Παρασκευή 7 Αυγούστου 2026

15Αύγουστος-Συλλογικό (Μέρος 1ο)

Ελεγείες του Δεκαπενταύγουστου (Όλβια Παπαηλίου)
Ένας παλιός δεκαπενταύγουστος στην Αθήνα, μπορεί και να ήταν όμορφα έτσι που όλα ερημώνανε, αλλά εκείνη τη χρονιά ερχότανε το τέλος της ζωής όπως την ήξερε η Μ. Γιατί ο Δεκαπενταύγουστος δεν κάνει σκόντο σε κανέναν, δεν θα ένιωθε οίκτο ούτε και για αυτήν, ούτε για αυτήν την πόλη που πνιγόταν από επιθυμίες αναχώρησης. «Αλλά εφόσον μας σταυρώνει η κατάσταση και μας ακινητοποιεί στο Γολγοθά της ύπαρξης, ας δραπετεύσουμε σε πιο παλιές στιγμές για να αντέξουμε» σκεφτότανε, ενώ περίμενε μέσα στην νοσοκομειακή αίθουσα αναμονής. Ακόμα μια βραδιά, πόσο θα άντεχε;
Οι σκέψεις της ταξίδευαν από στιγμές του μακρινού της παρελθόντος στα θερινά τα σινεμά, με τις επαναλήψεις των ταινιών που είχε αγαπήσει κάποτε στα νιάτα της, στις φρεσκότερες αναμνήσεις της φρίκης. Ένας αγαπημένος με κρίσεις επιληψίας, αποτέλεσμα όγκου του εγκεφάλου. Και είχε προσπαθήσει να τον συγκρατήσει, ώστε να μην πέσει στο πάτωμα, μετά είχε καλέσει το ασθενοφόρο και τον είχαν πάρει στο γνωστό νοσοκομείο όπου έκανε την αγωγή του – τι να σου κάνει και μια αγωγή όταν η ασθένεια που έχεις ονομάζεται αστροκύτωμα; Με όνομα που θύμιζε αστέρια και με προσδόκιμο ζωής περίπου έναν χρόνο. Η διάγνωσή του είχε γίνει τον προηγούμενο Δεκαπενταύγουστο, είχε μεταφερθεί με αεροπλάνο εσπευσμένα από κάποιο νησί, ενώ το δάσος της ανατολικής νησιώτικης πλευράς αναφλεγόταν, στάνταρ καλοκαιριάτικες πληγές οι πυρκαγιές, που όλο και πλήθαιναν.
Και, τέλος πάντων, πάνω στην επιληπτική του κρίση της είχε βγει ο ώμος από τη θέση του και έτσι είχε καταλήξει να πρέπει να ξαναγυρίσει στο νοσοκομείο που αυτός νοσηλευόταν, πάλι, μέσα στη νύχτα. Είχε πάει να βρει ταξί, μα ήταν τρεις τη νύχτα, τέλος πάντων Δεκαπενταύγουστος, και είχε στρίψει για να πάει στην πλατεία, εκεί τον είδε τον τυπά. Ακόμα ένας που τον χτύπησε ο Αύγουστος, ήταν γυμνός στον έρημο δρόμο, με μια ζώνη δερμάτινη και ασορτί γιλέκο, και παπούτσια αθλητικά. Κι ένα καπέλο τύπου τζόκει, αυτό μάλλον θα ήταν δερματίνη. Και άλλο τίποτα, τσιτσίδι, και είχε και τα φρύδια του τελείως ξυρισμένα. Ένας επιδειξίας της συμφοράς, ένας φετιχιστής μάλλον, του δέρματος. Ούτε να φοβηθεί δεν είχε διάθεση, ο ώμος της την πόναγε με άγριες σουβλιές και ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι. Δεκαπενταυγουστιάτικα, το κέρατό μου μέσα! «Άμε, ρε χριστιανέ μου, στην ευχή», του είχε πει. Κι εκείνος κάτι πήγε να απαντήσει, αλλά αυτή είχε πάρει τη φόρα που της έδινε η περίσταση, « άμε σου λέω, έχουμε τρεχάματα νυχτιάτικα, εσύ έχεις νταλκά και μανουριάζεσαι, εδώ άλλος πεθαίνει κι άλλος χάνεται, μα εσύ έχεις τη βιόλα σου να παίζεις, και σιγά κιόλας τη βιόλα». Βαριεστημένα του την είχε πει, πήρε κι εκείνος τα βρεμένα κι αποχώρισε, ήξερε να χαλάει μαγιονέζες με το ύφος της.
Μετά τα είχε πει στον ταξιτζή κι αυτός είχε γελάσει, πράγμα που την εξόργισε χειρότερα, γιατί αυτά τα πράγματα είναι τρισαθλιότητες, μέσα στην πόλη και μες στον Δεκαπενταύγουστο, ζούγκλα είχε καταντήσει η γειτονιά της δηλαδή; Παλιότερα έβλεπε ωραίες ταινίες τέχνης, και τώρα τι; Πήγαινε η ζωή της στον αγύριστο, κι ο ώμος την σφαχτάριζε, κι οι κουνημένοι βγαίναν τσάρκα μες στη νύχτα. Και τρεις μέρες αργότερα πέθανε και ο άνθρωπός της, αυγουστιάτικα.
Η Αθήνα του 15αύγουστου (Άννα Συνοδινού)
Τον Δεκαπενταύγουστο η Αθήνα μοιάζει με πόλη που ξύπνησε αργά και ανακάλυψε πως όλοι έφυγαν χωρίς να την ειδοποιήσουν.
Τα ρολά είναι κατεβασμένα.
Τα καφέ μισόκλειστα.
Τα λεωφορεία περνούν σχεδόν άδεια, εκτελώντας τα δρομολόγιά τους από συνήθεια και όχι από ανάγκη.
Τα φώτα στις πολυκατοικίες σβήνουν το ένα μετά το άλλο. Μένουν μόνο μερικές κίτρινες κουκκίδες να μαρτυρούν πως κάποιοι δεν έφυγαν.
Μια ηλικιωμένη ποτίζει τους βασιλικούς της.
Ένας διανομέας περιμένει παραγγελίες που δεν έρχονται.
Ένα παιδί κάνει ποδήλατο στη μέση του δρόμου, χωρίς να κοιτάζει πίσω του.
Μια γάτα κοιμάται πάνω στο καπό ενός αυτοκινήτου που έχει μέρες να πάρει μπρος.
Η πόλη δεν είναι άδεια.
Απλώς έχουν μείνει πίσω όσοι δεν χώρεσαν στις φωτογραφίες των διακοπών.
Σε ένα μπαλκόνι υπάρχει ένα λευκό πλαστικό τραπέζι. Πάνω του, ένα ποτήρι νερό μισογεμάτο και δύο γόπες σε ένα σταχτοδοχείο. Δίπλα, μια καρέκλα στραμμένη προς τον δρόμο.
Σαν κάποιος να σηκώθηκε πριν από λίγο.
Ή πριν από χρόνια.
Στην Αθήνα δεν είσαι ποτέ σίγουρος.
Και κάπου εκεί αρχίζει το παράξενο.
Μέσα σε αυτή την ασυνήθιστη ησυχία, η πόλη σταματά να βιάζεται. Χαλαρώνει για λίγο τη λαβή της και μας αφήνει να τη νιώσουμε.
Ακούς τον αέρα να περνά ανάμεσα από τις νεραντζιές.
Ακούς το ξερό τρίξιμο μιας τέντας.
Ακούς μια τηλεόραση ανοιχτή σε κάποιο διαμέρισμα.
Ακούς τα βήματά σου στην Ερμού.
Από ένα μπαλκόνι πέφτει μια σταγόνα από κλιματιστικό.
Ύστερα άλλη μία.
Ύστερα άλλη μία.
Σαν ρολόι που μετρά τον Αύγουστο. Σαν να απομακρύνθηκε ξαφνικά ο θόρυβος που χρησιμοποιούμε καθημερινά για να μην ακούμε τον εαυτό μας.
Η Αθήνα βρίσκεται τότε στο μεταίχμιο δύο κόσμων.
Στον πρώτο υπάρχει η πραγματικότητα.
Οι λογαριασμοί που περιμένουν πάνω στα τραπέζια της κουζίνας.
Τα ενοίκια που ανεβαίνουν ακόμη κι όταν λείπουν οι ένοικοι.
Τα γραφεία που θα γεμίσουν ξανά.
Οι υποχρεώσεις που έχουν την υπομονή των γεωλογικών φαινομένων.
Δεν ανησυχούν.
Ξέρουν ότι θα επιστρέψουμε.
Στον δεύτερο κόσμο όλα μοιάζουν ελαφρώς μετατοπισμένα.
Τα φανάρια αλλάζουν χρώμα χωρίς μάρτυρες.
Οι άδειες στάσεις περιμένουν επιβάτες που ίσως να μην έρθουν ποτέ.
Οι πολυκατοικίες στέκονται σαν πελώρια πλοία αραγμένα σε μια θάλασσα από τσιμέντο.
Τα εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά κοιτάζουν τους δρόμους με τα τυφλά τους παράθυρα.
Και για μια στιγμή έχεις την αίσθηση ότι η πόλη θυμάται κάτι που εμείς έχουμε ξεχάσει.
Ίσως μια εποχή με λιγότερη βιασύνη.
Ίσως ένα μέλλον που δεν συνέβη ποτέ.
Ίσως τίποτα.
Η Αθήνα, άλλωστε, είναι ειδική στο να πουλά νοσταλγία για πράγματα που δεν έζησες.
Κι όμως, αυτή η σχεδόν άδεια πόλη είναι όμορφη.
Όχι επειδή έγινε καλύτερη.
Αλλά επειδή σταμάτησε για λίγο να προσποιείται.
Έμεινε μόνη με τις ρωγμές της, τα ξεθωριασμένα μπαλκόνια, τα εγκαταλελειμμένα νεοκλασικά, τους κάδους που μυρίζουν μέσα στη ζέστη και τη σκόνη του Αυγούστου κολλημένοι στα πεζοδρόμια.
Όπως ακριβώς κι εμείς όταν μένουμε μόνοι.
Χωρίς προγράμματα.
Χωρίς δικαιολογίες.
Χωρίς τον θόρυβο.
Και τότε συμβαίνει το πιο σουρεαλιστικό απ’ όλα.
Για λίγα λεπτά, περπατώντας σε έναν έρημο δρόμο κάτω από τον λευκό ήλιο, πιστεύεις ότι η ζωή θα μπορούσε να είναι διαφορετική.
Όχι καλύτερη.
Απλώς πιο αληθινή.
Ύστερα έρχεται ο Σεπτέμβρης.
Η πόλη ξαναγεμίζει ανθρώπους που τρέχουν να προλάβουν το μέλλον, ενώ το παρόν τούς περιμένει ακόμη εκεί: σε ένα άδειο μπαλκόνι, πάνω σε ένα λευκό πλαστικό τραπέζι, δίπλα σε ένα μισογεμάτο ποτήρι νερό που έχει ήδη ζεσταθεί από τον ήλιο.
Διαμάντω (Βάσω Τζιβανάκη)
Το καλοκαίρι προχωρεί ζεστό.
Η επανάσταση δεν θα 'ρθει πάλι.
Τα δυο βυζιά μου με ενοχλούν
κι ίσως αν τα 'κοβα θα 'χα δικαίωμα
σε ένα καλύτερο μερίδιο στον κόσμο,
όπου εσύ είσαι το τσεκούρι
κι εγώ απλή γκρούπι με αντιφάσεις δωδεκάχρονου.
Ας μείνουμε έτσι αεράτοι, σύντροφέ μου.
Δεν τα μπορείς τα παραπάνω.
-Με 38 βαθμούς Κελσίου Αύγουστο μήνα
ποιος τα μπορεί στην τελική;-
Μα αν θες, ας παίξουμε μια παντομίμα υπαινικτική.
Δε θα κοστίσει σε αφοσίωση,
δε θα σε κάνει να νοιαστείς για τις αμέτρητες καβάτζες
σ’ αυτόν τον τόπο τον ανεξακρίβωτο
με τα κατάξερα κουφάρια κατσαρίδων
στα σπίτια των τυφλών σημείων
-που διάολε,
εσύ έχεις τα κλειδιά, αφού παίζεις έδρα-.
Φέρνω το δάχτυλό μου στο λαιμό παράλληλα.
Ο δείκτης ξεγλιστρά απ' άκρη σ' άκρη στο πετσί,
σφίγγω τα δόντια,
μάτια γουρλωτά,
φλέβες πετιούνται διεσταλμένες.
Μάντεψε τι έκανα...
___________..._____________
Για τη φωτιά υπολόγισέ με.
Μετά την έκσταση του μακελέματος
φτάνοντας σε έναν προορισμό μισαμοιβαίας χειραφέτησης,
ας ενωθούμε πια στα ίσα,
όπως θα το 'κανε η Διαμάντω,
αν προλάβαινε...
(Στα μέρη μου τα μυστικά είναι για τους μύστες)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου