Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Να µην φαίνεται -Ιώ (Μέρος 1ο)

Πρόλογος
Υπάρχουν παιδιά που δεν ρωτούν.
Όχι γιατί δεν θέλουν.
Γιατί βλέπουν.
Οι ήχοι σταµατούν.
Οι κινήσεις αλλάζουν.
Τα βλέµµατα φεύγουν.
Μένουν.
Δεν µιλούν.
Μετρούν.
Την απόσταση.
Την ανάσα.
Τον χρόνο.
Μαθαίνουν πότε να µην κινούνται.
Πότε να µην ακούγονται.
Δεν είναι ήσυχα.
Είναι προσεκτικά.
Δεν είναι υπάκουα.
Είναι µόνα.
Δεν ανήκουν εκεί.
Το ξέρουν.
Δεν το λένε.
Κρατούν κάτι.
Όχι λέξη.
Όχι σκέψη.
Μια κατεύθυνση.
Όχι τώρα.
Μετά.
Μέχρι τότε, µένουν.
Χωρίς ήχο.
Χωρίς ίχνος.
Έτσι επιβιώνουν.
Έτσι ετοιµάζονται. 
1. Φεγγάρι
Το φεγγάρι ήταν εκεί.
Πάντα ήταν.
Ψηλά.
Δεν άλλαζε.
Ο δρόµος ήταν σχεδόν άδειος.
Φώτα περνούσαν.
Και έφευγαν.
Δεν σταµατούσαν.
Ακούστηκε ένας ήχος.
Μεταλλικός.
Κοφτός.
Μετά τίποτα.
Το παιδί πλησίασε.
Αργά.
Το σώµα ήταν στο δρόµο.
Ακίνητο.
Με έναν τρόπο που δεν ήταν σωστός.
Δεν κινήθηκε.
Δεν µίλησε.
Κοίταξε.
Οι σάρκες δεν αντιδρούσαν.
Δεν υπήρχε κίνηση.
Ο αέρας ήταν βαρύς.
Κάποιος είπε κάτι.
Δεν ακούστηκε καθαρά.
Μια λέξη.
Ίσως «τελείωσε».
Το παιδί δεν ρώτησε.
Δεν γύρισε.
Το φεγγάρι έµενε εκεί.
Ίδιο.
Σαν να µην είχε συµβεί τίποτα.
Σήκωσε το βλέµµα.
Το κράτησε εκεί.
Λίγο ακόµα.
Μετά το κατέβασε.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 
2. Φόρεµα
Το φόρεµα ήταν µπλε.
Το φορούσε µόνο σε συγκεκριµένες µέρες.
Ήταν καθαρό.
Έπρεπε να µείνει έτσι.
Το παιδί στεκόταν όρθιο.
Τα χέρια κοντά στο σώµα.
Δεν τα άπλωνε.
Δεν έτρεχε.
Δεν καθόταν κάτω.
Κοίταζε το ύφασµα.
Δεν το άγγιζε πολύ.
Μόνο µε τις άκρες των δαχτύλων.
Ελαφρά.
Σαν να µπορούσε να το λερώσει µόνο µε την αφή.
Από κάπου ακούστηκε φωνή.
Δεν ήταν δυνατή.
Αλλά ήταν αρκετή.
Το παιδί σταµάτησε.
Έµεινε ακίνητο.
Περίµενε.
Δεν ακολούθησε κάτι.
Κοίταξε κάτω.
Το φόρεµα ήταν ακόµα καθαρό.
Χωρίς σηµάδια.
Ίσιο.
Στη θέση του.
Δεν είχε αλλάξει.
Το παιδί δεν κινήθηκε.
Κράτησε τα χέρια κοντά.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
3. Διάδροµος
Ο διάδροµος ήταν σκοτεινός.
Όχι τελείως.
Λίγο φως ερχόταν από µέσα.
Η πόρτα ήταν µισάνοιχτη.
Το παιδί στάθηκε µπροστά της.
Δεν µπήκε.
Ακούστηκε ένας ήχος.
Χαµηλός.
Σταθερός.
Σαν κάτι που επιµένει.
Δεν κατάλαβε τι είναι.
Δεν ρώτησε.
Έµεινε εκεί.
Το χέρι του δίπλα στο σώµα.
Δεν άγγιξε την πόρτα.
Από µέσα πέρασε σκιά.
Και χάθηκε.
Ο ήχος συνέχισε.
Το παιδί έκανε ένα βήµα πίσω.
Το πάτωµα έτριξε.
Σταµάτησε.
Δεν κινήθηκε.
Ο ήχος σταµάτησε.
Για λίγο.
Ακούστηκε το όνοµά του.
Χαµηλά.
Αρκετά.
Το παιδί δεν απάντησε.
Γύρισε.
Περπάτησε πίσω.
Αργά.
Χωρίς ήχο.
Μπήκε στο δωµάτιό του.
Έκλεισε την πόρτα.
Όχι τελείως.
Άφησε ένα µικρό άνοιγµα.
Έµεινε εκεί.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό.
4. Μπάνιο
Το νερό ήταν ζεστό.
Στην αρχή.
Το παιδί είχε τα χέρια µέσα.
Τα δάχτυλα άνοιγαν.
Και έκλειναν.
Το νερό κινήθηκε.
Μετά ηρέµησε.
Έµεινε εκεί.
Δεν φώναξε.
Δεν απάντησε.
Από έξω ακούστηκε φωνή.
Δεν ξεχώρισε τις λέξεις.
Δεν προσπάθησε.
Έκλεισε τη βρύση.
Ο ήχος κατέβηκε µέσα στους σωλήνες.
Βαθύς.
Μακρύς.
Έσκυψε λίγο.
Άκουσε.
Δεν κατάλαβε.
Σηκώθηκε.
Τράβηξε την κουρτίνα.
Το πάτωµα ήταν βρεγµένο.
Σταγόνες.
Ακίνητες.
Έβαλε το πόδι του.
Γλίστρησε λίγο.
Σταµάτησε.
Κοίταξε κάτω.
Το φως τρεµόπαιξε.
Έκανε έναν µικρό ήχο.
Σταθεροποιήθηκε.
Ο καθρέφτης ήταν θαµπός.
Το παιδί πέρασε το χέρι.
Άφησε µια γραµµή.
Το πρόσωπο φάνηκε.
Μισό.
Το άλλο µισό έµεινε θολό.
Έσκυψε πιο κοντά.
Η ανάσα θάµπωσε ξανά το γυαλί.
Το πρόσωπο χάθηκε.
Και ξαναφάνηκε.
Δεν ήταν ίδιο.
Το παιδί έµεινε εκεί.
Δεν µίλησε.
Από έξω ακούστηκε ήχος.
Σαν κάτι που χτύπησε.
Σταµάτησε να αναπνέει.
Περίµενε.
Δεν µπήκε κανείς.
Το νερό έσταζε.
Ένα.
Δύο.
Δεν µέτρησε σωστά.
Σκούπισε το πρόσωπο.
Γρήγορα.
Άνοιξε την πόρτα λίγο.
Κοίταξε.
Δεν βγήκε.
Έκλεισε πάλι.
Έµεινε µέσα.
Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αυτό ήταν καλό. 
5. Τραπέζι
Το τραπέζι ήταν στρωµένο.
Πριν καθίσουν.
Πάντα.
Τα πιάτα στη θέση τους.
Τα ποτήρια ίσια.
Δεν ακουµπούσαν µεταξύ τους.
Το παιδί κάθισε.
Χωρίς να τραβήξει πολύ την καρέκλα.
Ο ήχος θα ακουγόταν.
Δεν τον έκανε.
Τα χέρια στο τραπέζι.
Όχι πολύ µπροστά.
Όχι πολύ πίσω.
Έµειναν εκεί.
Το φαγητό άχνίζε.
Δεν έσκυψε.
Περίµενε.
Κάποιος µίλησε.
Μετά άλλος.
Οι φωνές µπλέχτηκαν.
Δεν σταµάτησαν.
Το παιδί δεν κοίταξε.
Κοίταξε το πιάτο.
Πήρε το πιρούνι.
Αργά.
Το σήκωσε.
Το κράτησε στον αέρα.
Περίµενε.
Καµία λέξη δεν ήταν καθαρή.
Μόνο ο τόνος.
Απότοµος.
Κοφτός.
Έβαλε λίγο φαγητό στο στόµα.
Μάσησε.
Κατάπιε.
Κατάπιε πριν είναι έτοιµο.
Χωρίς ήχο.
Δεν ήπιε νερό.
Δεν σήκωσε το ποτήρι.
Ένα χέρι χτύπησε το τραπέζι.
Όχι δυνατά.
Αλλά αρκετά.
Το ποτήρι δίπλα µετακινήθηκε.
Έκανε έναν µικρό ήχο.
Το παιδί σταµάτησε.
Δεν κουνήθηκε.
Οι φωνές συνέχισαν.
Σαν να µην είχε γίνει τίποτα.
Το παιδί κοίταξε το τραπεζοµάντηλο.
Έναν µικρό λεκέ.
Τον ακολούθησε µε το βλέµµα.
Δεν σήκωσε το κεφάλι.
Έφαγε άλλη µια µπουκιά.
Μετά άλλη µία.
Ίδιες κινήσεις.
Ίδιος ρυθµός.
Το πιάτο άδειασε.
Σταµάτησε.
Περίµενε.
Κανείς δεν το κοίταξε.
Σηκώθηκε.
Αργά.
Η καρέκλα δεν ακούστηκε.
Αυτό ήταν καλό.
Πήγε στον νεροχύτη.
Τα χέρια έτρεµαν.
Δεν τα κατέβασε.
Έπρεπε.
Το ποτήρι ακούµπησε στο µάρµαρο.
Ένας ήχος.
Μικρός.
Πέρασε.
Το νερό έσταζε.
Ένα.
Δύο.
Δεν µέτρησε σωστά.
Δεν γύρισε πίσω.
Αυτό ήταν καλό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου