Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

Το δεύτερο υπόγειο. (ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΣΩΤΗΡΕΛΛΟΣ)

Η πολυκατοικία-πόλη φιλοξενούσε τριάντα χιλιάδες κατοίκους. Οι όροφοι ήταν διανεμημένοι ταξικά, στο ρετιρέ διαβίωνε η άρχουσα τάξη, οι κυβερνήτες, οι επιχειρηματίες και οι μαφιόζοι. Όσο αυτοί κατέβαιναν τόσο μειωνόταν το εισόδημα μαζί με το κοινωνικό στάτους, εγώ έμενα κάπου στη μέση, πενήντα πόρτες μακριά από τον «Ψ» μου. Σε εκείνη τη συνεδρία μας, βλέποντας με στην κατάσταση που εμφανίστηκα η ερώτηση του ήταν εύλογη.
«Πάλι πήγες στο υπόγειο;»
«Ναι»
Του απάντησα.
«Αλλά στο δεύτερο».
Γούρλωσε τα μάτια του κοιτώντας με με απορία. Αν στο πρώτο υπόγειο υπήρχαν τα μπουρδέλα, οι κακόφημοι διάδρομοι και τα νταραβέρια το δεύτερο φιλοξενούσε ό,τι πλησιέστερο στην κόλαση. Τοξικομανείς τελευταίου σταδίου που εξέδιδαν τα κουφάρια τους, αρουραίοι, μπόχα και μολυσματικές ασθένειες. Κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν είχε πατήσει ποτέ το κουμπί του θεόρατου ανελκυστήρα με σκοπό να βρεθεί στον συγκεκριμένο προορισμό (αν και η πρόσβαση ήταν ελεύθερη η κοινωνική διαστρωμάτωση ήταν αδιαπραγμάτευτα οριοθετημένη).
«Πλήρωσα για σεξ με ένα ζωντανό πτώμα, τα δόντια του έλειπαν, το βλέμμα του ήταν απλανές και η ομιλία του αργόσυρτη, το σώμα του αποστεωμένο, γεμάτο πληγές και εξογκώματα».
Όλα αυτά του τα είπα ανέκφραστα, χωρίς συγκινησιακή χροιά, απόλυτα πεπεισμένος για την αποκτήνωση μου. Έβγαλε τα γυαλιά του και τα στήριξε στο τραπέζι.
«Γιατί το έκανες;»
«Αυτό είναι το πρόβλημα, ό,τι δεν έχω καμία εξήγηση. Σε κάθε λάθος της ζωής μου, σε κάθε στραβοτιμονιά, σε κάθε αυτοκαταστροφική παρόρμηση είχα πάντα μια εξήγηση να δώσω, αλλά τώρα δεν έχω καμία. Δεν έχω καμία»
Ύψωσα τον τόνο της φωνής μου όχι από απόγνωση αλλά σαν να προσπαθούσα να με ακούσω όσο πιο δυνατά μπορούσα. Να συνειδητοποιήσω πως αυτή η φωνή του κτήνους ήταν δική μου. Όμως δεν μίλαγε το κτήνος, μίλαγα εγώ, μίλαγα για το κτήνος μέσα μου.
«Πιστεύεις πως χρειάζεσαι αγωγή;»
«Χρειάζομαι να ξεριζώσω τον δαίμονα μέσα μου»
«Για να το κάνεις πρέπει να τον βρεις πρώτα»
«Μα γι’ αυτό δεν είμαι εδώ;»
«Το λάθος που κάνεις είναι πως αφήνεις τους άλλους να σε ορίζουν»
«Τότε τι μας ορίζει;»
«Τα τραύματα μας»
Γύρισα στο δωμάτιο των εικοσιπέντε τετραγωνικών και κοίταξα έξω την άνυδρη στέπα, μετά την πυρηνική καταστροφή ό,τι είχαμε καταφέρει να διασώσουμε ήταν τα τομάρια μας, η αυταρέσκεια μας, οι εγωισμοί και οι ουλές μας, μα τις τελευταίες δεν τις ψηλαφίζαμε ποτέ, συμβιώναμε σε ένα καθεστώς άρνησης όχι απέναντι στους άλλους μας μα τους ίδιους μας του εαυτούς. Άλλοι το’ ρίχναν στο ποτό, άλλοι κούμπωναν Ζάναξ και άλλοι φούνταραν από τα μπαλκόνια τους. Κοίταξα τη γάτα μου και μου ανταπέδωσε το βλέμμα ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα της. Προσπάθησα να αφουγκραστώ λίγη από τη σοφία της, κάτι από την απαλλαγμένη από νευρώσεις αγνότητα της, μια υποψία συναισθηματικής ανεξαρτησίας που όριζε την ατόφια ευδαιμονία της. Πήγα στο κουζινάκι άνοιξα την κονσέρβα της και την τάισα…

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025

Δημήτρης Χατζηκωνσταντίνου: Τρία ποιήματα για τη Γάζα

Απόψε να γυρίσεις
Αυτοί με όπλα
Εμείς με πέτρες
Που χουν πάνω χαραγμένο
το δίκιο μας
Αυτοί να φοβούνται
τους μώλωπες
Κι εμείς με τις ματωμένες
μας τρύπες
σαν τίτλους τιμητικούς
της ιστορίας απονομή
Μόνο φοβούμενοι το χαστούκι
της μάνας
που παίξαμε με λάσπες κι αίματα
Μα ύστερα δεν είναι αυτή
που στο μνήμα του Γασσάν
έχυνε δάκρυα θρήνου
μα πιο πολύ περηφάνιας;
Αυτοί με τα όπλα
Κι εμείς με τις πέτρες
που χουν πάνω τους χαραγμένο
το δίκιο και τη μητρική στοργή:
«Απόψε να γυρίσεις, Γασσάν,
σ' αγαπώ.»
Ολοκαύτωμα της Ράφα
με ακλόνητο βλέμμα
γυμνοί γεννήθηκαν στη γη
σκόρπισαν γενιές σαν στάχτες
περιφρονούν
μάτια διατρυπούν
τη σιδερένια κατοχή
γδυτοί αντάρτες
Μπλακάουτ
Σωστή πλευρά της προϊστορίας,
δεν πίπτει λόγος
πίπτει βία.
Εμπρός! στης Γάζας τα σφαγεία.

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2024

Το ξεστοκάρισμα των ευπώλητων και των βασιλιάδων: η περίπτωση Ντάνου

Συμβαίνει συχνά να βλέπουμε μέσα σε σούπερ-μάρκετ και σε πολυκαταστήματα, ειδικά σε παιχνιδάδικα όπως το Jumbo, τίτλους σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές. Το φαινόμενο είναι γνώριμο και δεν είναι πραγματικά τίποτα το καινούργιο. Ανάμεσα σε αυτούς τους τίτλους είναι ωστόσο και «συγγραφείς των 100 χιλιάδων αντιτύπων» ή άλλοι που προμοτάρονται και μαρκετάρονται ανελέητα –και παρ’ αξίαν, φυσικά- ως σταρ του τάδε και του δείνα είδους γραφής. Έχουμε δει λοιπόν όχι μόνο τα βιβλία των «βασιλιάδων» και των «βασιλισσών» της ποπ γραφής να διατίθενται σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές αλλά να… μην πωλούνται ούτε και σε αυτές. Ένα πιο ακραίο παράδειγμα ήταν αυτό του Ντάνου ή, κατά κόσμον, Γιώργου Αγγελόπουλου, ο οποίος υπήρξε νικητής της reality σειράς «Survivor». Σε πολύ γνωστή αλυσίδα πολυκαταστήματος που διαθέτει και βιβλία και όπου διάφοροι ποπ σταρ του βιβλίου συνηθίζουν να κάνουν εκδηλώσεις, το βιβλίο του Ντάνου πωλούνταν εν όψει Black Friday, 5-6 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, στην τιμή του 1 ευρώ!
Αναδρομή στο Φλεβάρη του 2019: το βιβλίο του Ντάνου έχει παρουσιαστεί στη Θεσσαλονίκη στον κάποτε ποιοτικό (και κάποτε «αριστερό») Ιανό, ενώ στην Αθήνα στην Εκδοτική Αθηνών. Οι λάιφ-στάιλ –και άλλες, «σοβαρότερες»- εκπομπές που καλύπτουν το γεγονός βγαίνουν με τίτλους όπως: «Ουρές μέσα στο κρύο από πλήθος για το βιβλίο του Ντάνου» (Αρτ, 27/02/19)! Πώς λοιπόν από κει που ο Ντάνος πήγαινε για μπεστ-σέλλερ κατέληξε στον πάγκο με τα μονόευρα; Αυτό ας το αναρωτηθεί ο κάθε αναγνώστης. Εμείς θα πούμε ένα πράγμα, συμπληρωματικά: δεν είναι μόνο τα συστημικά πολιτικά κόμματα που διαθέτουν πούλμαν, για να μετακινούν τους… οπαδούς και τα στελέχη τους από πόλη σε πόλη.
Κάπου εδώ πρέπει να προκύψει κι ένα επιμύθιο: μας φταίει άραγε η συγγραφική φιλοδοξία Ντάνου ή μας φταίει η υπερπροβολή του κάθε Ντάνου από χίλια μέσα; Μας φταίνε οι αφηγήσεις του κάθε Ντάνου ή μας φταίνε όλοι οι… wannabe Ντάνοι; Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς: όλοι σχεδόν οι σκανδαλωδώς υπερπροβεβλημένοι, όλα αυτά τα άδεια ασκιά που έχουν γεμίσει με τον αέρα της αλαζονείας, έχουν στο μυαλό τους το ίδιο πράγμα: να βρουν τον τρόπο, ώστε να βγάλουν βραχυπρόθεσμα κέρδη. Να κάνουν την αρπαχτή, σε χρήμα και σε πρόσκαιρη δόξα.
Η περίπτωση λοιπόν είναι αντίστοιχη με της Τζούλιας Αλεξανδράτου: δεν μπορούμε να κατηγορούμε ένα (ελαφρόμυαλο έστω και αφόρητα νεοπλουτίστικης νοοτροπίας) άτομο για την επιλογή του να περάσει στη βιομηχανία της πορνογραφίας, όταν η μισή ελληνική κοινωνία διαπνέεται από το όραμα της… αυτό-εκπόρνευσης στο βωμό της εφήμερης δόξας και χλιδής ή, όταν, όπως έλεγε ο Μανώλης Ρασούλης, που ήταν αθυρόστομος αλλά φοβερά εύστοχος, «το πρότυπο του μεταδικτατορικού ρωμιού είναι ο γαμ*ω», που έκανε «την πιο ωραία και ιστορική χώρα ένα ατελείωτο γραψαρχ***στάν».
Το πρόβλημα λοιπόν είναι πολύ βαθύτερο από μερικούς ανεγκέφαλους που εκστασιάζονται με τα πονήματα των ντάνων- και οι λύσεις προφανώς επίσης…

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2024

ΤΑ ΒΗΜΑΤΑ (ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ)

Ένα νέο έτος ετοιμάζεται να ‘ρθει και διάφοροι επιστήμονες (μελλοντολόγοι) και πολιτικολογούντες προλέγουν μεγάλες ανακατατάξεις. Άλλοι βλέπουν ορατούς (πυρηνικούς) κινδύνους και άλλοι μυστικούς κλιματολογικούς ιούς, με χρώματα επενδυμένους (το μαύρο είναι το κυρίαρχο χρώμα). Αρκετοί είναι αυτοί που διακρίνουν σοβαρές κινήσεις προσωπικοτήτων και πρώην προέδρων (μεγάλων χωρών και οργανισμών) που θα φέρουν την παγκόσμια συμφιλίωση και την κορύφωση της καλλιτεχνικής δημιουργίας, στον αυτοαποκαλούμενο δυτικό μας κόσμο (τουλάχιστον). Έχουν και οι αγορές το μερίδιο τους στην προώθηση της παγκόσμιας ευτυχίας. Κάτι τέτοιο κατοχυρώνεται και από τις οικουμενικές διακηρύξεις, που τυχαίνουν μεγάλης αποδοχής σε όλες τις γωνιές της ανθρωπότητας. Γίνονται και πράγματα, εξατομικευμένα και συλλογικά. Οι ευαίσθητοι άνθρωποι αρχίζουν να τρέχουν πίσω από επαναστατικά εσώρουχα και εξαιτίας της ταχύτητας αυτής, αφήνουν τον θάνατο να αλωνίζει σε άλλα μέρη, μακρινά και μη μετρήσιμα.
Το 2018 δεν δόθηκε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αλλά το 2024 προτάθηκε για το βραβείο μέχρι κι η Έρση Σωτηροπούλου, στοιχηματικά, αξιολογικά και ιδεολογικά. Υπάρχει λοιπόν, έδαφος για γενική και ειδική καλλιέργεια. Αδιαφορώ για όλα αυτά τα τεκταινόμενα και τις ευκαιρίες ζωής (καλλιτεχνικής και προοδευτικής), όπως θα έλεγε και ο Στιβ Τζομπς. Μου φαίνεται πως βρίσκομαι σ’ ένα βούρκο και δεν κάνω τίποτα άλλο, παρά να τον διασχίζω – επαναληπτικά και ολίγον ασυντόνιστα. Χώνομαι βαθιά μέσα του και μένω εκεί, μέχρι να αισθανθώ τις λάσπες σαν κομμάτι της ψυχής μου. Ό,τι διαδρομή σχεδιάζω, θα ‘χει την αστάθεια ως πρόσημο, το οριστικό τέλος των ψευδαισθήσεων περί δικαιοσύνης και ερωτικής αρμονίας. Εγωιστικές επισημάνσεις, μα εμβολιάζονται απ’ τις βέβηλες εικόνες της πραγματικότητας. Βαριά τα βήματά μου, σαν να φορώ στενά χάλκινα παπούτσια. Και τα τακούνια είναι από σίδερο. Μαζί μου είναι και άλλοι χαλκοφορούντες (μη ανήκοντες στο χάλκειον γένος του Ησίοδου), εκατομμύρια, έξω από γραμμές και ρίμες, μπροστά στο νέο έτος.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024

Τι ακριβώς επιδιώκει η woke culture;

Η σημερινή εποχή του οικουμενικού Μεσαίωνα που ζούμε χαρακτηρίζεται από αντιθέσεις και διχασμό. Μια γενικότερη σύγχυση δηλαδή που διαχέεται σαν διελκυστίνδα δράσης-αντίδρασης και η οποία τις περισσότερες φορές ενορχηστρώνεται από την «κοινωνία του θεάματος» και επιβάλλεται εκ των άνωθεν.
Έτσι από τη μια έχεις τη Λατινοπούλου, Τον Τζήμερο ή τον Βουλαρίνο και από την άλλη την κάθε υστερική φωνή που άλλοτε θα πετάξει τη μαλαπέρδα του έξω στο πανηγυράκι του gay pride και άλλοτε θα απαιτήσει την ποινικοποίηση κάθε αντρικού βλέμματος προς το αντίθετο φύλλο ως «παρενόχληση». Πολλοί θα αντιτάξουν πως έχει χαθεί το μέτρο, η μπάλα η λογική αλλά όλη αυτή η πόλωση αποτελεί το σύμπτωμα καθώς αν ανατρέξουμε στις αιτίες θα μπούμε σε πολύ πιο πολύπλοκα ζητήματα.
Την απάντηση εδώ μπορεί να την έχει ο Ουελμπέκ που στο εμβληματικό βιβλίο του «Στοιχειώδη Σωματίδια» παραθέτει τη ρήση του Comte: Σε κάθε τροποποίηση του υπάρχοντος δόγματος , οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές…
Σε αυτό το πλαίσιο η woke culture εμφανίζεται περισσότερο να αποτελεί μέρος της σύγχυσης παρά ένα δομημένο κίνημα με απτές και ξεκάθαρες απαιτήσεις. Δεν έχει σχέση με τα πρώτα κινήματα του φεμινισμού ή εκείνα του black power, δεν έχει προσανατολισμό και για αυτό το λόγο είναι τόσο εύκολα χειραγωγούμενη από τις πολυεθνικές και τους γκουρού του μάρκετινγκ.
Στο βασικό ερώτημα του τίτλου η απάντηση επομένως είναι απλή. Δεν υπάρχει καμία επιδίωξη, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε απλά για ένα ακόμα «συστατικό» στο μεγάλο μπλέντερ που επιτείνει τη σύγχυση προλειαίνοντας την αυγή μιας νέας πραγματικότητας που κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πόσο ευοίωνη θα είναι…

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2024

Σκέψεις για το «magnum opus» του Ρομάν Πολάνσκι

Πριν από τις σύγχρονες ταινίες τρόμου, πριν τα franchise με τις ατελείωτες συνέχειες λόγω εμπορικότητας και μόνο, υπήρξαν μεγάλοι δημιουργοί και εξαιρετικές ταινίες. Το «Ψυχώ» του Άλφρεντ Χίτσκοκ, η «Ομίχλη» του Τζων Κάρπεντερ, η «Νύχτα των Ζωντανών Νεκρών» του Τζωρτζ Ρομέρο. Αλλά, και ακόμη πιο πριν, ο «Ένοικος» του Ρομάν Πολάνσκι. Επίσης, ο «Ένοικος» είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ “before it was cool”, που λέμε.
Ο μεγάλος Ρομάν Πολάνσκι είναι σκηνοθέτης, από κοινού σεναριογράφος αλλά και πρωταγωνιστής και υποδύεται έναν νεαρό άντρα, γύρω στα 40-45, τον Τρελκόφσκι. Ο Τρελκόφσκι είναι Πολωνός εμιγκρές, Γάλλος υπήκοος, που εγκαθίσταται σε ένα διαμέρισμα στο μετά-το-‘68 Παρίσι, επιτυγχάνοντας συμφωνία με τον ενοικιαστή κύριο Ζι, έναν αυστηρό και αφιλόξενο υπερήλικα τύπο, με έναν χαρακτηριστικό μικροαστικό ορθολογισμό, που λέει μεν ότι θεωρεί τον Τρελκόφσκι ένα «σοβαρό νέο άνδρα» και από την άλλη τον επιτιμά κατά διαστήματα και τον νουθετεί επ’ ευκαιρία να τηρεί τους κανόνες, διότι «είναι δύσκολο να βρει κανείς πλέον διαμέρισμα».
Το διαμέρισμα που ενοικιάζει ο Τρελκόφσκι όχι μόνο δε διαθέτει δική του τουαλέτα, όχι μόνο έχει τον προαναφερόμενο αφιλόξενο οικοδεσπότη και μια σχεδόν ανοιχτά εχθρική θυρωρό, αλλά είχε προηγούμενη ένοικο μια ακόμη νεαρότερη κοπέλα, τη Σιμόν Σουλ, που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, πέφτοντας από υψηλό όροφο (ίσως τον 5 ο ), σε ένα δάπεδο τζαμένιο. Ο Τρελκόφσκι θα την επισκεφτεί στο νοσοκομείο με μια φίλη της, τη Στέλλα, με την οποία θα αναπτύξει μια ιδιάζουσα σχέση, πριν η Σιμόν πεθάνει αμέσως μετά την επίσκεψη.
    Εν τω μεταξύ, ο Τρελκόφσκι βλέπει αραιά και πού, κατά διαστήματα, αινιγματικά πρόσωπα στα απέναντι διαμερίσματα, ενώ στο σπίτι εντοπίζει διάφορα αμφιλεγόμενα ευρήματα, όπως ένα… δόντι μέσα στον τοίχο. Συν τοις άλλοις, ποικίλα φερσίματα τον κάνουν να σκεφτεί ότι του φέρονται σα να... είναι ο ίδιος η Σιμόν. Αλλά με ποιο σκοπό;
    Η ταινία αυτή έχει, όπως έχουμε υπονοήσει, ένα σπάνιο χαρακτηριστικό: δεν είναι απλώς ότι δεν προβάλλει σε γκρο πλαν ακραία βία ή ακραία αιματοχυσία, ώστε να σοκάρει εκβιαστικά τον θεατή. Δεν έχει ούτε λίγη βία ούτε καν τα συνηθισμένα ξαφνιάσματα (jump scares), που ωραία είχε εμβάλει ο Κάρπεντερ, ας πούμε, στην πρώτη «Νύχτα με τις Μάσκες». Ο κόσμος του πρωταγωνιστή, που ζει ως νεοφερμένος Γάλλος υπήκοος, στο κεντρικό Παρίσι, το οποίο και ζει τη μετά τη «σεξουαλική επανάσταση» φάση του, είναι ρουτινιάρικος: εφήμερες (ή και πιο μακροχρόνιες, αλλά πάντως επιφανειακές) φιλικές ή ερωτικές σχέσεις, ποτά, τσιγάρο Gauloisse (που θα του πουν ότι δεν υπάρχει προς χάρη του Marlboro, που κάπνιζε η αυτόχειρ), «έγνοιες μικρές και λύπες», που θα’ λεγε κι ο ποιητής, κι αντίστοιχες χαρές. Ένας κόσμος επιπόλαια δεμένος, στον αφρό. Μια κοινωνία που δεν είναι κοινωνία.
Αυτός λοιπόν ο κόσμος είναι μεν σε πρώτο επίπεδο ρουτινιάρικος, αλλά στο βάθος είναι στοιχειωμένος: είναι η σύγχρονη, αλλοτριωμένη, απρόσωπη ζωή της μεγαλούπολης. Είναι εκεί που χάνεσαι και χάνεις τον εαυτό σου.
Το τέλος της ταινίας είναι πράγματι πολύ αμφιλεγόμενο. Μετά από όόόλα αυτά –κάπως όπως στη «Δίκη» του Κάφκα- περιμένεις κάτι περισσότερο. Παρ’ ότι όμως μένεις λίγο "κάγκελο", παρ’ ότι εγώ έμεινα κάγκελο στο τέλος και ενεός, ήταν μετά από μερικά λεπτά που μου ήρθε η φοβερή "φλασιά", όταν μου αποκαλύφτηκε εντέλει η μεγάλη εικόνα: μήπως δεν έχει σημασία ποιο είναι –και τι σημαίνει- το τέλος;

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2024

Οι μικροί οίκοι γλεντάνε τα εκδοτικά κωλοχανεία!

Στο σάπιο βασίλειο της Δανιμαρκίας συμβαίνει το εξής- ενθαρρυντικό- παράδοξο, ενώ τα πάσης φύσεως τσουτσέκια μαζεύουν «συστάσεις» για να χτυπήσουν την πόρτα κάποιου συστημικού νταβά, τα «εκδοτικά φαινόμενα» με πωλήσεις χωρίς προηγούμενο παράγονται από μικρούς, ανεξάρτητους εκδοτικούς. Το γεγονός αυτό ωστόσο έχει εξήγηση αν εντρυφήσουμε λίγο στο θέμα.
Κατά πρώτον αρκεί να αναλογιστεί κανείς πως οι μεγαλοεκδοτικοί (Από Μεταίχμιο έως Πατάκη) όχι μόνο δεν αγαπούν το βιβλίο αλλά είναι και παντελώς άσχετοι με αυτό. Αν κάποιος Παπαμάρκος τους χτυπήσει την πόρτα με το ντεμπούτο του θα τον πετάξουν έξω με τις κλωτσιές. Κατά δεύτερον οι συγκεκριμένοι εκδοτικοί έχουν «αξιολογητές» μόνο για τα προσχήματα καθότι ο οποιοσδήποτε στοιχειωδώς καταρτισμένος αξιολογητής θα είχε βάλει το Μαλακατερινιό να καθαρίζει τις σκάλες του ισογείου.
Το συμπέρασμα είναι πως τα συστημικά παραμάγαζα λειτουργούν με τη λογική του βραχυπρόθεσμου κέρδους, του δούνε και λαβείν, της μανατζερικής παπάτζας προσπαθώντας να επιβάλλουν στο κοινό την εκάστοτε πατάτα (ενίοτε «βραβευμένη»). Από την άλλη το αναγνωστικό κοινό δεν αποτελείται από τόσο γίδια όσο θέλουν παρά της φιλότιμες προσπάθειες τους να φαντάζονται.
Έτσι ένας αξιόλογος συγγραφέας που θα βρει «καταφύγιο» σε έναν ανεξάρτητο οίκο (που σέβεται φυσικά το βιβλίο) έχει ίδιες αλλά και περισσότερες πιθανότητες να γίνει viral. Προσοχή, δεν σημαίνει πως όλοι οι αξιόλογοι συγγραφείς θα πουλήσουν, ούτε πως θα γίνουν δεκτοί από κάποιον θεωρητικά «σοβαρό» οίκο καθώς και αυτοί έχουν τις αγκυλώσεις τους. Ωστόσο παίζουν οπωσδήποτε με πιο αξιοκρατικά κριτήρια από το κωλοχανείο της αλανιάρας της Μπούρα και πάει λέγοντας.
Και προφανώς ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη, ωστόσο μέσα στο ζόφο και τον λογοτεχνικό Μεσσαίωνα που επιδιώκουν να επιβάλλουν η ανάδειξη του οποιοδήποτε συγγραφέα από τέτοιους οίκους- που μετά θα ανακαλύψουν τα ΑΡΔ με το επιμύθιο «το βιβλίο που απορρίφθηκε από είκοσι εκδοτικούς»- μόνο για καλό γίνεται…

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2024

Η ΓΕΡΟΝΤΙΚΗ ΤΑΞΗ (ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΤΡΙΑΝΤΗΣ)

Για μένα ήταν μεγάλος έρωτας. Όλα τα είχα με αυτήν την γυναίκα (την πολύ νέα). Τόσα χρόνια (άνυδρα κυριολεκτικά) δεν γνώρισα τις ομορφιές του έρωτα. Χόρτασα την ζωή μαζί της, σε όλες τις αγαπητικές λεπτομέρειες. Ο έρωτας και τα παιχνίδια του, μου προσέφεραν μεγάλη χαρά. Η ίδια, η αγαπημένη μου, συμμετείχε με όλο της το «είναι» σε κάθε ερωτικό αντάμωμα. Πλημμύριζα από χαρά. Απολάμβανα την ευτυχία, όμως υπήρχαν και κάποιες λεπτομέρειες που μου προκαλούσαν στενοχώρια, ένα είδος δυσφορίας. Ψυχωτικά επεισόδια που περιόριζαν το αίσθημα και προκαλούσαν ρωγμές στην επιθυμία.
Εν πρώτοις, αυτά ξεκινούσαν από την διαφορά ηλικίας. Αυτή ήταν 21 χρονών και ήμουν 51. Η ίδια έδειχνε ξεκάθαρα ότι δεν την ένοιαζαν οι χρονολογίες. Χρησιμοποιούσε τόσο καλά το σώμα της, ως μέγιστη απόδειξη. Όμως, σε δεύτερο χρόνο, άρχισα να προσέχω κινήσεις και λεπτομέρειες, καθοριστικές για την πορεία της αγάπης μας. Όσο ήμασταν ζευγάρι (περίπου 9 εννέα μήνες) δεν με είχε γνωρίσει σε κανέναν δικό της άνθρωπο, ούτε στους γονείς της, ούτε στις αδελφές της (είχε δύο μεγαλύτερες), ούτε στις φίλες της. Τις αδελφές της, τις είχε σαν «γκουρού» σε πολλά ζητήματα, (ευτυχώς όχι, για τους εννέα μήνες, που ήμασταν ζευγάρι). Όποτε μιλούσε μαζί τους, στο κινητό, δεν φανέρωνε την παρουσία μου (ποτέ), έλεγε για κάποιον συμφοιτητή της ή για προγραμματισμένες συναντήσεις με φίλους ή για φοιτητοπαρέες, πέριξ του πανεπιστημίου. Η ίδια ήταν φοιτήτρια στην Κρατική Σχολή Δημοσιογραφίας και έγραφε τα πρώτα ρεπορτάζ της, στην εφημερίδα (μικρής κυκλοφορίας) «Έργα και Ημέρες».
Η όλη κατάσταση με έβαζε σε υποψίες και γρήγορα προχώρησα σε κάποιες διορθωτικές κινήσεις. Της πρότεινα να γνωρίσω τις αδελφές της ή κάποιον από τους –πολλούς- φίλους της. Έκανα αυτήν την υπέρβαση γιατί την αγαπούσα και ήθελα να μάθω για τις επαφές της, τον περίγυρό της, τις συναντήσεις της, όταν έφευγε από μένα και πήγαινε σ’ έναν διαφορετικό κόσμο. Η απάντησή της ήταν η αναμενόμενη. Ήμουν κάπως γέρος για τον περίγυρο και περισσότερο για τις αδελφές της. Όχι μόνο δεν θα ενέκριναν την σχέση μας, αλλά πίστευαν ότι ένας άντρας πάνω από 50 χρονών, οδεύει στην γεροντική ηλικία, δεν έχει να επιδείξει ούτε ζωτικές ικανότητες, ούτε κάποια ερωτική δυναμική. Μαραζώνει τάχιστα, μπορεί μόνο να χρησιμοποιηθεί ως εδεσματική σωτηρία για την πάσχουσα κοινωνία, όπως έχε προτείνει ο Ετιέν Γκανιέ*. Απομένει το μεγάλο πορτοφόλι του, με το οποίο μπορούσε να λύνει προβλήματα, να αγοράζει ερωτικές συντρόφους, να βελτιώνει την σύνταξή του, όμως αυτά ήταν ψεύτικα και μύριζαν θάνατο. Οι αδελφές της, έδειχναν μίσος για τους ηλικιωμένους. Δεν έπρεπε να ζουν, έπρεπε να γίνει υποχρεωτική η ευθανασία για όλους, οι ηλικιωμένοι μόλυναν την γη, επιβάρυναν τους οικείους τους και το κράτος, οικονομικά και χρονικά. Mε θεωρούσαν λοιπόν, έναν ανήμπορο μεσήλικα, που δεν είχε κανένα δικαίωμα στον έρωτα, πόσο μάλλον μ’ ένα κορίτσι, που ήταν φορτωμένο με όλους τους χυμούς της ζωής και της νεότητας. Έμοιαζε όλο αυτό σαν ακούσια θυσία, όπου η σάρκα δίνεται στον πελάτη, έναντι αμοιβής. Αυτός κερδίζει λίγη παράταση, λίγη ευτυχία, ενώ οι ασθένειες καιροφυλακτούν για να τον οδηγήσουν στην συντριβή. Σώματα σε παρακμή, γεμάτα μικρόβια, υπολείμματα καταχρήσεων και δηλητηρίων. Η λύση ήταν η ευθανασία και το κρεματόριο (εγκεκριμένες μέθοδοι). Θυμήθηκα ότι στην αρχαιότητα, σε κάποιο νησί του Αιγαίου εξαφάνιζαν τους γέροντες στα βάραθρα, γιατί επιβάρυναν την οικονομία και την ζωή των νέων. Δεν υπήρχε σωτηρία. Τελικά, έμεινα μόνος με παρέα τις αναμνήσεις του νεκρού έρωτά μου. Μεσήλικας, οδεύοντας στην γεροντική τάξη.
*Ετιέν Γκανιέ (1808 – 1876): Γάλλος εκκεντρικός ποιητής, συγγραφέας και δοκιμιογράφος. Το 1868, ενώ η Αλγερία μαστιζόταν από λιμό, σε ένα διάσημο άρθρο του, αφού πρώτα είχαν απορριφθεί οι εκκλήσεις των Αλγερινών για αποστολή αλογίσιου κρέατος, πρότεινε δημοσίως αντί για άλογα να σταλούν οι γέροι πάνω από 60 ετών, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου.

Κατέβηκα απροπόνητος για την αρένα των ανθρώπων. (Ντέμης Κωνσταντινίδης)

Tο λάθος
Έβαλε το βιογραφικό
μπροστά απ' τη ζωή.
Κι ακόμα να βρει
το λάθος.
H γυάλα
Γυάλα τούτη η εποχή
κι εμείς τα ψάρια.
Δεν αλλάζει το νερό μας
και βρωμίσαμε.
Το οικόπεδο
Στο φυτρωμένο δίπλα οικόπεδο
το τομάρι του σκύλου --
χρυσόμαλλο δέρας.
Γύρω λουλούδια
κίτρινα και κόκκινα.
Ο πόλεμος
Όσοι διατρανώνουν την ειρήνη
με μιαν αφέλεια παιδική
δεν έχουν θητεύσει στη ζωή
που ο πόλεμος την έχει ερωμένη.
Η γλάστρα
Κάθε πρωί ποτίζει την ξεραμένη γλάστρα
περιμένοντας ν' ανθίσει.
Πιστεύει στο θαύμα ή απλώς την κινεί
η δύναμη της συνήθειας;
Οι ηθοποιοί
Φεύγουν οι ηθοποιοί
μένει μόνη η σκηνή.
Φεύγεις κι εσύ
μένει μόνη η ψυχή.
Το περιστέρι
Παραμέρισε για να περάσει
ένα περιστέρι.
Είναι το δίχως άλλο
ποιητής

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2024

Ο μπίζνεσμαν-συγγραφέας

Είχα ακούσει το νέο χιτάκι της Miley Cyrus πριν ακόμη παιχτεί στα ελληνικά ραδιόφωνα, πριν 1,5 περίπου χρόνο. Οι στίχοι μιλάνε για το πώς μπορεί να αγαπήσει η εν λόγω τύπισσα καλύτερα τον εαυτό της από τον οποιονδήποτε «αγαπητικό» -να το πω ευπρεπώς- και μάλιστα να του φέρει και… λουλούδια. Το κομμάτι ήταν σινγκλ ενός δίσκου με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Endless Summer Vacation» («Ατελείωτες Καλοκαιρινές Διακοπές»), που οπωσδήποτε θυμίζει το στίχο από ένα ελληνικό έντεχνο τραγούδι: «λαοί χτυπιώνται/και οι σαύρες λιάζονται». Όμως, ας επιστρέψουμε στο κομμάτι και μάλιστα στη θεματική του. Το εν λόγω κομμάτι θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα ανθέμιο, ένας ύμνος στο… λαβεϊανό σατανισμό, ο οποίος, επειδή αρνούνταν μετά βδελυγμίας την αγάπη (που κηρύττει ως γνωστόν ο χριστιανισμός), πήγαινε στο άλλο άκρο: την απόλυτη λατρεία του εαυτού, τον πιο ακραίο ατομικισμό. Αλλά μην ξεχνάμε ότι και η σημερινή ποπ ψυχιατρική κηρύσσει τα ίδια πράγματα: «αγάπα τον εαυτό σου» είναι το βασικό σύνθημα, όπως και: «ζήσε τη ζωή σου», ακολουθώντας διάφορες επιθυμίες που σου καρφώνονται, ανεξαρτήτως της ποιότητας ή των συνεπειών τους στη συνείδησή σου ή στους άλλους.
Το κομμάτι αυτό λέγεται “Flowers” και τώρα φυσικά το έχουμε φάει, θέλοντας και μη, στη μάπα αμέτρητες φορές, κι εγώ κι εσείς. Ακούγοντάς το τότε, σκεφτόμουν δύο πράγματα: είναι ένα κλασικό ποπ κομμάτι χωρίς ψυχή, με μέτρια προς κακή ερμηνεία (παρ’ όλο το Auto-Tune) και, δεύτερον, θα γίνει viral, λόγω του ανελέητου promotion (και επειδή η Σάιρους είναι σελέμπριτυ εννοείται από τα ανέμελα χρόνια της… Χάνα Μοντάνα). Και πράγματι: αυτή τη στιγμή, το κομμάτι έχει φτάσει ήδη τα 869 εκ. video views στο YouTube. Τι τα λέμε όμως όλα αυτά; Για να φτάσουμε στο ζουμί. Σκεφτείτε ένα λογοτεχνικό τρεντ της εποχής. Για να μην ζορίζεστε, θα σας το πω εγώ: το ψυχολογικό θρίλερ. Πώς προέκυψε αυτό το τρεντ και πώς σκέφτηκαν να γράψουν τέτοιο πράγμα οι εμπνευστές του; Δεν είναι ούτε νουάρ ούτε παλπ ούτε αστυνομικό θρίλερ ούτε γοτθικός τρόμος ούτε επική ή επιστημονική φαντασία ούτε μυστήριο γενικά. Ψυχολογικό θρίλερ γράφει, όπως γνωρίζουμε, ο Σεμπάστιαν Φίτζεκ –για τον οποίο, παρ’ ότι συμπαθής ως άνθρωπος, δεν μπορώ να εκφέρω γνώμη ως συγγραφέα, είτε θετική είτε αρνητική, διότι δεν τον έχω διαβάσει καθόλου. Σε ό,τι αφορά το πρώτο του βιβλίο, τη «Θεραπεία», πέρασε μια οδύσσεια 15 ή 20 απορρίψεων από Γερμανούς εκδότες μέχρι να εκδοθεί από έναν παραδοσιακό εκδότη, τον οίκο Droemer Knaur, το 2006.
Το σκεπτικό ορισμένων τουλάχιστον από αυτούς τους εκδότες ήταν ότι «δεν υπάρχει αγορά για ψυχολογικό θρίλερ στη Γερμανία», δηλαδή ήταν ζήτημα γι’ αυτούς περιορισμένης εκτιμώμενης ζήτησης. Τα γεγονότα διέψευσαν αυτούς τους εκδότες πανηγυρικά, όχι μόνο στην Γερμανία αλλά και στην Ελλάδα. Κι αυτό, γιατί αν πάτε μια βόλτα από τα τσαρτς των ευπώλητων, όπως στην ελληνική λογοτεχνία θα δούμε την κ. Μαντά, έτσι στην ξενόγλωσση θα δούμε τον Σεμπάστιαν Φίτζεκ, «πρώτο και καλύτερο».
Αυτό που συνέβη μετά απ’ αυτή την εκπληκτική εμπορική επιτυχία είναι αυτό που μας λέει ο Τσίνο Μορένο των Deftones στο σαρκαστικό “Rock Superstar” των Cypress Hill:
«Υπάρχουν πολλοί καρχαρίες εκεί έξω… που προσπαθούν να δαγκώσουν κάτι. Αυτό που είναι καυτό. Πολλοί χαμαιλέοντες εκεί έξω… προσπαθούν να αλλάξουν σε κάτι. Κάθε φορά που κάτι νέο έρχεται… όλοι θέλουν μια δαγκωνιά… αλλά δε συμβαίνει κάτι τέτοιο σε μια μέρα». Το φαινόμενο αυτό στην πραγματικότητα το συναντάμε στην κλασική οικονομική θεωρία του καπιταλισμού: σε αυτήν, έχουμε τον entrepreneur, τον καινοτόμο επιχειρηματία. Όταν αυτός ανακαλύψει κάτι καινούργιο να πουλήσει, θα έχει υπερπλεονάζοντα κέρδη. Ωστόσο, με το χρόνο, οι ανταγωνιστές θα προσπαθήσουν να τον μιμηθούν, ώστε να βγάλουν κι αυτοί υπερκέρδη. Το αποτέλεσμα, θεωρητικά, είναι ότι τα πλεονάζοντα κέρδη μετριάζονται. Στην πράξη, συχνά, μένουν λίγοι, κάνουν ολιγοπώλιο με αθέμιτους τρόπους, πετώντας τους ανταγωνιστές εκτός αγοράς και εμποδίζοντας τους νεοεισερχόμενους να μπουν σε αυτήν. Σε όλα αυτά μέσα, υπάρχει κάτι που δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε. Ο συγγραφέας και μάλιστα ο πεζογράφος και ποιητής, βγάζει πάντα στο χαρτί το ψυχικό του αποτύπωμα. Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ, όταν έγινε απολογητής και κάτοχος θέσης στο προβληματικό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας, τελικά, όπως γράφει η Χάννα Άρεντ, δε μπόρεσε να τελειώσει κανένα από τα εν εξελίξει έργα του. Κι αυτό γιατί η έμπνευση, όπως λέει στους «ανθρώπους σε ζοφερούς καιρούς», πάντα θεωρήθηκε θεϊκό δώρο, εντούτοις, το δώρο αυτό, όπως συνεχίζει, δεν είναι εντελώς αμετάκλητο: μπορεί να εγκαταλείψει τον άνθρωπο, όταν αυτός προδώσει την εσωτερική του αλήθεια για σκοπιμότητες.
Έτσι, αν ο σημερινός Έλληνας συγγραφέας πουλάει λίγο ψυχολογικό θρίλερ σε επίπεδο είδους, μαζί με κάτι σαν μεταφεμινιστική αντι-πατριαρχία σε επίπεδο μηνύματος και περιεχομένου, είναι επειδή δε σκέφτεται σαν συγγραφέας αλλά σαν επιχειρηματίας- και, ακριβέστερα, σαν κακός επιχειρηματίας, που επιδιώκει την αρπαχτή, πουλώντας κάτι που δεν πιστεύει. Αλλά αυτό είναι προδοσία της αποστολής του και του ίδιου του του εαυτού.
Το επιμύθιο είναι απλό: αν αγαπάς κάτι και έχεις να προσφέρεις μ’ αυτό, προχώρησέ το, είτε είναι ιπποτικό μυθιστόρημα είτε ψυχολογικό θρίλερ είτε ρομαντική κομεντί. Αν δεν το αγαπάς, αν δεν το πιστεύεις, άστο. Θες να γίνεις μια φούσκα χρηματιστηριακή όπου αρχικά το κοπάδι συρρέει και μετά λούζει, αφού καταλάβει την απάτη, με βρισιές;

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2024

Οι εκδότες ας πάρουν τ’ αρχίδι@ μας…

Είναι γεγονός πως όλο και περισσότερος κόσμος τους παίρνει χαμπάρι. Εδώ μιλάμε για συνειδητοποιημένους και δεινούς αναγνώστες και όχι την αγέλη που προσπαθούν να εκπαιδεύσουν. Το αποδεικνύει άλλωστε και το ότι οι λεγόμενες «εκθέσεις» μαζεύουν περισσότερο κόσμο από τα βιβλιοπωλεία. Τα γίδια αντιμετωπίζουν το βιβλίο σαν κάποιο burger festival στην Τεχνόπολη στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο σαν σαρδέλες. Αλλά δεν φταίνε αυτά, γνωρίζουμε όλοι ποιος έχει φέρει το βιβλίο σε αυτό το χάλι.
Και για αυτό είναι πλέον τόσο κακή μπίζνα. Περισσότερο κόσμο θα μαζέψει ο ερασιτεχνικός θίασος της κάτω Μακρινίτσας από τα αντίτυπα που θα πουλήσει ο κάθε πουθενάς. Τα εκδοτικά παραμάγαζα ουδόλως τα ενδιαφέρει. Όποιος μιλάει (όχι ξέρει) Ελληνικά και έχει ένα σκασμό λεφτά η το μανατζαραίο από πίσω είναι ευπρόσδεκτος. Για αυτούς τα λεφτά (που θα δώσει ο συγγραφέας και όχι που θα φέρει ο αναγνώστης) είναι όπως τα σκατά για τις μύγες.
Βάλε τώρα «βιβλιοφιλικές» σελίδες της συμφοράς, instagramable τσολαδιά και όλη την περιρέουσα ατμόσφαιρα και έχεις την πλήρη κατάλυση της ιερότητας του βιβλίου. Μου τα είχε πει ανερυθρίαστα εκδότης θεωρητικά «αξιοπρεπούς» οίκου. «Εμένα όποιος μου δώσει λεφτά θα τον βγάλω, όταν η Πολιτεία (σ.σ όχι το βιβλιοπωλείο) δεν με στηρίζει και οι επιδοτήσεις πάνε σε ημέτερες τσέπες τι θες να κάνω;». Να κλείσεις το μπουρδέλο σου μου ήρθε να το πω αλλά κρατήθηκα.
Μέσα σε όλο αυτό το σηπτικό βόθρο ο Συγγραφέας έχει εξαφανιστεί. Μια ολόκληρη γενιά με ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ταλέντο χάθηκε. Και δεν τρέχει κάστανο. Δε πα πνιγεί και αυτός, η τέχνη θα σώσει τον κόσμο! Έχουμε τους συγγραφίτσους, τον κάθε καραγκιόζη και το κάθε διαπλεκόμενο τσόλι που παίρνει εργολαβία «κρατικό» και γελάνε και τα τσιμέντα.
Είναι δυνατόν να ασχοληθείς σοβαρά με αυτό το τσίρκο που λειαίνει γωνίες και μασάει τροφή για να στη σερβίρει. Τ’ αρχίδια μας μόνο να πάρουν και πολύ τους είναι…

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2024

Στα χέρια σας (κριτική)

Να ζήσουν η Σώτη, ο Βουλαρίνος και ο αρχιρατσιστής Θεοδωρόπουλος που οραματίζονται μια Ευρώπη ολόλευκη με τους μουσουλμάνους στον πάτο της Μεσογείου. Να ζήσουν να τους θυμόμαστε μόνο που τους έχουμε άσχημα νέα. Χωρίς αυτούς η τέχνη σήμερα θα υπήρχε κατά το ήμισυ, ή ίσως και καθόλου. Καθότι η πολύπολιτισμικότητα είναι το καύσιμο της, όπως αποδεικνύει η πολύ καλή (για τα στάνταρτ της πλατφόρμας) Νορδική σειρά «Στα χέρια σας».
Πατώντας πάνω στο Σκανδιναβικό νουάρ με βραδύκαυστο ρυθμό καταπιάνεται με τις συμμορίες που λυμαίνονται τη Στοκχόλμη στρατολογώντας μικρά παιδιά. Όταν ωστόσο ο δεκατετράχρονος Ντόγκε (λευκός από εύπορη οικογένεια) σκοτώσει τον κολλητό του Μπιλάλ (Νιγηριανό από τα φτωχά προάστια) οι υποψίες θα πέσουν στον υποκινητή, έναν μικροντίλερ που αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης αλυσίδας στο οικοσύστημα του εγκλήματος και της κοινωνικής συνοχής.
Ατμοσφαιρικό και καίριο, μεστό με προσεγμένες και πειστικές ερμηνείες (οι πιτσιρικάδες είναι αποκάλυψη) το «Στα χέρια σας» πατάει στέρεα στις προθέσεις του θέλοντας να καταδείξει πως οι θύτες αποτελούν εξίσου θύματα σε μια Ευρώπη που παλεύει με την ενσωμάτωση και τις προκαταλήψεις της. Και κυρίως πως τα μικρά ψάρια όσο αναλώσιμα και αν είναι (όπως οι μετανάστες του Αιγαίου) δεν λύνουν το ευρύτερο πρόβλημα που πατάει σε πολύ πιο περίπλοκα θεμέλια…

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

Με τον Μάρκο!

Θυμάμαι έναν πολύ γνωστό ηθοποιό που μου είχε κάποτε πει μια ιστορία για τον Σεφερλή όταν και οι δυο τους ήταν συμφοιτητές στην δραματική σχολή προτού γίνουν διάσημοι. «Ήταν ο μόνος που μπορούσε να μας κάνει να πέσουμε κάτω και να κρατάμε την κοιλιά μας από τα γέλια». Η παραπάνω δήλωση ίσως αποτυπώνει καλύτερα από κάθε άλλη το πηγαίο ταλέντο του γνωστού κωμικού.
Το πως το χρησιμοποίησε είναι άλλου παπά ευαγγέλιο. Η σάτιρα του για άλλους είναι κακόγουστη (όπως και για τον υποφαινόμενο) για άλλους ξεκαρδιστική. Γούστα είναι αυτά, αλλά πίσω από τα γούστα υπάρχει το αδιαμφισβήτητο γεγονός: Για δεκαετίες τώρα είναι ο μόνος που μπορεί να γεμίσει ένα θέατρο μόνος του.
Το πιο σημαντικό για τον Σεφερλή είναι πως αναδείχτηκε μόνος του. Σε πείσμα του θλιβερού κανόνα τόσο στο θέατρο όπως (ακόμα περισσότερο) στη λογοτεχνία δεν υπήρξε «πουστράκι». Δεν χρειάστηκε καμία Κέζα, καμία Μπούρα, καμία Φράγκου, κανένα αργυρώνητο και σιχαμένο ΑΡΔ για να τον σπρώξει και να τον πετάξει στο προβατοποιημένο κοινό. Πήρε έναν Καπετάνο (που υπήρξε από τους αγαπημένους μαθητές του Κάρολου Κουν) και κάνανε μαζί παπάδες. Δημιούργησε το κοινό του βήμα-βήμα είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι.
Και οι εμφανείς παραλληλισμοί με το μαύρο χάλι της λογοτεχνίας είναι αναπόφευκτοι. Γιατί ακόμα και στον σηπτικό χώρο της showbiz υπάρχουν κάποιοι που μπορούν να επιβληθούν με το (έστω αμφιλεγόμενο) ταλέντο τους όσο στα καθ’ ημάς (αυστηρά λογοτεχνικά) οι σφουγγαρίστρες δεν παύουν να καθαρίζουν σάλια, «επαίνους», λογοκλοπές και χαλκευμένες διακρίσεις.
Θα μου πεις άλλο το μαύρο χάλι του βιβλίου και άλλο η λαϊκή διαχρονική ψυχαγωγία. Είναι ένας λόγος που προτιμάμε τη δεύτερη καθώς διαθέτει το παραπανίσιο πλεονέκτημα να μη φοράει το φερετζέ της στέγης ιδρύματος Ονάσση και του φεστιβάλ Αθηνών, μεταξύ άλλων…