Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Βγάλτο από μέσα σου (Συλλογικό)

Ενηλικίωση (Λίλα Αθανασίου)
Ξύπνησα μέσα στα αίματα.
Έπλεα σε αμνιακό υγρό.
Πάνω στο κομοδίνο,
ένας ομφάλιος λώρος, κομμένος με τα δόντια αιμορραγούσε.
Ένιωσα τη μήτρα μου ζεστή, να πάλλεται.
Μα δεν πονούσα πια.
Ήταν γλυκές οι οδύνες
την μέρα που γέννησα τους νεκρούς γονείς μου.
Έρχεται και δεν έρχεται (Η ασθένεια χωρίς συμπτώματα): (ΒΑΪΟΣ ΚΟΛΟΦΩΤΙΑΣ)
ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ μου βλέπω την ίδια ακριβώς οδό που έβλεπε η μητέρα μου πριν τριάντα χρόνια. Τα ίδια δέντρα, λίγο μεγαλύτερα. Τα ίδια πεζοδρόμια, λίγο πιο φθαρμένα. Οι ίδιες πολυκατοικίες, με ίσως καμιά μετατροπή στα αλουμίνια, με κάποιες κεραίες παραπάνω, με κάποια κλιματιστικά παραπάνω. Όταν ήμουν μικρός, περισσότερο απ' όλα φοβόμουν την κατάρρευση. Όχι κάποια συγκεκριμένη, γενικά την κατάρρευση. Περίμενα ότι κάποια στιγμή θα μάθαινα από την τηλεόραση ότι ένα μεγάλο πράγμα είχε σπάσει, μια τράπεζα κάπου, ένα κράτος κάπου, ένας πάγος στον βορρά, και ότι από εκείνη τη στιγμή και μετά τα πάντα θα ήταν διαφορετικά. Οι γείτονες θα έβγαιναν στα μπαλκόνια. Η μητέρα μου θα έκλεινε τα παράθυρα. Ο πατέρας μου θα έπαιρνε ένα τσιγάρο και θα έλεγε κάτι σοβαρό που θα το θυμόμουν για πάντα. Φανταζόμουν ότι οι μεγάλες αλλαγές έρχονται με ένα πρωτόκολλο, με σειρήνες, με ανακοινώσεις, με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο στην οθόνη που θα μας έλεγε με αυστηρό ύφος πώς να συμπεριφερθούμε στις νέες συνθήκες. Δεν είχα μάθει ακόμα ότι οι μεγάλες αλλαγές δεν έχουν εκφωνητή. Στο μεταξύ, γύρω μου, όλα ήταν καλά. Η μάνα μου έβραζε τραχανά τα χειμωνιάτικα πρωινά και η μυρωδιά γέμιζε όλο το διαμέρισμα, ένα διαμέρισμα σε μια πολυκατοικία της δεκαετίας του '70 στην Αθήνα, με πατώματα από μωσαϊκό που το καλοκαίρι ήταν δροσερά και τον χειμώνα παγωμένα, με ένα μπαλκόνι που έβλεπε σε μια ακακία και πιο πέρα σε μια γειτονιά που δεν είχε ακόμα γκετοποιηθεί ούτε ακόμα εξευγενιστεί, ήταν απλώς εκεί. Ο παππούς μου το Σάββατο μου αγόραζε ένα παγωτό από το περίπτερο της γωνίας και το παγωτό ήταν ξύλινο και βιομηχανικό και νόστιμο. Η αδελφή μου, μου δάνειζε τα βιβλία της κρυφά. Στις διακοπές, στην Κρήτη, υπήρχε μια κουζίνα έξω από το σπίτι κάτω από μια κληματαριά, και η γιαγιά μου τηγάνιζε κολοκυθάκια στις δώδεκα το μεσημέρι όταν ο ήλιος ήταν στο ζενίθ, και η μυρωδιά του ελαιόλαδου ανακατευόταν με τη μυρωδιά του τζίτζικα, αν μπορεί ο τζίτζικας να έχει μυρωδιά, που στη μνήμη μου έχει. Μία επιπλέον εκδοχή της κατάρρευσης ήταν η οικονομική κρίση. Όταν ήμουν στο γυμνάσιο, ρώτησα τον πατέρα μου αν θα μείνουμε χωρίς λεφτά, και εκείνος μου απάντησε ότι δεν θα μείνουμε. Δεν είχε περάσει πολύς καιρός και τον ξαναρώτησα, και εκείνος μου είπε ότι ίσως μείνουμε, αλλά θα τα βγάλουμε πέρα. Στην τηλεόραση μιλούσαν για μνημόνια, για κούρεμα, για χρέος, για πρωτογενές πλεόνασμα˙ λέξεις που τις πρόφερα μηχανικά χωρίς να ξέρω τι σήμαιναν, όπως πρόφεραν παλιότερα οι γιαγιάδες μου τα ονόματα των ξενικών αγίων. Έβλεπα τους ηλικιωμένους στις τράπεζες να κάνουν ουρά για να βγάλουν εξήντα ευρώ, και περίμενα ότι κάτι θα συμβεί μετά απ' αυτό. Ότι θα έσπαγε κάτι μεγάλο. Ότι θα κατέρρεε κάποιο κτίριο σύμβολο.
Ότι θα μαθαίναμε όλοι μαζί την επόμενη μέρα ότι από εδώ και πέρα ζούμε σε άλλη χώρα. Αλλά τίποτα τέτοιο δεν συνέβη. Οι τράπεζες ξανάνοιξαν. Οι ουρές διαλύθηκαν. Οι ηλικιωμένοι πέθαναν αργά και αθόρυβα στα διαμερίσματά τους και κανείς δεν είπε ότι αυτό ήταν μέρος της κατάρρευσης, ήταν απλώς η ζωή, ήταν απλώς ηλικιωμένοι που πεθαίνουν. Η Ελλάδα συνέχισε να υπάρχει με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τις ίδιες ταβέρνες, με τα ίδια νησιά, με τις ίδιες παραλίες γεμάτες ξαπλώστρες, και κανείς ξένος που ερχόταν δεν καταλάβαινε ότι κάτι είχε συμβεί. Κάτι είχε συμβεί όμως. Απλώς δεν είχε σχήμα. Απλώς ήταν διασκορπισμένο σε ένα εκατομμύριο μικρές ζημιές που η καθεμιά τους ξεχωριστά δεν ήταν αρκετή για να γίνει είδηση. Από τότε άρχισα να καταλαβαίνω. Η κατάρρευση είχε άλλο σχήμα από αυτό που περίμενα. Δεν ερχόταν με σειρήνες. Δεν ερχόταν με τον γνωστό εκφωνητή στην οθόνη. Ερχόταν με τη μορφή μιας οδοντιατρικής επίσκεψης που αναβλήθηκε, μιας πολυκατοικίας που έμεινε χωρίς θέρμανση τρεις χειμώνες στη σειρά, μιας μητέρας που σταμάτησε να αγοράζει βιολογικά αυγά γιατί κόστιζε εξήντα λεπτά παραπάνω, μιας πενηντάχρονης που έχασε τη δουλειά της και δεν το είπε σε κανέναν για έξι μήνες, ενός εικοσιπεντάχρονου που μετακόμισε ξανά στους γονείς του και προσπάθησε να το παρουσιάσει ως επιλογή του.
Η κατάρρευση είχε μάθει να μη φαίνεται. Είχε μάθει να μη χρειάζεται. Τώρα είμαι μεγαλύτερος και διαβάζω την είδηση για τα δύο κορίτσια δεκαεπτά χρονών στην Ηλιούπολη, στην Αθήνα, και η είδηση μοιάζει με αυτό το είδος της αδιόρατης κατάρρευσης, μόνο που για μια στιγμή - μόνο για είκοσι τέσσερις ώρες, πριν την καταπιεί ο κυκλώνας των ερμηνειών - έγινε ορατή. Σαν να σήκωσε κάποιος μια άκρη από ένα μεγάλο γκρίζο πανί που σκεπάζει τη χώρα και είδαμε από κάτω για λίγο, και αυτό που είδαμε δεν είχε όνομα, και δεν χωρούσε σε καμία ανάλυση πρωινάδικου, και δεν εξηγείται ούτε με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ούτε με το άγχος των Πανελληνίων ούτε με τη γενικότερη ψυχοπαθολογία της εποχής. Ήταν απλώς μια ορατή στιγμή μιας πραγματικότητας που από καιρό συντελείται κρυφά, σε δωμάτια διπλανά, σε τραπεζαρίες όπου τρώνε μηχανικά τέσσερα άτομα, σε αυτοκίνητα που γυρίζουν από φροντιστήρια. Τελικά, σταμάτησα να φοβάμαι την κατάρρευση. Την αγάπησα με τον τρόπο που μαθαίνει κανείς να αγαπά κάτι που δεν φεύγει. Έμαθα τις συνήθειές της: έρχεται διανεμημένη, με δόσεις, μέσω αλγορίθμων που δεν αναπροσαρμόζονται σε γεγονότα, μέσω ηλεκτρικών λογαριασμών, μέσω αθέατων ωρών μοναξιάς που πληθαίνουν χωρίς κανείς να τις μετράει. Δεν θα ακούσουμε ποτέ την ανακοίνωση που περιμέναμε. Δεν θα δούμε ποτέ τον εκφωνητή. Με έκπληξη παρατηρεί κανείς ότι ένας ολόκληρος κόσμος γκρεμίζεται, ωστόσο το πιο τρομακτικό είναι πως την ίδια στιγμή όλα μένουν ως είχαν. Τα ίδια δέντρα, οι ίδιοι δρόμοι, τα ίδια κτίρια, οι ίδιοι άνθρωποι. Καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μου προσπαθούσα να προετοιμαστώ για ένα συμβάν που δεν θα έρθει ποτέ γιατί έχει ήδη έρθει, και είναι παντού, και κανείς δεν θα μας δώσει ποτέ το σήμα ότι μπορούμε επιτέλους να αντιδράσουμε
Η λαβή (Αλόνσο Κιχάνο)
Έπιασες αποφασιστικά τη λαβή
του μαχαιριού που μόνος μου
κάρφωσα στο θώρακά μου
Με κοίταξες κατάματα
και είδα στα μάτια σου τις επιλογές σου
Μετά κοίταξες το μαχαίρι
σαν να μην πίστευες και εσύ η ίδια
την ευκαιρία που σου έλαχε
Δεν τραβάω στιγμή το βλέμμα μου από πάνω σου
όποια τροπή και να πάρουν τα μελλούμενα
εγώ θα μείνω με την εικόνα σου.
Αυτή τη στιγμή μπορούμε
να γίνουμε ζωγραφιά
να μας βλέπουν ίριδες περαστικές,
να συνδέονται ή να μας απορρίπτουν,
εποχούμενοι κριτές των ζωών των άλλων
Κοίτα, ό,τι είναι να κάνεις
κάντο γρήγορα, μην παίζεις με την εξουσία σου.
Έτσι και αλλιώς δεν θα δεις να βγαίνει αίμα,
μόνο κουβάρια όνειρα
και γράμματα που σχηματίζουν "σ'αγαπώ"
Μη φοβάσαι μωρό μου, όλα θα πάνε καλά
Μη φοβάσαι, είμαι πάντα εδώ
Μη φοβάσαι..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου