Σάββατο 8 Αυγούστου 2026
15αύγουστος-συλλογικό (Μέρος 2ο)
Αγάπησε την τηλεργασία και δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ούτε μια μέρα στη ζωή σου (Χρήστος Χατζηκωνταντίνου)
Ντιν νταν, ντιν νταν. Η γαμοκαμπάνα της εκκλησίας χάλασε ακόμη μια φορά τον ύπνο μου. Ξύπνησα και κοίταξα το κινητό. 15 Αυγούστου, 8κ23 το πρωί. Βλαστήμησα σιγανά. Όχι ότι είχε και καμιά σημασία δηλαδή, μόνος μου έμενα. Στην πραγματικότητα ούτε κι η ώρα είχε σημασία. Όταν είσαι 48 ώρες on call, επειδή είναι πιθανόν να βρεθεί κάποιο πρόβλημα στην πλατφόρμα, δεν έχει πολύ σημασία πότε ξυπνάς, που ξυπνάς ή σε ποια ζώνη ώρας δουλεύεις.
Είχα δυομιση μήνες που είχα πιάσει δουλειά σε μια από αυτές τις εταιρείες που εδρεύουν κάπου αλλά εσύ μπορείς να είσαι οπουδήποτε αλλού, τηλεργασία ή remote για τους πιο αγγλομαθείς. Ο ενθουσιασμός που θα δούλευα με τσιγάρο και σώβρακο από το σαλόνι μου, μετριάστηκε κάπως όταν έμαθα ότι θα μπορώ να πάρω άδεια μετά από τρεις μήνες. Ο μισθός όμως, αισθητά καλύτερος σε σχέση με το να έπιανα δουλειά σε κάποια ελληνική εταιρεία, γρήγορα μαλάκωσε τις όποιες αμφιβολίες μου.
Η τηλεργασία είχα όντως πλάκα στην αρχή, ξεκινούσα 12, τελείωνα 8, στις 9 είχα ήδη ξεκινήσει τις μπύρες με όποιον ήταν διαθέσιμος. Οι περισσότεροι γνωστοί και φίλοι ήταν σε αντίστοιχη φάση. Μετά τον κόβιντ είχαμε όλοι κάπως βολευτεί να οχυρωνόμαστε σπίτι μας μαζί με τη δουλειά, οπότε αποφασίσαμε να το συνεχίσουμε και μετά. Προγραμματιστές οι περισσότεροι, ήταν το μόνο εύκολο.Ο κόσμος φαινόταν να αλλάζει κι εμείς, οι πιονιέροι της νέας εποχής, ήμασταν έτοιμοι να αδράξουμε τη μέρα και να κάνουμε τα εταιρικά γραφεία παρελθόν και το home office το σύμβολο της νέας μας χειραφετημένης καθημερινότητας.
Περίπου δυόμιση μήνες μετά δεν συμμεριζόμουν ιδιαίτερα τον ενθουσιασμό της αρχής. Λίγο το καλοκαίρι που είχε έρθει κι εγω ήμουν μαγκωμένος στην καρέκλα του γραφείου, λίγο που μετά από κάποιο καιρό ο μοναδικός στον οποίο μιλούσα όλο το πρωί ήταν το ηλικιωμένο ζευγάρι από το διπλανό διαμέρισμα, λίγο κάτι υπερωρίες που είχαν αρχίσει να σκάνε σιγά σιγά, η ειδυλλιακή πραγματικότητα που φανταζόμουνα είχε πάει περίπατο. Θα μπορούσα βέβαια να πάρω το λάπτοπ μου και να διακοπάρω κάπου, να δουλεύω από την παραλία κι άλλα τέτοια ωραία. Κάποιες μέρες όμως που δοκίμασα να το κάνω από το εξοχικό ενός φίλου κατέληξα να σκέφτομαι τη δουλειά όσο διασκέδαζα και τη διασκέδαση όσο δούλευα, με αποτέλεσμα τίποτα από τα δυο να μην πάει καλά.
Αλλά τον Αύγουστο τα πράγματα χειροτέρεψαν. Πέρα από το ότι δεν θα πήγαινα διακοπές, θα έπρεπε να είμαι 2 ΣΚ on call για να προσέχω την πλατφόρμα. 15 Αυγούστου ήταν κυριακή, είχα στην πλάτη μου 5 μέρες δουλειάς και το Σάββατο που το ξόδεψα κατά βάση διορθώνοντας bugs στην πλατφόρμα. Ο υδράργυρος “σκαρφάλωνε” ανεξέλεγκτα, φτάνοντας μέχρι τους 40 βαθμούς κελσίου, δεν κυκλοφορούσε άνθρωπος έξω κι εγώ είχα μείνει στην πόλη να φυλάω θερμοπύλες. Τα stories φίλων και γνωστών από παραλίες και beach bars δεν βοηθούσαν την κατάσταση και με είχαν φτάσει σε κατάσταση παράκρουσης.
Βγήκα λίγο στο μπαλκόνι για να πιω τον καφέ μου και ανταλλάξαμε 2 κουβέντες με τον κύριο Κώστα από δίπλα, που είχε ξεμείνει κι αυτός στην πόλη με τη γυναίκα του. Λευκή αμάνικη φανέλα και σώβρακο, ένας άνθρωπος που έβαζε την άνεση πάνω από οποιεσδήποτε ψευδεπίγραφες θεωρίες περί dress code. Έστριψα το πρώτο τσιγάρο της ημέρας κι οι πρώτες τζούρες μου έφεραν την γνώριμη ζάλη της νικοτίνης. Κάθησα στην καρέκλα για να μην πέσω κάτω. Στο βάθος είδα μια συστάδα από φοίνικες.
Επιτέλους, μετά από τόσο καιρό μεσοπέλαγα μάλλον πλησιάζαμε στη στεριά. Ρούφηξα πάλι το τσιγάρο και το πέταξα. Η υγρασία στους τροπικούς κάνει πάντα τον καπνό να έχει απαίσια γεύση. Γύρισα στον καπετάνιο. “Καπετάν Κώστα, θέλω το βράδυ να κατέβω στην πόλη. Έχω συνεννοηθεί με τον Γουίλυ να καλύψει το πόστο μου”. Ο καπετάνιος με κοίταξε απορημένος. Ο καημένος, από τότε που έχασε τη γυναίκα του έχανε κατά καιρούς την επαφή του και με το περιβάλλον. Αποφάσισα να πάω προς την καμπίνα μου να ετοιμαστώ.
Η ειδοποίηση του discord με επανέφερε στην πραγματικότητα. Δυστυχώς έπρεπε να δουλέψω. Έβγαλα σορτσάκι και φανέλα κι άφησα το ύφασμα της καρέκλας να απορροφήσει τον ιδρώτα μου. Με αυτόν τον τρόπο γλίτωνα κι ένα πλυντήριο. Μισή ώρα αργότερα είχα τελειώσει. Αφού σκρόλλαρα χωρίς σκοπό σε facebook και instagram, διάβασα ένα αφιέρωμα για το πως γιορτάζεται ο 15αύγουστος σε διάφορα μέρη της Ελλάδας και πόνταρα κάτι ψιλά στo λίβερπουλ-τσέλσι, έκανα κάτι γρήγορο να φάω, τράβηξα μια διαδικαστική μαλακία και λιποθύμησα στον καναπέ του σαλονιού κάτω από το aircondition.
Ξύπνησα κάνα δίωρο μετά με σχετικά καλή διάθεση, μέχρι να συνειδητοποιήσω ότι θα περνούσα το δεκαπενταύγουστο στην έρημη θεσσαλονίκη δουλεύοντας. Αφού έριξα κανα δυο παναγίες, άνοιξα τo κινητό για να σκοτώσω λίγο ακόμη χρόνο αλλά το ίντερνετ αρνιόταν πεισματικά να συνεργαστεί. Για δεδομένα ούτε λόγος, αφού στη γούβα που έμενα δεν είχε καλα καλά σήμα ούτε για τηλέφωνο. Κοίταξα το ρούτερ κι είδα το λαμπάκι του ίντερνετ να αναβοσβήνει απελπισμένο. Ούτε ίντερνετ λοιπόν, ούτε σταθερό αφού από τότε που έβαλα οπτικές ίνες αν κοπεί το ίντερνετ παραλύει όλο το σύστημα επικοινωνίας του σπιτιού.
Κρύος ιδρώτας με έλουσε. Ήμουν off the grid μετά από χρόνια. Ούτε που θυμόμουν την τελευταία φορά που ήμουνα σε μέρος χωρίς πρόσβαση στο ίντερνετ. Ο μοναδικός τρόπος για να επικοινωνήσω με τον έξω κόσμο ήταν είτε δια ζώσης είτε να μετακινηθώ κάπου που το κινητό μου έπιανε σήμα. Έτρεξα στο μπαλκόνι και παρακάλεσα τον γείτονα να χρησιμοποιήσω το σταθερό για να μιλήσω με την εταιρεία του ίντερνετ και να μάθω πότε θα αποκατασταθεί η βλάβη. Ευτυχώς ο κυρ Κώστας είχε αντισταθεί στην επέλαση του μοντερνισμού και των οπτικών ινών, που σημαίνει ότι είχε ένα σταθερό τηλέφωνο που δούλευε παρά την απουσία του ίντερνετ. Στεκόταν αγέρωχος, με τον κασκορσέ και το μουστάκι του, ανίκανος να κατανοήσει τον πανικό μου επειδή “δεν παίζει εκείνο το μπλιμπλίκι με τα φωτάκια”.
Η ευγενέστατη υπάλληλος στο τηλεφωνικό κέντρο κάθε άλλο παρά με καθησύχασε. Υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα στο δίκτυο της περιοχής μας που θα ήθελε αρκετό χρόνο για να επιδιορθωθεί, ακόμη και σε μια φυσιολογική μέρα, πόσο μάλλον δεκαπενταύγουστο. Το ίντερνετ δεν αναμενόταν να επανέλθει πριν το μεσημέρι της επόμενης. Σκέφτηκα τι θα μπορούσα να κάνω. Η πρώτη σκέψη ήταν να δουλέψω σε κάποιο ίντερνετ καφέ αλλά για λόγους ασφαλείας είχα πρόσβαση στην πλατφόρμα μόνο από το δίκτυο του σπιτιού. Ίσως αν επικοινωνούσα με το IT να βρισκόταν μια λύση αλλά αποφάσισα να το αποφύγω για έναν πολύ σημαντικό λόγο: Δεν ήθελα καθόλου να το κάνω.
Το μπαλκόνι μου ήταν δυτικό και ο ήλιος καθώς έδυε έβαφε τον ουρανό με αποχρώσεις του μωβ και του πορτοκαλί. Το απαλό αεράκι που είχε αρχίσει να φυσάει ανακούφιζε κάπως τον αυγουστιάτικο καύσωνα κι αποφάσισα ότι είχα μια μοναδική ευκαιρία για ρεπό. Εξάλλου ο καιρός έμοιαζε υπέροχος για μια νυχτερινή βόλτα στην πόλη. Αποφάσισα να πάω προς την καμπίνα μου να ετοιμαστώ.
Αφού σενιαρίστηκα και φόρεσα τη στολή εξόδου, ξαναβγήκα στο κατάστρωμα. “Θα κατέβω στην πόλη όπως έλεγα καπετάνιε. Θα τα πούμε το πρωί.” Ο καπετάνιος με κοίταξε απορημένος. Ο καημένος, από τότε που έχασε τη γυναίκα του έχανε κατά καιρούς την επαφή του και με το περιβάλλον.
ΒΑΪΟΣ ΚΟΛΟΦΩΤΙΑΣ Κόκκινο Βότσαλο
Ο Θοδωρής κατέβηκε απ' το καΐκι με μια τσάντα, δύο τζιν, τρία μπλουζάκια και τριάντα ευρώ στην τσέπη. Δεκατέσσερις Αυγούστου, μεσημέρι, ο ήλιος κάθετος πάνω απ' το λιμανάκι σαν καπάκι. Κανείς δεν τον περίμενε. Αυτό ακριβώς ήθελε.
Το νησί λεγόταν στα χαρτιά κάπως αλλιώς, μα όλοι το λέγανε «η Αγία», από το εκκλησάκι στην κορυφή, μια λευκή τελεία πάνω στον γκρίζο βράχο. Στριφτά δρομάκια, γάτες αλανιάρες, ο φούρνος που άνοιγε στις πέντε το πρωί, ένα μπακάλικο, δύο ταβέρνες, κι ένα λιμανάκι που το βράδυ γέμιζε βάρκες, παιδιά, σκυλιά και μια παρέα γερόντων που έπαιζαν τάβλι φωνάζοντας σαν να τσακώνονταν.
Βρήκε δουλειά την ίδια μέρα. Ο Μανούσος, ταβερνιάρης με φωνή βαριά και χέρια σαν δαγκάνες, τον έβαλε να πλένει πιάτα με αντάλλαγμα φαΐ και ένα στρώμα στην αποθήκη. «Δεκαπέντε μέρες σε χρειάζομαι», του είπε. «Μετά βλέπουμε».
Τη Φαίδρα τη γνώρισε τη δεύτερη μέρα, στο μικρό μαγαζάκι δίπλα στο λιμάνι όπου πουλούσε βότσαλα ζωγραφισμένα. Ψάρια, μάτια, φεγγάρια, λέξεις. Καθόταν στο πεζούλι με τα πόδια σταυροπόδι, τα χέρια λερωμένα με μπογιά, τα μαλλιά δεμένα με ένα κομμάτι ύφασμα που κάποτε ήταν φόρεμα.
«Πόσο κάνει το κόκκινο;» ρώτησε ο Θοδωρής, δείχνοντας ένα βότσαλο με ένα μάτι ζωγραφισμένο πάνω, μπλε, ανοιχτό, κάπως αναιδές. «Δεν πουλιέται αυτό». «Γιατί το 'χεις εκεί τότε;» «Για να ρωτάνε». Γέλασε. Της άρεσε που γέλασε.
Του είπε να καθίσει, του έδωσε ένα βότσαλο άσπρο, ζωγράφισε πάνω μια γραμμή τσιτσιτσί με τρία γρήγορα κινήματα, το πέταξε στα χέρια του.
«Δώρο. Τώρα φύγε, δουλεύω».
Δεν έφυγε αμέσως. Έμεινε μια ώρα, δύο, βοηθώντας να στρώσει τα βότσαλα σε σειρές, μαθαίνοντας ονόματα ψαριών που δεν είχε ξανακούσει, ρωτώντας για το νησί, για κείνη, παίρνοντας μισές απαντήσεις που τον έκαναν να θέλει παραπάνω.
Η Αγία είχε κι έναν άλλο κάτοικο, εποχιακό, τον Λάκη. Ο Λάκης με τη βάρκα, λέγανε, γιατί είχε ένα παλιό ξύλινο καίκι με μηχανή που βρόνταγε σαν τρακτέρ και μια πινακίδα ζωγραφισμένη με το χέρι: «Ηφαίστειο - Σπηλιές – Delfini Watching, 25€». Τα δελφίνια δεν είχαν εμφανιστεί ποτέ σε καμία εκδρομή, το ηφαίστειο ήταν ένας βράχος με κόκκινο χώμα, κι οι σπηλιές δύο τρύπες που χωρούσαν το πολύ τρεις ανθρώπους σκυμμένους. Ο Λάκης έπαιρνε τα λεφτά πρώτα, πάντα πρώτα, «για το καύσιμο», έλεγε, και μετά αποφάσιζε αν θα βγει η βάρκα ή αν θα «χαλάσει ο καιρός ξαφνικά».
«Κάποια στιγμή θα τον πνίξει κανένας», του είπε ο Μανούσος στο μαγειρείο, τρίβοντας ένα μαχαίρι στην πέτρα.
«Αλλά είναι ξάδερφός μου, τι να κάνω».
Τη νύχτα της παραμονής, ο κόσμος μαζεύτηκε στο λιμάνι για το πανηγύρι. Τραπέζια βγήκαν έξω, κρασί κύλησε στις καράφες, κάποιος έφερε ένα βιολί, κάποιος άλλος ένα ακορντεόν, χαλασμένο κατά το ήμισυ, που έπαιζε πάντως. Ο Θοδωρής χόρεψε άσχημα αλλά με χαρά. Η Φαίδρα χόρεψε καλά και χωρίς να την νοιάζει ποιος κοιτούσε.
Κάπου στη μέση της βραδιάς, ένας τουρίστας Γερμανός, κατακόκκινος απ' τον ήλιο και το κρασί, άρχισε να φωνάζει στον Λάκη. Ήθελε πίσω τα λεφτά της εκδρομής που δεν έγινε ποτέ. Ο Λάκης, μεθυσμένος, τον έσπρωξε. Ο Γερμανός έπεσε πάνω σ' ένα τραπέζι, γυαλιά έσπασαν, μια γυναίκα ούρλιαξε, κι ο Θοδωρής, χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, βρέθηκε στη μέση, κρατώντας τον Λάκη από τους ώμους, λέγοντάς του «έλα, έλα, κάτσε κάτω» με μια φωνή σταθερή, θαρραλέα που δεν ήξερε πως είχε.
Ο Λάκης τον χτύπησε στο μάτι, όχι δυνατά, μα αρκετά. Ο Θοδωρής δεν έπεσε πίσω. Έμεινε εκεί, με το χέρι ακόμα πάνω στον ώμο του άλλου, μέχρι που ο Μανούσος έφτασε τρέχοντας και τον τράβηξε στην κουζίνα, στα δροσερά πλακάκια, με ένα πανί βρεγμένο στο πρόσωπο.
Η Φαίδρα ήρθε λίγο μετά. Δεν είπε τίποτα για τη γενναιότητα ή την ανοησία του. Κάθισε δίπλα του, πήρε το πανί, το ξανάβρεξε, το ξανάβαλε στο μάγουλό του. Έμειναν έτσι, χωρίς πολλά λόγια, ακούγοντας τη γιορτή να συνεχίζεται έξω, τα βιολιά, τα πόδια στο τσιμέντο, κάποιον να τραγουδά παράφωνα αλλά με όλη του την καρδιά.
«Ο πατέρας μου ήταν σαν τον Λάκη», είπε τελικά η Φαίδρα. «Όχι απατεώνας. Απλά χαμένος. Έφυγε όταν ήμουν έξι χρονών».
Ο Θοδωρής δεν ρώτησε τίποτα άλλο. Της έπιασε το χέρι, εκείνη δεν το τράβηξε. Το πρωί του δεκαπενταυγούστου, το νησί ξύπνησε αργά, με πονοκεφάλους και ήλιο δυνατό. Η λειτουργία στην εκκλησία στην κορυφή ξεκίνησε στις οκτώ, με καμπάνες που χτυπούσαν ακανόνιστα, σαν να τις βαρούσε παιδί. Η Φαίδρα πήγε, ο Θοδωρής την ακολούθησε, κι εκεί, ανάμεσα σε γριές με μαύρα μαντίλια και ψαράδες με πουκάμισα σιδερωμένα βιαστικά, στάθηκαν δίπλα δίπλα, χωρίς να κρατιούνται πια, απλά κοντά. Μετά τη λειτουργία, ο παπάς, γέρος με γένια άσπρα ίσαμε τη μέση, μοίρασε αντίδωρο. Στη Φαίδρα έδωσε ένα κομμάτι και είπε, χωρίς εμφανή λόγο, «καλή αντάμωση». Στον Θοδωρή έδωσε άλλο κομμάτι και είπε ακριβώς την ίδια φράση, με την ίδια ακριβώς έμφαση. Κανείς απ' τους δύο δεν σχολίασε τη σύμπτωση. Ίσως να μην ήταν καν σύμπτωση. Ίσως ο παπάς να το 'λεγε σε όλους.
Κατέβηκαν το μονοπάτι μαζί, ξυπόλητοι στο τέλος γιατί τα σανδάλια της Φαίδρας έσπασαν στη μέση της κατηφόρας, γελώντας με το ασήμαντο αυτό γεγονός περισσότερο απ' όσο χρειαζόταν. Στο λιμάνι, ο Λάκης καθόταν έξω απ' την ταβέρνα με τα μούτρα κατεβασμένα, πίνοντας καφέ, χωρίς να μιλάει σε κανέναν. Ο Μανούσος του είχε βάλει το φλιτζάνι μπροστά χωρίς να μιλάει ούτε εκείνος. Ο Θοδωρής δούλεψε ακόμα δέκα μέρες στην ταβέρνα. Έμαθε να καθαρίζει σουπιές χωρίς να βρωμίζει τα ρούχα του, κάτι το οποίο ποτέ δεν κατάφερε τελείως. Έμαθε τα ονόματα όλων των γατιών του λιμανιού, που ήταν περισσότερα απ' τα ονόματα των ανθρώπων. Έμαθε πως η Φαίδρα ζωγράφιζε βότσαλα από τα δεκαέξι της, πως τα πούλαγε το καλοκαίρι, πως τον χειμώνα έμενε στην Αθήνα σε ένα δωμάτιο με θέα σε μια πολυκατοικία, πως δεν της άρεσε να μιλάει για τον χειμώνα. Το τελευταίο βράδυ κάθισαν στο βράχο πάνω απ' το ηφαίστειο του Λάκη, το κόκκινο χώμα ζεστό ακόμα κάτω απ' τα πόδια τους, παρόλο που ο ήλιος είχε δύσει ώρα πριν. Η Φαίδρα του έδωσε το βότσαλο με το μάτι, αυτό που δεν πουλιόταν. «Γιατί τώρα;» ρώτησε εκείνος. «Γιατί ρωτάς». Το φεγγάρι, ακόμα σχεδόν γεμάτο απ' τη γιορτή, φώτιζε το νερό σε λωρίδες ασημιές που κινούνταν αργά. Κάπου πιο πέρα ακούγονταν σκυλιά, μια πόρτα που έκλεινε, τα τζιτζίκια σιωπηλά, επιτέλους, μετά τη δύση. Ο Θοδωρής δεν ρώτησε αν θα ξανάρθει, ούτε εκείνη τον ρώτησε το ίδιο. Το καΐκι έφευγε το πρωί στις εφτά. Κοιμήθηκαν λίγο, μαζί, στην αποθήκη σε ένα στρώμα, με τα κορμιά και τα ρούχα τους ακόμα βρεγμένα απ' το τελευταίο μπάνιο της νύχτας. Στο λιμάνι, το πρωί, ο Μανούσος του έσφιξε το χέρι και του έβαλε στην τσέπη ένα φάκελο με λεφτά, παραπάνω απ' όσα είχαν συμφωνήσει. Η Φαίδρα δεν κατέβηκε να τον αποχαιρετήσει. Την είδε από το καΐκι, στο μπαλκόνι πάνω απ' το μαγαζάκι της, να κουνάει το χέρι μια φορά, χωρίς φανφάρες. Το βότσαλο με το μάτι το κράτησε στην τσέπη σε όλο το ταξίδι, γυρίζοντάς το ανάμεσα στα δάχτυλα του, χωρίς να ξέρει ακριβώς τι σκεφτόταν.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου