Πέμπτη 28 Απριλίου 2022
Γιώργος Νεκτάριος Παναγιωτίδης- Το κρυπτοκείμενο της εξαφάνισης του Ν.Σωτηρόπουλου (Κριτική)
Στο μυθιστόρημα του «Το κρυπτοκείμενο της εξαφάνισης του Ν.Σωτηρόπουλου» ο λογιότατος συγγραφέας Γιώργος Νεκτάριος Παναγιωτίδης καταπιάνεται με ένα πολυφορεμένο όσο και καταταλαιπωρημένο είδος λογοτεχνίας στην Ελλάδα, αυτό της αστυνομικής λογοτεχνίας. Διαθέτει ωστόσο ισχυρά εφόδια για να μας δώσει μια καλή δουλειά όπως- ως πληροφορικάριος- τη γνώση των αλγορίθμων αλλά και ως φιλαλήθης τη βαθιά μελέτη της νέας ελληνικής γραμματείας. Κοντολογίς δεν αποτελεί ένα ακόμα προβεβλημένο παρατράγουδο που ξυπνάει μια μέρα και λέει «θα γράψω ένα αστυνομικό». Να τονίσουμε εδώ πως το συγκεκριμένο είδος είναι ιδιαίτερα απαιτητικό και πως στο εξωτερικό τα καλύτερα αστυνομικά έχουν γραφτεί από υψηλόβαθμους…αστυνομικούς. Πάμε τώρα παρακάτω…
Μετά την εξαφάνιση του δασολόγου φίλου της Ν.Σωτηρόπουλου η Αθανασία δέχεται μια σειρά γραπτών γρίφων από έναν άγνωστο που ισχυρίζεται πως είναι μαζί του καθώς και κρυπτογραφημένα μηνύματα. Στην προσπάθεια της να φτάσει στα ίχνη του επιστρατεύει τον ιδιωτικό ερευνητή θείο της, έναν αστυνομικό που εθελούσια καταπιάνεται με την υπόθεση καθώς και τον κύκλο των φίλων της. Καθώς η πλοκή ανοίγεται ο συγγραφέας κάνει μια αναδρομή στη νέα Ελληνική λογοτεχνία τόσο μέσα από τα χωρία των κειμένων του άγνωστου αποστολέα όσο και από αποφθέγματα που παραθέτονται στην αρχή κάθε κεφαλαίου. Κάλβος, Σεφέρης, Στεργιόπουλος «παρελαύνουν» μαζί με τους ήρωες φανερώνοντας τη σφαιρική γνώση του συγγραφέα καθώς σταδιακά τα κομμάτια του παζλ ενώνονται.
Ο Παναγιωτίδης αποτελεί έναν sui generis συγγραφέα που μπορεί να χειριστεί επιδέξια τη γλώσσα όσο και τις δραματουργικές ανάγκες ενός μυθιστορήματος. Η «διάλεκτος» του φανερώνει δεινό λεξιθήρα που άλλοτε μεγαλουργεί στον καμβά και άλλοτε- ατυχώς- φρενάρει τη ροή με ιδιώματα που «κλοτσάνε» (ωστόσο ο τολμών νικά ακόμα και αν χρειαστεί να επωμιστεί το κόστος της μη αποστειρωμένης γραφής). Το σίγουρο είναι πως «Το κρυπτοκείμενο της εξαφάνισης του Ν.Σωτηρόπουλου» δεν αποτελεί ένα ακόμα «τούβλο» του σορού αλλά μια σημαντική προσθήκη στην ελληνική βιβλιογραφία που αξίζει την προσοχή μας…
Δευτέρα 25 Απριλίου 2022
Η Γιατρομανωλάκαινα, το pink washing και το μεγάλο φαγοπότι…
Ένα από το πολλά ευτράπελα που γέννησε η κρίση ήταν και η γέννηση του Ποταμιού, ενός ουσιαστικά μιντιακού μορφώματος που η προδιαγεγραμμένη διάλυση του ξέβρασε διάφορα σκουπίδια στις όχθες της πολιτικής ζωής. Ένα από αυτά ήταν και η γραφική φιγούρα του Νικόλα Γιατρομανωλάκη (ακα Γιατρομανωλάκαινα) που τοποθετήθηκε υφυπουργός στο ΥΠΠΟ. Ας ξεκαθαρίσουμε εδώ, για τους διάφορους γραφικούς, πως ο όρος Γιατρομανωλάκαινα δεν αποτελεί ομοφοβική αναφορά, αντιθέτως υπογραμμίζει την επιδίωξη του συγκεκριμένου ανθρώπου να αναλάβει υπουργικό θώκο χρησιμοποιώντας ως μέσο τον σεξουαλικό προσανατολισμό του (πρακτική που στο χωριό μου έχει μείνει γνωστή και ως pink washing).
Από την αρχή άλλωστε της θητείας του η Γιατρωμανωλάκαινα έδωσε τα διαπιστευτήρια της για το τι κρατικοδίαιτος κοπρίτης ήταν. Μοιράζοντας επιδοτήσεις σε φορείς φαντάσματα, κολαούζους και οσφυοκάμπτες τις οποίες αποκαλύψαμε στο πρώτο μας editorial σχετικά με το μεγάλο φαγοπότι. Στον δεύτερο κύκλο επιδοτήσεων (ο οποίος υπήρξε και ο πιο σκανδαλώδης) αποκαλύψαμε και την επιτροπή γνωμοδοτήσεων, ήταν τότε που λάβαμε διάφορα mails από ανθρώπους του χώρου για το μηδαμινό λογοτεχνικό έργο της συγκεκριμένης επιτροπής αλλά και την κάκιστη φήμη των μελών της στο χώρο του βιβλίου. Με άλλα λόγια η Γιατρομανωλάκαινα τοποθέτησε κηφήνες περιωπής του κύκλου του προκειμένου να διασπαθίσουν δημόσιο χρήμα (δεν το λες και άσχημα)…
Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση του Αλέξανδρου Μασσαβέτα (ένθετη φώτο), γόνου ξενοδοχειακής οικογένειας που το μοναδικό «λογοτεχνικό» έργο του ήταν κάτι ταξιδιωτικά ημερολόγια (!) για την Κωνσταντινούπολη όπως μας πληροφόρησε αναγνώστης που θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του. Ακόμα χειρότερη η περίπτωση του Νικόλα Μαθιουδάκη ο οποίος είχε κατακριθεί από την ακαδημαϊκή κοινότητα για την προχειρότητα του ως επιστημονικός συνεργάτης των εκδόσεων Καζαντζάκης (Θα τρίζουν τα κόκκαλα του συγχωρεμένου). Όπως λοιπόν αντιλαμβάνεστε η στελέχωση από παρατρεχάμενους αποτέλεσε βασικό μέλημα του λαδώματος των γραναζιών ενός υπουργείου που με τη Μενδώνη στο τιμόνι έχει πλέον καταντήσει καφενειακό ανέκδοτο.
Η πιο σουρεάλ στιγμή ωστόσο που μας έχει χαρίσει η θητεία του συγκεκριμένου κοπρίτη υπήρξε η επίθεση εναντίον του από τον σεσημασμένο ρουφιάνο της «Κ» Τάκη Θεοδωρόπουλο χρησιμοποιώντας ως πολιορκητικό κριό τη «Θρακά» (αναπαράγοντας ένα άκρως εμπαθές, ψευδές και δυσφημιστικό κείμενο για το συγκεκριμένο λογοτεχνικό περιοδικό). Ανοίγοντας έναν εμφύλιο τόσο στους κόλπους της εφημερίδας όσο και της παρενδυτικής δεξιάς. Οι σκοπιμότητες του συγκεκριμένου ρουφιάνου υπήρξαν διφορούμενες εικάζουμε ωστόσο πως μάλλον αφορούν τον αποκλεισμό των «κολλητών» του από το μπολ με το μέλι, είναι γνωστό άλλωστε πως άμα δεν ρίξεις σε δεξιό κάνα ξεροκόκαλο να φάει αποδεικνύεται βασιλικότερος του βασιλέως. Όπως και να χει η θητεία της Γιατρομανωλάκαινας- πλαισιωμένη από τη Λίνα Μενδώνη- έχει ακόμα πολλά ευτράπελα να μας χαρίσει, προσωπικά θα εξακολουθήσουμε να την παρακολουθούμε με αμείωτο ενδιαφέρον…
Σάββατο 23 Απριλίου 2022
Μια γενιά ολόκληρη λογοτεχνών θα χαθεί εξαιτίας ανίδεων και ηλίθιων εκδοτών…
Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, ο Καβάφης έγραφε ποιήματα και τα μοίραζε δεξιά και αριστερά αρνούμενος να καταδεχτεί το τότε σηπτικό σύστημα, ο εκδότης του Νίτσε του έλεγε "άντε παράτα με και συ και ο Ζαρατούστρα σου", ακόμη και ο συγχωρεμένος ο Χριστιανόπουλος καυτηρίασε το σύστημα της εποχής του στην ιδρυτική διακήρυξη της «Διαγώνιου» (κεντρική φώτο). Γενικώς οι εκδότες πάντα βρίσκονταν όχι ένα βήμα πίσω αλλά έτη φωτός υπολειπόμενοι. Και αν η ιστορία πάντα τους ξεφτίλιζε και οι αγαπημένοι τους αυλικοί ξερνιόνταν από τη λήθη της ιστορίας μυαλό ποτέ δεν έβαλαν.
Καμιά άλλη συγκυρία ωστόσο δεν μπορεί να φτάσει τα σημερινά εγχώρια χάλια. Μας λυπεί αφάνταστα όταν βλέπουμε τόσο αξιόλογες δουλειές να φτάνουν στο περιοδικό μας έχοντας αγνοηθεί από τους κατά συνθήκη φωστήρες τη στιγμή που τα παρατράγουδα είτε μέσω «χαλασμένου μαρουλιού» είτε των γνωστών αλλαξοκωλιών προβάλλονται και βρίσκουν θέση όχι μόνο στα παραμάγαζα τους αλλά κυρίως στις αργυρώνητες στήλες επιφυλλίδων και τις ντάνες.
Το στοιχειώδες αισθητήριο που κάποτε είχαν οι παλιοί, με όλα τα κουσούρια τους, έχει αντικατασταθεί από μια κοντόφθαλμη πρακτική κέρδους αλλά κυρίως την παροιμιώδη ασχετοσύνη που πριμοδοτούν οι δημόσιοι υπάλληλοι με τους οποίους έχουν στελεχώσει τα παραμάγαζα τους σε ρόλο κριτών και αξιολογητών.
Δεν θα αναφέρουμε ονόματα καθώς το έχουμε κάνει πλειστάκις και τους έχουμε «γλεντήσει» αναλόγως. Θα κρούσουμε όμως τον κώδωνα του κινδύνου καθώς μια γενιά αξιολογότατων λογοτεχνών θα χαθεί εξαιτίας της ηλιθιότητας τους και της κακογουστιάς τους. Και φυσικά αυτή η προειδοποίηση δεν αφορά μια Πολιτεία που το μόνο που ξέρει είναι να αποθεώνει Οξφορδιανά ξυλάγγουρα χαλαρώνοντας με Βέρτη στα μπουζούκια ενόσω σκορπά δημόσιο χρήμα σε πολυδιαφημισμένα project διαπλεκόμενων ιδρυμάτων, αφορά όμως όλους εκείνους που διαβλέποντας την πολιτισμική Χιροσίμα οφείλουν να συστρατευτούν και να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Πέμπτη 21 Απριλίου 2022
Ούρσουλα Φασκέλου*- Ο αγκών μου
Το πρωί που ξύπνησα η γάτα μου είχε κάνει τσισάκια, είδα το ζεστό κατουράκι να ρέει στις εγκοπές των πλακακιών. Ένιωσα μια ρίγη ανεξήγητη που την ίδια μέρα εξομολογήθηκα στην ψυχοθεραπεύτρια μου. Εκείνη μου είπε να βρω μια κακή λέξη.
Το ίδιο βράδυ δεν κοιμήθηκα, στριφογύριζα στα μοσχομυριστά σεντόνια μου ψάχνοντας μια κακή λέξη. Την επόμενη μέρα ξύπνησα σχεδόν θριαμβεύτρια, πήρα την ψυχοθεραπεύτρια και ανέκραξα: Λωποδύτης!
«Μα αυτή δεν είναι κακή λέξη»
Με γείωσε, πάντα το κάνει…
«Μμμ, μήπως τρωγλοδύτης;»
«Όχι, Ουρσουλάκι, προσπάθησε και άλλο»
Πήρα το Δεσποινάκι και τα βάλαμε κάτω μαζί, την αγαπώ την Δέσποινα όσο τα κόκκινα μπαλόνια και τις παπαρούνες στους αγρούς.
Εκείνη μου πρότεινε κάτι πιο ποιητικό, ας πούμε Γελαδάρης…
Φοβήθηκα όμως την αντίδραση της ψυχοθεραπεύτριας μου και δεν αποτόλμησα. Κάθισα μόνο το ίδιο βράδυ να κοιτάω τα αστέρια, το σύμπαν και την αστρική σκόνη. Σε αυτή τη μάχη που πρέπει να δώσω είμαι μόνο εγώ, τα πράσινα νυχάκια μου και ο αγκών μου.
«Κάτσε κάτω μωρή μπαλότσα!»
Άκουσα τον γείτονα μου από απέναντι να μαλώνει τη γυναίκα του. Και τότε μου ήρθε, σαν θεία επιφοίτηση ή έμμηνος ρύση.
«Κάτσε κάτω μωρή μπαλότσα»
«Μπράβο Ουρσουλίνι»
Με επιβράβευσε η ψυχοθεραπεύτρια.
«Θα μείνει μεταξύ μας έτσι»
«Μα βέβαια, υπάρχει και το ιατρικό απόρρητο»
Με καθησύχασε. Το ίδιο βράδυ κοιμήθηκα σαν σπουργιτάκι, και το επόμενο πρωί τα πλακάκια ήταν στεγνά… *Η Ούρσουλα Φασκέλου είναι κάτοχος κρατικού βραβείου
Δευτέρα 18 Απριλίου 2022
Κυριάκος Κοτσίνης- "Περισσότερο χρόνο" (Κριτική)
Η εξαιρετική νουβέλα του Κυριάκου Κοτσίνη με τον λιτό τίτλο «Περισσότερο χρόνο», είναι ένα βιβλίο που «προδίδει» εξ αρχής τις Προυστικές αναφορές και διαθέσεις του συγγραφέα οι οποίες ξεδιπλώνονται με σχολαστικότητα χωρίς να απογοητεύσουν ούτε σε μια παράγραφο τον αναγνώστη. Υπάρχουν πολλά αξιομνημόνευτα στοιχεία στη γραφή του Κοτσίνη, ίσως ωστόσο το πιο ισχυρό είναι πως καμιά λέξη δεν μένει αδέσποτη, όλες προσεκτικά τοποθετημένες στον χειροποίητα (και όχι βιομηχανικά) κεντημένο καμβά χαρίζουν μια αφήγηση μεστή και ρέουσα…
Ο ήρωας του ο Κ. (πάντα αναφερόμενος με το αρχικό του) αποτελεί τον αρχέτυπο καταδικασμένο να παλεύει μετά τον πρώτο θάνατο του (δηλαδή τη γέννηση) με τις συμβάσεις, τις ματαιώσεις και την κενοδοξία της κοινωνίας άνθρωπο προσπαθώντας μέσα από μια απέλπιδα και πάντα ημιτελή προσπάθεια αποκωδικοποίησης και αποδελτίωσης της να δώσει ένα νόημα στη δική του ζωή.
Ανήμπορος να το καταφέρει, στα πενήντα τρία του πια οχυρώνεται στη μοναξιά, τη νωχέλεια και έναν μισανθρωπισμό που πηγάζει όχι από αυτά που είναι ικανοί να κάνουν οι άνθρωποι αλλά από αυτά που επιλέγουν να κάνουν. Έτσι η τριτοπρόσωπη αφήγηση της ζωής του μπορεί να συμπτυχθεί και σε μια Τζοϋσιανη καθημερινότητα όπου οι συναντήσεις σε όλη τη διάρκεια του βίου του που τον σημάδεψαν είναι και οι πιο παρωδικές. Όπως για παράδειγμα εκείνη στο μεταλλικό παγκάκι του αεροδρομίου με έναν τυχοδιώκτη τουρίστα, αυτή στην άκρη της μπάρας με έναν ερωτικά απογοητευμένο νεαρό η ο παθιασμένος (αλλά και απελπισμένος) έρωτας με μια συνάδελφο του που μόλις την έχει παρατήσει ο άντρας της και που την επόμενη μέρα θα ζητήσει παραίτηση χωρίς να την ξαναδεί.
«Ο Κ. ήταν ένας ασήμαντος άνευ σημασίας κομπάρσος. Δεν υπήρξε ποτέ ήρωας, ένας μοιραίος τραγικός που αψηφά τους κανόνες και προκαλεί ρήγματα στο ηθικό οικοδόμημα της ματαιοδοξίας…» σημειώνει ο συγγραφέας για τον ήρωα του και αυτή ακριβώς η υπαρξιακή ακτινογραφία συνοδεύει χωρίς λογοτεχνικές υπερβολές τον αγώνα του σε μια μάχη που όλοι λίγο ή πολύ μπορούμε να ταυτιστούμε αναγνωρίζοντας ματαιώσεις, ήττες, διαψεύσεις, συμβιβασμούς αλλά και τη δύναμη- επιθυμία μας να μείνουμε όρθιοι σε ένα διαρκώς ρευστό και εύθραυστο στερέωμα.
Εν κατακλείδι πρόκειται για μια νουβέλα που οπωσδήποτε χαλάει τη μανέστρα του εκδοτικού κατεστημένου αλλά και τις γνωστές μεθόδους «εκμάθησης» του αναγνωστικού κοινού από έναν ελπιδοφόρο συγγραφέα που έχει ακόμα πολλά να δώσει.
Τετάρτη 13 Απριλίου 2022
Ροές (Του Γιάννη Τρανίδη)
δρόμοι που κυλούν
και χάνονται
και η ζωή
το όχημα
και το καύσιμο
μνήμες καλά κρυμμένες
σχεδόν αόρατες
ανεπηρέαστες (οι περισσότερες)
με γυμνό μάτι
γυαλιά μυωπικά
της ψυχής έργο.
δρόμοι που κυλούν
σαν τις σκάλες
εμπορικού κέντρου
όχημα και καύσιμο και πνοή
την ώρα που δεκάδες
ψυχές καθημερινά
τις ποδοπατούν
οικογένειες χαρούμενες
με ανυποψίαστα παιδιά
φορτωμένες σακούλες στιγμές
όνειρα
φιλοδοξίες
θραύουν κι εξατμίζονται
και γίνονται γιορτές
Χριστούγεννα
επέτειοι
διαζύγια
μάταιες επανεκκινήσεις
κύκλος καλά αποστειρωμένος
με δεμένα μάτια
βουλωμένο στόμα.
μοναδικό τους κάλυπτρο
κάποιο είδος καμουφλάζ
της ασχήμιας που αφήνει η κενότητα
μάσκες FFP2/KN95
σε πανδαισία χρωμάτων
μεγεθών
διαλέγεις και παίρνεις.
δρόμοι που εξακολουθούν να κυλούν
τρέχουν και στάζουν
ιδρώτα
σε κορμιά επηρμένα
δάκρυα ψιχάλες
ευκαιρίες χαμένες
και σε ελεύθερη πτώση.
ίσα που αγγίζουν και
χάνονται
σε δεξαμενές
μοιάζουν
σα ροές μεταναστών
και
απομένουν τα καύσιμα
για να συνεχίσουν οι δρόμοι
οι σκάλες
οι οικογένειες
οι σακούλες
και τα κορμιά
να κυλούν
εξακολουθώντας να κολυμπούν
σε φιλοδοξίες
τόσο κοινότοπες
ξεπερασμένες
σπαταλημένες.
συνεχίζουμε…
Δευτέρα 11 Απριλίου 2022
Ο Μάρκος Σεφερλής, ο Μάκης Τσίσας και το μαύρο μας το χάλι...
Την ιστορία μου την έχει διηγηθεί γνωστός ηθοποιός που ήταν συμφοιτητής του Σεφερλή στη δραμάτική σχολή. "Όταν καθόμασταν σε καμιά ταβέρνα και ο Μάρκος έκανε άστεία πέφταμε στο πάτωμα και πιάναμε την κοιλιά μας από τα γέλια". Προφανώς και ο Σεφερλής υπήρξε ένας ταλαντούχος και χαρισματικός κωμικός, αν επέλεξε να χαραμίσει το ταλέντο του στη σάχλα είναι μια άλλη ιστορία που θα αναπτύξουμε αργότερα Παρ'όλα αυτά η επιτυχία που σημειώνει το τελευταίο διάστημα μας έβαλε στον πειρασμό για παραλληλισμούς με το θλιβερό τοπίο της λογοτεχνίας και τον τρόπο που- εν αντιθέσει με την τηλεόραση και το star system- προσπαθεί επί ματαίω να κατασκευάσει και να προωθήσει "συγγραφείς". Ο Μάκης Τσίτας (ή Τσίσας κατά πολλούς) αποτελεί ίσως το πιο τρανό παράδειγμα. Ο Τσίσας δεν υπήρξε ποτέ ταλαντούχος, ωστόσο η προϋπηρεσία του και το δημοσιοϋπαλληλίκι στο χώρο του βιβλίου τον βοήθησε όχι μόνο να εκδόσει μια λογοτεχνική πίπα αλλά και να σπρωχτεί αναλόγως φτάνοντας μέχρι την "κατάκτηση" του ανυπόλυπτου βραβείου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που στην εκπομπή του Χοντρού, της Αρώνη και της Μπήλιος το παρουσιάσαν εκ παραδρομής ως Νόμπελ (!) (Για να καταλάβετε πόσο σάλιο και πουστριλίκι πέφτει όταν πιάνεις τις κατάλληλες άκρες...). Φυσικά παρά το σπρώξιμο τον Τσίσα εξακολουθεί να μην τον ξέρει ούτε η μάνα του και παρά τις αγιογραφίες, τις λευκάνσεις πρωκτού από τον κάθε Δημουλά, την κάθε Μανδηλαρά και όλο το σκυλολόι και τους πυχαίους τίτλους για "Μυθιστόρημα της δεκαετίας" είναι ζήτημα αν θα τον θυμάται κανείς σε δέκα χρόνιαΓια να επανέλθουμε στο παράδειγμα του Σεφερλή το βασικό πρόβλημα της εκδοτικής μούργας είναι πως δεν έχει ακόμα καταλάβει πως η επιτυχία έρχεται πάντα από κάτω προς τα πάνω, ο Σεφερλής εν αντιθέσει με τον Τσίσα επιβλήθηκε μόνος του, ο Σεφερλής εν αντιθέσει με τον Τσίσα δεν υπήρξε ρουφιάνος, ο Σεφερλής εν αντιθέσει με τον Τσίσα έπιασε το σφυγμό της προσφοράς και της ζήτησης. Θα πει κανείς πρέπει η λογοτεχνία να ακολουθήσει το επίπεδο του Σεφερλή, σαφώς και όχι αν και το κάνει με κάτι Ξενάκηδες και δεν συμμαζεύεται. Ωστόσο η ποιοτική λογοτεχνία έχει στο παρελθόν αποδείξει πως μπορεί να επιβάλεται και από κάτω προς τα πάνω με πολύ μεγαλύτερη επιτυχία (Πιο πρόσφατο το παράδειγμα του Παπαμάρκου). Βέβαια όταν έχεις ανίδεους αξιολογητές όπως ο Θανασάκης ο Μήνας του Κέδρου πως να μυρίσεις την επιτυχία, αλλά αυτό είναι θέμα της εκδοτικής μούργας που φαίνεται πως όσο γράφονται τούτες εδώ οι γραμμές κοιμάται τον ύπνο του δικαίου...
Παρασκευή 8 Απριλίου 2022
Αίμα στην άσφαλτο (Του Αχιλλέα Σωτηρέλλου)
Αίμα...Πότε αλήθεια ξεκίνησαν όλα; Μήπως εκείνο το μεσημέρι στην κατασκήνωση που άνοιξε η μύτη μου απ' τον καύσωνα και έσταξε στο μαξιλάρι; Ή λίγα χρόνια αργότερα στην κάμαρη της εστίας της όταν το είδα βγαίνοντας από μέσα της να νοτίζει τα σεντόνια; Ίσως πάλι στο πρώτο κόντρα ξύρισμα, να πέφτει στο νεροχύτη σαν φθινοπωρινή ψιχάλα."Τι στοιχεία έχουμε;""Η σήμανση περισυνέλλεξε δύο κάλυκες των εννέα χιλιοστών, πυροβολήθηκε από κοντινή απόσταση με ευθεία και σταθερή βολή. Ξεκαθάρισμα λογαριασμών""Εθνικότητα;""Κούρδος""Καλώς, μόλις ολοκληρώσετε την αυτοψία επικοινωνήστε με το συνεργείο του δήμου για καθαριστεί το σημείο και να παραδοθεί πάλι στην κυκλοφορία"Αιμα. Όπως και να το δεις δεν έχει διαβατήριο. Αλλά τρέχει από παντού το άτιμο...
Παρασκευή 1 Απριλίου 2022
Γιατί οι εκδοτικοί δεν αγαπάνε το βιβλίο;
Πρόσφατα έπεσα σε ανάρτηση διαδικτυακού φίλου, όπου καυτηρίαζε με screenshot μεταφραστή ο οποίος είχε αποδώσει τη λέξη Caucasian ως «Ο άνθρωπος από τον Καύκασο», επρόκειτο για μαργαριτάρι μεγατόνων που δεν το κάνει ούτε απόφοιτος της τρίτης γυμνασίου καθώς είναι τοις πάσι γνωστό πως πρόκειται για φυλετικό προσδιορισμό που αναφέρεται σε λευκούς.
Ο εκδοτικός οίκος δεν ήταν κάποιος μικρός αλλά το ελεεινό παραμάγαζο της «Διόπτρας». Η ερώτηση του πως με τόσα λεφτά δεν μπορούν να προσλάβουν έναν επαγγελματία μεταφραστή δεν έχει νόημα καθότι η απάντηση είναι απλή: Δεν αγαπούν το βιβλίο.
Και φυσικά δεν είναι οι μόνοι, χαρχάλες μεταφραστές και επιμελητές απασχολούνται σε αντίστοιχους εκδοτικούς οίκους εις βάρος του φουκαρά αναγνώστη που προσπαθεί μόνος του να βγάλει άκρη κάθε φορά που διαβάζει ένα ξένο σύγγραμμα βγάζοντας τα μάτια του. Ποιος άλλωστε θα ξεχάσει τη Βασούλα του «Μεταιχμίου» που μετέφραζε το ρεβόλβερ ως «γκάνι» λες και βρισκόταν στο προαύλιο της ΑΣΟΕΕ πίνοντας μπάφους;
Προφανώς αν η μεταφρασμένη λογοτεχνία βρίσκεται σε αυτό το επίπεδο δεν θέλουμε να μιλάμε για τη Ελληνική, κι αν κανένας επιμελητής δεν μπορεί να διορθώσει το χάλι των Ελλήνων «συγγραφίτσων» που προωθούν τα γνωστά εκδοτικά κωλοχανεία φανταστείτε το αποτέλεσμα όταν την κατ’ ευφημισμό επιμέλεια αναλαμβάνουν εξίσου ή ίσως και περισσότερο ανίδεοι δημόσιοι υπάλληλοι…
Θα πει κάποιος βέβαια πως για τα μεγαλύτερα, σαλονάτα, «στράκια» υπάρχει το ξέπλυμα των «κρατικών βραβείων» ή ο κάθε κοπρίτης αργυρώνητος «αγιογράφος» όμως αυτό δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Η υποβάθμιση της λογοτεχνίας- Ελληνικής και κυρίως ξένης- αγγίζει πλέον τα όρια του ποινικού αδικήματος…
Σάββατο 26 Μαρτίου 2022
Το διπολικό βυζί Δημουλίδου-Δημουλά (Νόπη Φουντουκίδου)
Αυτόνομοι, Αυτόμονοι κι Αυτόμολοι
ποιητές...
ας ξεθάψουμε από συρτάρια
χυλόπιτες, κενά, αδιέξοδα,
χάρτινες ρινικές αλλεργίες,
μπούκλες, πολυσύλλαβες λέξεις,
αγαμία, βαθιά πολύ βαθιά νοήματα και ιλαρά,
η μαμά μου δεν μ αγαπάει και ο μπαμπάς μου δεν μ' αγόρασε ποδήλατο,
βροχή, αστραπόβροντα, ηλίαση,
θάλασσα, πολύ θάλασσα ακόμη περισσότερη θάλασσα
και λίγο κρασί λίγο θάλασσα και τ' αγόρι μου ου ου ου
επανάσταση, ναρκισσισμούς και καριοφίλια,
ματαιώσεις, φόβους και διάρροιες,
αγάπες με σπέρμα , αγάπες χωρίς σπέρμα
λογοκλοπές επιτυχείς και θλιβερές, εμμηνοπαυσιακές διακοπές
,αυθεντίες, ζόμπι έννοιες και πρόωρη τριχόπτωση, Βιάγκρα, κυτταρίτιδα και μπουκ-ιν στην αθανασία, στενά παπούτσια κλάψα, ναφθαλίνη κι αυτισμούς, μυξούλες, καφέδες χωρίς καϊμάκι, αλκοολισμούς αιμορροΐδες, κρυφούς έρωτες και σπανακόπιτες ποδολαγνίες, γαστροοισοφαγικές παλινδρομήσεις και μελισσούλες καράβια που φύγαν , καράβια που πάτε;; αυνανισμούς με θείες ξαδέρφες ξαδέρφους αίματα, ρολόγια, σκύλους κι απορρίμματα μπήχτες , μύστες, και τελωνειακούς, νεράιδες, χρυσόψαρα , κολπίτιδες, ρακένδυτους, παρένδυτους και κεφτεδάκια Παρίσια, ποδάγρα , καπρίτσια ροζ άχλες, βρεγμένα χώματα κι αρχαίο κάλος, φεμινισμούς, κουηρισμούς και νάιλον κάλτσες κι ας ταΐσουμε τα πεινασμένα πνεύματα που δεν θα ξεράσουνε ποτέ το γάλα που βύζαξαν από το διπολικό βυζί Δημουλίδου - Δημουλά. Δεν θα χορτάσουνε ποτέ. Πάντα πεινασμένοι και κενοί.
Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022
Η νέα ελληνική εμμηνοπαυσιακή λογοτεχνία
Ας ξεκινήσουμε με μια υπόθεση εργασίας. Θα (κατα)δέχονταν ποτέ η Πολυδούρη ή η Γώγου να κάνουν τις πανηγυρτζούδες για λογαριασμό των εκδοτικών παραμάγαζων ή των κάθε λογής παρατρεχάμενων; Προφανώς και όχι. Τα ελεύθερα πνεύματα δεν μπαίνουν σε κανένα καλούπι, δεν φωτογραφίζονται σε ηδυπαθείς πόζες με γυαλιά πιγκουλίνι ούτε αυτογελοιοποιούνται σε πόζες ώσαν να κάνουν το μοντέλο του Ροντέν. Πέρα από τις γνωστές παθογένειες της εγχώριας λογοτεχνίας γκώσαμε στους καραγκιόζηδες και τις εμμηνοπαυσικές, αυτούς δηλαδή που το σύστημα αγαπάει όσο το κράτος την εκκλησία και σε κάθε φιέστα παρωδία των κρατικών τους καλούν όπως ο αρκουδιάρης την αρκούδα του για να τους βαρέσουν τα ντέφια σε αγαστή συνεργασία με τα πουλητάρια των πολιτιστικών επιφυλλίδων. Όσο για ποιότητα, άστα να πάνε. Όχι, μην πάει ο νους σας στη Χρυσηίδα, αυτή υπήρξε πάντα μάγκισα και αλάνι και δύο τρεις εμπειρίες τις είχε και τις έβγαλε και στο χαρτί. Για κάτι ουρσουλοπαυλίνες μιλάμε, κάτι Μαλαπορδές, άσε την Λενίτσα και την Αμάντα.Φτάσαμε στο βαρέλι του πολιτισμικού Μεσαίωνα, καταντήσανε το βιβλίο σουαρέ για να πίνουμε ζεστό τήλιο και βουτήματα με τους μαθουσάλες και τα λιγούρια από κάτω να χειροκροτούν και να τους τρέχουν τα σάλια σαν να βρίσκονται σε καμία λέσχη μπρίτζ, τόσο χαμηλά ώστε εκείνο το προφητικό επεισόδιο των απαράδεκτων να μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ άλλοτε (Ά ρε Δημητρούλα), κι ενώ το κοινό τους φτύνει ροχάλες και περιμένει κάτι φρέσκο οι κάθε λογής "κριτικές" επιτροπές κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου. Όσο για τους εκδοτικούς, αυτοί έχουν το ακαταλόγιστο, τους κληροδότησαν οι μπαμπάδες στους αχαΐρευτους τους γόνους και έχουμε τον Αργυράκη τον Καστανιώτη που δεν μπορεί να ξεχωρίσει το ταξί από τη φασολάδα. Γι΄αυτό σας λέω σύντροφοι, μπλέξαμε και που να ξεμπλέξεις τώρα. Θα τους τρώμε και θα τις τρώμε στη μάπα μέχρι τη δευτέρα παρουσία...
Μια Μικρή Ιστορία (Του Απόστολου Θηβαίου)
Από το βιβλίο Του πολέμου
Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις.
Και προχωρεί μόνος μίλια. Χνάρια στο χιόνι και ξαστεριά. Όλα βαδίζουν μαζί του. Αν το θέλει ο θεός θα τα καταφέρει. Είδε κιόλας τα φώτα της τελευταίας, συνοριακής γραμμής.
Κράτα γερά, ένα βήμα ακόμη. Βρεγμένα γόνατα. Όπως όταν ήταν παιδί, σκέφτηκε και καθώς ένας όλμος έπεφτε και έπεφτε και έπεφτε, είπε από μέσα του μια ευχή. Και ο όλμος γίνηκε χίλια κομμάτια πάνω από κάποια γειτονιά. Προχώρησε σκουπίζοντας τα δάκρυά του. Και άλλοι πολλοί κλαίγανε μαζί του, γέροι, παιδιά, μανάδες, είχαν καθίσει στην άκρη του δρόμου και παίζανε σε κάτι φανταστικές κιθάρες τραγούδια πονεμένα.
Οι χορδές του κρέμονται σαν αντένες, οι χορδές τους κρέμονται σαν αντένες.
Αύριο θα έχει ένα καινούριο όνομα, μια καινούρια ζωή. Όλα τα παλιά θα απομείνουν πίσω να καίγονται. Με φτυαριές τα συνεργεία του αύριο θα σαρώσουν τον χαλασμένο κόσμο. Και οι πολιτείες θα πάρουν μπρος, σαν καλοφτιαγμένες ατμομηχανές, προορισμένες να πάρουν πάντα εμπρός.
Ένα βήμα, την φορά, όλο και βαθύτερο, όλο και δυσκολότερο. Η Σφίγγα στην άκρη του δρόμου με στολή παραλλαγής, μοιάζοντας με όλα μας τα πρόσωπα μαζί θέτει το ερώτημα. Και εμείς περήφανοι σκοτώνουμε το τέρας που είμαστε εμείς. Δικό μας το ερώτημα, δική μας η απάντηση.
Ήχους παράφωνους ξυπνάει, ήχους παράφωνους ξυπνάει.
Κάποιος του μιλά. Ίσως να είναι ο καλός άγγελος που λένε πως ο καθένας μας έχει στο πλάι του. Για τις ώρες τις δύσκολες, τις ώρες που διδάσκεσαι την μεγάλη ήττα, την σκληρή απόφαση, το αντίο και την γλαυκή μοναξιά. Δεν αποκρίνεται μόνο προχωρεί προς την τελευταία, συνοριακή γραμμή, απαντώντας στα καλέσματα του καιρού. Στα νεύρα του χτυπά η ζωή και ο ουρανός με τα θαύματά του. Μια μέρα θα πάψουμε να κλαίμε και θα πάρουμε τον δρόμο σαν πάντα.
Δίπλα του περνούν καμιόνια με σκοτωμένους. Ατέλειωτες σειρές, εδώ και χρόνια τα κονβόι περνούν συντονισμένα από τους κεντρικούς δρόμους της ζωής. Σε στάση προσοχής αποχαιρετούμε τους άγνωστους νεκρούς που θρέφουν το μεγάλο χωνευτήρι της συλλογικής ψυχής. Απόψε η ποίηση γιορτάζει. Μα είναι παράταιρο από τα μάτια του να κυλάνε βρύσες, είναι παράταιρο που εκείνη η συνοριακή γραμμή όλο μετατίθεται στο κενό και εκείνος προχωρεί. Ένας καλός Χριστός που κατεβαίνει τους δρόμους της Αθήνας με κατάμαυρα, γυμνά κλαδιά και αλουμινένια φεγγάρια.
Μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες
Γονατίζει. Ότι κάνει κάποιος θα πρέπει να είναι έρωτας. Ως και ο θάνατος. Αφήνει την τελευταία του πνοή μερικά μίλια μακριά από την συνοριακή γραμμή. Τα φώτα φάνηκαν καλύτερα πια και ίσως από κάπου να φτάνουν οι φωνές. Όλα είναι ένα όνειρο.
Και μας διώχνουνε τα πράγματα.
Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022
Στα πόσα (λογοτεχνικά) αργύρια εξαγοράζεται η αξιοπρέπεια ρε!
Η αλήθεια είναι πως δεν μας αρέσει να γράφουμε τέτοια άρθρα, καθότι μας είναι πάντα δύσπεπτη η αποφορά που επικρατεί στο χώρο του βιβλίου και κυρίως ο παρασκηνιακός ευτελισμός του. Έχουμε ωστόσο χρέος να βγάζουμε τα άπλυτα στη φόρα, το κάναμε όταν αποκαλύψαμε τις παράνομες επιδοτήσεις που απέσπασε το περιοδικό "Χάρτης" και επανερχόμαστε με τη θέσπιση των "λογοτεχνικών βραβείων" καθώς φαίνεται πως τα κλεψιμέϊκα έπιασαν τόπο.Ελάχιστη βέβαια εντύπωση μας κάνει που το "σοβαροφανές" αφάν σκατέ της λογοτεχνίας όχι μόνο υποδέχτηκε αδιαμαρτύρητα τη συμμετοχή του στη βραχεία λίστα ενός αποδεδειγμένα κρατικοδίαιτου λαμογιού αλλά έσπευσε να κορδωθεί μαζί με τα εκδοτικά παραμάγαζα ωσάν να ανακοινώθηκε η υποψηφιότητα του για το νόμπελ. Παρακάτω παρουσιάζουμε τη λίστα της ντροπήςΠροφανώς και στην Ελλάδα ζούμε, όπου η έλλειψη ποιότητας αντισταθμίζεται με αλλαξοκωλίκια, εκδουλεύσεις και αργυρώνητες αγιογραφίες, ωστόσο ένας (1) χριστιανός δεν βρέθηκε να πετάξει πίσω στα μούτρα τη "βράβευση" ενός περιοδικού που αποδεδειγμένα υπεξαίρεσε δημόσιο χρήμα. Και φυσικά δεν μιλάμε για τον κύριο Αλισάνογλου (κεντρική φώτο) ούτε το εκδοτικό μαγαζάκι του που κορδώνεται σαν γύφτικό σκερπάνι για κάθε περιστροφή του τσακωνικού χωρού που πριμοδοτεί το ίδιο σηπτικό σύστημα. Αλλά για ανθρώπους που απεχθάνονται τη ρετσινιά του τζουτζέ και του συνενόχου (καθώς εντοπίσαμε και τέτοιους στη λίστα), αλήθεια ακόμα και για κείνους η (λογοτεχνική) αξιοπρέπεια τους αποτιμάται τόσο φτηνά. Και στην τελική στα πόσα αργύρια εξαγοράζεται;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)












