Thomas ο οποίος ποτέ δεν θα τον αποδεχτεί ούτε θα του αφαιρέσει τη στάμπα του προικοθήρα που του έχει αποδώσει. Μέχρι την τελική «λύση»…
Αν και μπορεί να απογειώσει το βιβλίο ο Szalay έχει τις κακές, ανοικονόμητες και άτυχες στιγμές του, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ωστόσο πως στον τωρινό Μεσαίωνα που διάγουμε αυτές είναι απαραίτητες για την κατάκτηση του Booker και άλλων αντίστοιχων «βραβείων». Σε κάθε περίπτωση η ανάγνωση του συστήνεται στην αγγλόφωνη πάντα έκδοση για λόγους που έχουμε εξηγήσει σε προηγούμενες αναρτήσεις…

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Ντέμης Κωνσταντινίδης- 2 ποιήματα

Oι προτομές
Μιλώ στις προτομές του πάρκου.
Έχουν ξεχάσει τίτλους και ιδιότητες.
Τις βασανίζει η ακινησία.
Τις πληγώνει θανάσιμη ακαμψία.
Κι αυτά τ' αναθεματισμένα πτηνά
που δεν σέβονται τίποτα.
Κι αυτές οι χυμώδεις κοπέλες
που περνούν από μπροστά.
"Πήγαινέ μας μια βόλτα", με παρακαλούν.
"Μόνο ξεκόλλα μας από δω, στο Θεό που πιστεύεις!
Και να σε βρουν, άνθρωπε, χίλια καλά"
Αυτό προσπαθώ να εξηγήσω
τόση ώρα στον αστυφύλακα
που με συνέλαβε.
***
O πραματευτής
Τον πάγκο του δεν τον πλησίαζαν.
Αυτός εκεί, αράδιαζε κάθε πρωί
τη σκονισμένη πραμάτεια του:
Πουλούσε αναμνήσεις..
"Ποιος νοιάζεται" έλεγαν και ξανάλεγαν
"για ξένες αναμνήσεις!
Κι αυτός, ο χριστιανός.."
"Εδώ παλεύουμε να ξεφορτωθούμε
τις δικές μας".
"Άλλωστε, αυτές είναι πια
τόσο κιτρινισμένες και καχεκτικές.
Σχεδόν νεκρές.
Δεν έχουν
καμία πρακτική χρησιμότητα"

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

Να μην φαίνεται-Ιω (Μέρος 5ο)

12. Ακίνητο
Το παιδί στάθηκε στο δωµάτιο.
Δεν υπήρχε κάτι µπροστά του.
Ο χώρος ήταν ίδιος.
Όπως πριν.
Από µακριά ακούγονταν φωνές.
Δεν ξεχώριζαν λέξεις.
Μόνο ο ρυθµός.
Το παιδί δεν γύρισε.
Έµεινε εκεί.
Τα χέρια δίπλα στο σώµα.
Δεν άγγιζαν τίποτα.
Η ανάσα ήταν αργή.
Σχεδόν δεν φαινόταν.
Δεν µετακινήθηκε.
Περίµενε.
Δεν ήξερε τι.
Δεν χρειαζόταν να ξέρει.
Πέρασε χρόνος.
Ή όχι.
Δεν άλλαξε κάτι.
Κανείς δεν µπήκε.
Κανείς δεν το φώναξε.
Το παιδί κατέβασε λίγο το κεφάλι.
Κοίταξε το πάτωµα.
Μετά πάλι µπροστά.
Δεν έκανε βήµα.
Δεν δοκίµασε.
Έµεινε.
Σαν να µπορούσε να µείνει έτσι.
Όσο χρειάζεται.
Σαν να µην υπήρχε αλλού.
Μόνο αργότερα.
Όχι τώρα.
Το σώµα δεν βάραινε.
Δεν τραβούσε προς τα κάτω.
Έµεινε όρθιο.
Χωρίς ένταση.
Χωρίς κίνηση.
Σαν να είχε βρει τρόπο.
Να είναι εκεί.
Χωρίς να φαίνεται.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
13. Σκοτάδι
Το φως έσβησε.
Όχι απότοµα.
Λίγο-λίγο.
Οι σκιές µεγάλωσαν.
Έφτασαν πιο κοντά.
Το παιδί έµεινε στο κρεβάτι.
Δεν σηκώθηκε.
Δεν κάλεσε.
Έµεινε.
Το δωµάτιο άλλαξε.
Δεν φαινόταν.
Αλλά ήταν αλλιώς.
Οι τοίχοι δεν έδειχναν ίδιοι.
Το ταβάνι χάθηκε.
Το παιδί κοίταξε µπροστά.
Δεν έβλεπε καθαρά.
Δεν προσπάθησε.
Άφησε το βλέµµα.
Το σκοτάδι ήρθε πιο κοντά.
Κάλυψε τα αντικείµενα.
Τις γωνίες.
Τα χέρια.
Το σώµα.
Το παιδί δεν µετακινήθηκε.
Δεν αντιστάθηκε.
Η ανάσα ήταν ήσυχη.
Σταθερή.
Πέρασαν σκέψεις.
Δεν κράτησε καµία.
Δεν τις έσπρωξε.
Τις άφησε.
Δεν χρειαζόταν τώρα.
Όχι εδώ.
Έµεινε.
Χωρίς να φαίνεται.
Χωρίς να ακούγεται.
Χωρίς να ζητά.
Το σκοτάδι έµεινε µαζί του.
Σταθερό.
Δεν άλλαξε.
Δεν έφυγε.
Το παιδί έκλεισε τα µάτια.
Δεν υπήρχε διαφορά.
Έµεινε έτσι.
Χωρίς κίνηση.
Χωρίς βάρος.
Σαν να µπορούσε να µείνει.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
Όσο χρειάζεται.

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Να μη φαίνεται-Ιω (Μέρος 4ο)

10. Πάτωµα
Το φως έµπαινε από την κουρτίνα.
Όχι πολύ.
Μόνο όσο χρειαζόταν.
Η σκόνη φαινόταν µέσα του.
Αιωρούνταν αργά.
Το παιδί σήκωσε το χέρι.
Το πέρασε µέσα από το φως.
Τα σωµατίδια χάθηκαν.
Μετά ξαναφάνηκαν.
Το έκανε ξανά.
Χωρίς ήχο.
Λίγο πιο γρήγορα.
Μετά σταµάτησε.
Το πάτωµα ήταν κρύο.
Καφέ και κόκκινο.
Τα σχήµατα επαναλαµβάνονταν.
Το παιδί ήταν µισοξαπλωµένο.
Το µάγουλο ακουµπούσε στο πλακάκι.
Δεν µετακινήθηκε.
Έσυρε το δάχτυλο πάνω στις γραµµές.
Από τη µία άκρη στην άλλη.
Σταµάτησε.
Γύρισε.
Συνέχισε.
Τα σχήµατα ενώνονταν.
Δεν άφηναν κενό.
Το δάχτυλο τα ακολουθούσε.
Χωρίς να βγαίνει έξω.
Σιγοτραγουδούσε.
Χωρίς λόγια.
Ίσα που ακουγόταν.
Μετά λίγο πιο καθαρά.
Για λίγο.
Σταµάτησε.
Άκουσε.
Δεν ακούστηκε κάτι άλλο.
Το φως µετακινήθηκε λίγο.
Το χέρι έµεινε µέσα του.
Για µια στιγµή σήκωσε το κεφάλι.
Πού τελειώνει το δέρµα.
Πού αρχίζει το φως.
Έµεινε εκεί.
Ακίνητο.
Μετά χαλάρωσε λίγο τα δάχτυλα.
Για λίγο.
Σαν να δοκίµαζε.
Σαν να µπορούσε.
Μετά τα έκλεισε πάλι.
Έµεινε εκεί.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 
11. Νεροχύτης
Το ποτήρι ήταν γεµάτο.
Όχι µέχρι πάνω.
Λίγο πιο κάτω.
Το παιδί το κράτησε µε τα δύο χέρια.
Σφιχτά.
Όχι πολύ.
Ο νεροχύτης ήταν ψηλά.
Σηκώθηκε στις µύτες.
Τα δάχτυλα πάτησαν στο µάρµαρο.
Κρύο.
Όπως το πάτωµα.
Δεν γλίστρησαν.
Έµειναν εκεί.
Το ποτήρι ανέβηκε.
Αργά.
Το γάλα κινήθηκε µέσα.
Σταµάτησε.
Το παιδί περίµενε.
Δεν ανέπνευσε βαθιά.
Περίµενε να ηρεµήσει.
Το σήκωσε λίγο ακόµα.
Το χείλος του νεροχύτη φάνηκε.
Λευκό.
Κοντά.
Τα χέρια έτρεµαν.
Δεν τα κατέβασε.
Δεν τα χαλάρωσε.
Έφερε το ποτήρι µέσα.
Για µια στιγµή έµεινε στον αέρα.
Δεν ήξερε πού να το αφήσει.
Δεν µετακινήθηκε.
Μετά το κατέβασε.
Αργά.
Το γυαλί ακούµπησε στο µάρµαρο.
Ένας ήχος.
Μικρός. 
Το παιδί σταµάτησε.
Περίµενε.
Δεν ακολούθησε άλλος.
Δεν έσπασε.
Το κράτησε λίγο ακόµα.
Μετά άφησε τα χέρια.
Όχι απότοµα.
Αργά.
Έµεινε στις µύτες.
Δεν κατέβηκε αµέσως.
Κοίταξε το ποτήρι.
Ήταν όρθιο.
Το γάλα µέσα.
Δεν είχε χυθεί.
Κατέβηκε.
Αργά.
Τα πόδια στο πάτωµα.
Κρύο.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.