Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2026

Η ποιήτρια (Αλέξανδρος Πετρόχειλος)

Του συστήθηκε και αυτή ως ποιήτρια. Ήταν ένα βράδυ στα Εξάρχεια, σε κάποιο μικρό μπαρ,με 2 ευρώ τη μικρή μπύρα, και 3 τη μεγάλη. Είχε διαβάσει όλες τις συλλογές ποιημάτων του, και ήταν η μεγαλύτερη θαυμάστρια του. Πάντα ήθελε να του μιλήσει σε διάφορες παρουσιάσεις, ή ποιητικές βραδιές αλλά ποτέ δεν έβρισκε το θάρρος.
Τουλάχιστον έτσι του είπε.
Τον άκουσε πριν κάποιες ώρες να απαγγέλει ένα από τα ερωτικά του ποιήματα στο βιβλιοπωλείο ''Ε-πλασης'', και την μάγεψε τόσο πολύ, που βρήκε το κουράγιο να τον προσεγγίσει.
Τι υπέροχο ποιήμα; Πως του έρχεται η έμπνευση; Τι διαβάζει τον τελευταίο καιρό και ποιος είναι ο αγαπημένος του ποιητής;
Ο Ποιητής δεν άκουγε ούτε τις μισές ερωτήσεις από την εκκωφαντική ροκ μουσική. Μια αντρική βαθιά φωνή τραγούδαγε από τα ηχεία.
Η γυναίκα που μιλούσε στα κύματα
χόρευε σε μια ακρογιαλιά
Μπέρδευε τους στίχους του τραγουδιού με τις ερωτήσεις της. Συνήθως έγνεφε, χαμογελούσε, και όταν ήθελε να της μιλήσει, έσκυβε στο δεξί της αυτί, και της έλεγε κάτι αφηρημένο ή κάτι επιτηδευμένα έξυπνο. Η ανάσα της μύριζε αλκοόλ και ο λαιμός της κεράσι. Ήθελε να την φιλίσει κι ας μην θυμόταν ούτε το όνομα της. Τι του χρειαζόταν;
« Πολύ θα ήθελα να διαβάσω κάποια στιγμή την ποίηση σου », της είπε κοιτάζοντας την βαθιά στα μάτια. Άλλο λίγο και θα το πίστευε και ο ίδιος.
Εκείνη έσκυψε κοντά του. Τα χείλη της για μια στιγμή ακούμπησαν το αυτί του και μια ανατριχίλα διέτρεξε την ραχοκοκαλιά του. « Έλα απόψε στο σπίτι μου, και θα σου διαβάζω μέχρι να ξημερώσει».
Ο ποιητής προσπάθησε να απομακρυνθεί για λίγο από κοντά της, γιατί τα κορμιά τους είχαν κολλήσει, και στον καβάλο του συνέβαιναν πράγματα μη ποιητικά.
Έγνεψε αμήχανα, πλήρωσε τα ποτά και φύγανε βιαστικά προς την Ακαδημίας.
Σταματήσανε ένα ταξί από τα πολλά που περνάγανε άδεια μια αδιάφορη Τρίτη.
Ένας πενηντάρης οδηγός άκουγε λαικά και δεν μιλούσε. Ένα φυλαχτό που ήταν κρεμασμένο στον καθρέφτη κινούταν αντίθετα από τις στροφές του οχήματος.
« Μπορώ να καπνίσω ;» ρώτησε εκείνη, εκμεταλλευόμενη μια παύση του τραγουδιστή που έμπαινε στο δεύτερο κουπλέ ,μετά από ένα επαναλαμβανόμενο βαρετό ρεφρέν.
« Βεβαίως. Άνοιξε το παράθυρο μόνο », της είπε ο ταξιτζής.
Έβγαλε ένα davidoff χρυσό, και κέρασε ένα και τον Ποιητή δίπλα της. Εκείνος δέχτηκε πρόθυμα, και ας το είχε κόψει πριν 3 χρόνια. Μια τέτοια βραδιά το σήκωνε.
Καπνίζανε και οι δυο στα πίσω καθίσματα και δεν μιλούσαν. Έβλεπαν τα κίτρινα φώτα του κέντρου να τρέχουν και να σβήνουν , και ο καπνός να χάνεται απ' το παράθυρο.
Στην αστραφτερά φωταγωγημένη Ομόνοια ο Ποιητής χάζεψε τον αδικαιολόγητα βαρύ οπλισμό των ομάδων Διας . Πιο πέρα τον κακόγουστο και φτηνό ρουχισμό των αλλοδαπών, και πιο κάτω στην Πειραιώς τα βρώμικα και μισκσκισμένα ρούχα των τοξικομανών. Μια ιδέα για καινούριο ποίημα τρύπωσε μέσα του, αλλά μέχρι να στρίψουν στην Ιερά οδό, την είχε ήδη απομακρύνει. Άλλοι θα βρίσκανε το ποίημα ρατσιστικό, άλλοι φασιστικό, και μερικοί δηθενιά και αριστερίστικό. Δεν ήταν να μπλέκεις με τέτοια ζητήματα αν ήθελες να τα έχεις καλά με όλους. Το θέμα θεωρούταν λήξαν, μέχρι να μπει το ταξί στην Κωνσταντινουπόλεως, μαζί με το davidoff που είχε σβήσει.
Πέταξε τη γόπα από το παράθυρο, και πλήρωσε τον ταξιτζή ο οποίος είχε σταματήσει μετά από ένα ''κάπου εδώ είμαστε'' εκείνης. Το σπίτι ήταν σε ένα στενό στο Μεταξουργείο στριμωγμένο ανάμεσα σε φτηνά airbnb. Στο ασανσέρ κρατήθηκε στωικά να μην της χυμήξει. Ευτηχώς η διαδρομή μέχρι τον δεύτερο όροφο ήταν σύντομη. Το παλιό ασανσέρ με ένα άτσαλο φρενάρισμα σταμάτησε και τους ξέρασε στον σκοτεινό όροφο. Εκείνη έψαξε για λίγη ώρα ζαλισμένη τα κλειδιά της σε μια τεράστια μαύρη τσάντα, και ξεκλείδωσε την πόρτα. Το διαμέρισμα μύριζε κλεισούρα. Έλαφρως ακατάστατο, όσο πρέπει για μια ποιήτρια, σκέφτηκε . Βιβλία και σελίδες σπαρμένα στο έδαφος. Μπήκαν στην κρεβατοκάμαρα. Εκείνη ξεκίνησε να γδύνεται σιωπηλή στο μισοσκόταδο. Ο ποιητής έβλεπε στίχους να ξετυλίγονται μπροστά του, σε ένα πρόστυχο ποίημα που είχε ξαναδιαβάσει σε λίγο διαφορετικές εκδοχές του, αλλά ποτέ δεν το βαριότανε. Εκείνη έμεινε γυμνή για λίγο να τον προκαλεί.
« Δεν θα μου διαβάσεις κάτι;» της είπε.
Εκείνη χαμογέλασε. Έτρεξε στο σαλόνι και μάζεψε μερικά χαρτιά.
Γύρισε πίσω και άρχισε να του απαγγέλει. Ο ποιητής προσπάθησε να μείνει συγκεντρωμένος αλλά δεν μπόρεσε. Τα μάτια του τρέχανε από την μια καμπύλη στην άλλη, από το ένα παιχνίδισμα του φωτός πάνω στο κορμί της, στην σκοτεινιά ενός άλλου, και στην επερχόμενη ηδονή . Μια μικρή παύση στην απαγγελία, την έξέλαβε λανθασμένα ως τον επίλογο του ποιήματος, αλλά ποιος να τον κατηγορήσει; Ούτε καν η ίδια η δημιουργός .
Τα χαρτιά με τα χειρόγραφα ποιήματα ανεμίσανε για λίγο στον αέρα, πριν πέσουν σαν νεκρά πουλιά στο πάτωμα.
*
Ο Ποιητής δεν ήταν πάντα ποιητής. Μέχρι τα 25 του σκάρωνε στιχάκια και έξυπνες προτάσεις σε τετράδια,αλλά το κύριο πάθος του ήταν η υποκριτική. Έτυχε σε κάποια πειραματική σκηνή να γνωρίσει κάποιους συγγραφείς, και να δέσουν σαν παρέα. Και έτυχε και πάλι , σε μια παρουσίαση που τον είχαν καλέσει ,να γνωρίσει τον Κ, τον άλλοτε μεγάλο ποιητή της χώρας. Ο Κ τον συμπάθησε από την πρώτη στιγμή, και τον πήρε υπό την προστασία του. Με αντάλλαγμα το ταλέντο του; Την παρέα του; Το κορμί του όπως λέγανε κάποες κακές γλώσσες; Κανείς δεν μπορεί να πει ακόμα και σήμερα με σιγουριά.
Η αλήθεια είναι ότι ο Κ τον παρότρυνε, τον ανέδειξε και τον βοήθησε με εξωφρενικό τρόπο να μπει στον χώρο της ποίησης, και στους λογοτεχνικούς κύκλους της Αθήνας. Στους κύκλους εκείνους, που άμα είσαι αρκετά καλός μαιντανός, μπορείς να φτάσεις μέχρι και στα κρατικά βραβεία. Και αν ξέρεις να γράφεις το όνομα σου σωστά, μπορείς και να το κερδίσεις.
Ο Ποιητής όμως, παραδόξως για πολλούς κακεντρεχείς, δεν ήταν καθόλου κακός. Για την ακρίβεια μάλιστα, και σχεδόν κατά γενική ομολογία, αποδείχτηκε ένας από τους πιο ταλαντούχους ποιητές της γενιάς του.
Αυτό το ταξίδι προς την ''καταξίωση'' και την ματαιότητα του, σκεφτόταν ο Ποιητής εκείνο το πρωινό που είχε ξυπνήσει στο Μεταξουργείο, δίπλα στη χθεσινή του γνωριμία. Εκείνη κοιμόταν ακόμα δίπλα του ,με ένα απαλό χαριτωμένο ροχαλητό. Σήκωσε τα σεντόνια για λίγο. Ήταν γυμνή. Θυμόταν καλά λοιπόν. Είχε υπέροχο σώμα, και δυο μικρές ελιές στρατηγικά τοποθετημένες στη πλάτη της, που μοιάζαν με δυο μικροσκοπικά μάτια που σε κοιτάγανε. Χάζεψε για λίγο τα τα κατάμαυρα μαλλιά της που ήταν απλωμένα στα μαξιλάρια σαν ένα χταπόδι που αιωρείται στο πιο σκοτεινό βυθό της θάλασσας.
Και ποιήτρια σκέφτηκε ενθουσιασμένος. Κάτι του είχε διαβάσει χθες. Αλλά ποιος θα μπορούσε να δώσει προσοχή στην ανάγνωση ενός τέτοιου πλάσματος, όταν αυτό στέκει γυμνό μπροστά του και είναι έτοιμο να του δωθεί.
Υπαινιγμοί φευγαλέες σκέψεις και ιδέες πέρασαν από το μυαλό του για τη δημιουργία ενός καινούριου ποιήματος για κάποιο σύγχρονο ήρωα που δεν λυγίζει μπροστά στα κάλη της απερίγραπτης γυναικείας ομορφιάς . Τις άφησε για λίγο στην άκρη. Θα τις ξανάπιανε το βράδυ στο λάπτοπ με την ησυχία του. Κάτι άλλο τον έτρωγε εκείνη τη στιγμή. Έπρεπε να διαβάσει κάτι δικό της.
Σηκώθηκε προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο. Δεν ήθελε να την ξυπνήσει. Η ομορφιά της θα τον παρέσερνε και θα τον απομάκρυνε από την περιέργεια . Ήταν καλή ποιήτρια τελικά;
Φόρεσε ότι βρήκε μπροστά του και πήγε στο σαλόνι. Η ακαταστασία στο φως της ημέρας δεν του φάνηκε τόσο γοητευτική όσο το προηγούμενο βράδυ. Λ
ερωμένες σελίδες και τσαλακωμένα βιβλία στον καναπέ και άτσαλα στοιβαγμένα στα ράφια ήταν σαν να συνέρχονταν από ένα άσχημο μεθύσι. Έπιασε μια χούφτα σελίδες και έκατσε σιωπηλός στο καθιστικό ξεκινόντας να διαβάζει.
Γρήγορα η έκφραση του άρχισε να άλλαζει , και από αυτή ενός ανθρώπου που είχε περάσει ένα απολαυστικό βράδυ με μια πανέμορφη ύπαρξη, έπαιρνε την έκφραση ενός ανθρώπου που μόλις είχε αντικρίσει κάτι το αποκρουστικό.
Τα αποκαλεί αυτά ποιήματα; αναφώνησε χωρίς να το καταλάβει. Ευθύς τρόμαξε με τη φωνή του. Συνέχισε να διαβάζει. Δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τα γραπτά. Ήταν σαν να έβλπεπε κάποιο αυτοκινητιστικό δυστήχημα. Όσο αποτρόπαιο και αν ήταν το θέαμα, δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του μακριά. Μια αρρωστημένη περιέργεια τον έκανε να συνεχίζει.
Και σελίδα με τη σελίδα, η μια επανάληψη έφερνε την άλλη. Καινοτυπίες, απαρχαιωμένες εκφράσεις και επιτηδευμένα λογοπαίχνια. Σαν να διάβαζε κάποιο λεύκωμα δημοτικού από αυτά που αντάλλασαν οι μαθητές μεταξύ τους. Σταμάτησε μόνο όταν τελειώσαν όλες οι σελίδες. Είχε εντυπωσιαστεί από το πόσο άσχημα μπορούσε να γράψει κάποιος.
Γύρισε πάλι πίσω στο κρεβάτι με ένα περίεργο συναίσθημα. Ήταν εκείνη η κοπέλα που του συστήθηκε σαν ποιήτρια, που του διάβασε γυμνή χθες στο σπίτι της, εκείνη που θαύμαζε πριν από λίγο κάτω από τα σεντόνια, ήταν αυτή η ίδια κοπέλα που είχε γράψει όλες αυτές τις αηδίες;
Σύρθηκε δίπλα της και ξανασήκωσε τα σκεπάσματα για να την παρατηρήσει.
Κι όμως, είχε δίκιο. Δεν ήταν η ίδια κοπέλα. Το πρωί που την πρόσεξε μάλλον δεν την παρατήρησε σωστά. Ήταν και λίγο ζαλισμένος από τα χθεσινά ποτά. Αυτή η κοπέλα που αντίκριζε τώρα σιωπηλός, αυτή η κοπέλα που ροχάλιζε ενοχλητικά, δεν ήταν τόσο όμορφη τελικά. Και το σώμα της δεν ήταν τόσο καλλίγραμό όσο το θυμόταν. Και αυτές οι ενοχλητικές ελιές στην πλάτη; Αχ αυτό το σκοτάδι. Και η ακμή στο πρόσωπο; Και η μύτη της τώρα που την πρόσεχε ήταν λιγουλάκι μεγαλούτσικη και γαμψή. Και τα μαλλιά της ανάκατα στα μαξιλάρια φάνταζαν σαν καλώδια που μαζεύονται ενοχλητικά πίσω από τηλεοράσεις και υπολογιστές.
Μα πως τον είχε κοροιδέψει έτσι; . Και το πιο αστείο, αν θα μπορούσε να βρει κάτι αστείο στην περίπτωση του, ήταν ότι του είχε συστηθεί ως ποιήτρια.
Σηκώθηκε για να φύγει. Το μάτι του έπεσε σε μια αφίσα ταινίας που ήταν κολλημένη στον τοίχο. Ένας μελαχρινός άντρας έπινε καφέ, και είχε μπροστά του μια χορταστική κερασόπιτα, και στο βάθος της εικόνας μια κουκουβάγια σαν να παραμόνευε για κάτι. Πάνω στη βιασύνη έβαλε τα ρούχα του ανάποδα, τις κάλτσες του στραβά ,τα παπούτσια του κάνοντας κουτσό και σκοντάφτοντας σε ένα κομοδίνο έβρισε χαμηλόφωνα φοβούμενος μην την ξυπνήσει.
Άρχισε να τρέχει προς την πόρτα, προς το φως, σκέφτηκε, σαν να τον κυνηγούσε μια τερατώδης σκοτεινή οντότητα να τον καταβροχθήσει, να τον καταπιεί και να τον αφήσει για πάντα στο πουθενά της ανυπαρξίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου