Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Βορράς χωρίς νότο (απόσπασμα)

Στην Αθήνα, τον παράδεισο από την κόλαση τα χωρίζει μια στάση μετρό, το «Πανεπιστήμιο». Στο Σύνταγμα θα δεις περιποιημένους εργαζόμενους, υπαλλήλους ξένων πρεσβειών και υπουργείων, καλοστημένες σαραντάρες με ψηλές γόβες και ταγέρ, φοιτητές που ξεκινούν τις απογευματινές εξορμήσεις από την πλατεία, επιχειρηματίες που κλείνουν επαγγελματικά δείπνα στις ταράτσες των παρακείμενων πολυτελών ξενοδοχείων.
Στην Ομόνοια από την άλλη, συναντάς κινούμενα ερείπια που ο οργανισμός τους έχει τελεσίδικα καταπονηθεί από τις ουσίες, τις αρρώστιες ή τις κακουχίες. Βρομερούς ηλικιωμένους που ψωνίζονται στα ουρητήρια και τα πορνοσινεμά. Λαθραίους μετανάστες που γλίτωσαν από τα κύματα για να ξεβραστούν στα ρυπαρά τσιμέντα δίπλα σε σκουπίδια, σύριγγες, ποντίκια και ακαθαρσίες. Υποσιτισμένες πόρνες των πέντε ευρώ. Τη νύχτα, οι λίγοι φυσιολογικοί άνθρωποι που ο δρόμος τους θα τους οδηγήσει κατά κει εξαφανίζονται, αφήνοντας μόνο τους μόνιμους ενοίκους της πλατείας.
Η μαύρη γοητεία του περιθωρίου ασκούσε στον Μαρκ μια δυνατή έλξη. Κοιτούσε τα πρεζόνια και τους άστεγους σαν μουσειακά εκθέματα· σε κάναν δυο από αυτούς μάλιστα έδωσε τα πενηντάευρα που του είχαν μείνει, προκαλώντας τους σύγχυση και καχυποψία, όχι προς τον ίδιο αλλά προς την τύχη τους, που φαινόταν να μην είχε υπάρξει εξίσου γενναιόδωρη στο παρελθόν. Κοντοστάθηκε στη μέση της πλατείας και άναψε τσιγάρο, τον μιμήθηκα βγάζοντας ένα από τα δικά μου και συνειδητοποιώντας πως ήταν το τελευταίο του πακέτου.
Ο ουρανός ήταν καθαρός και στα μάτια του διέκρινα την αντιφεγγιά· ήταν ίσως από τις ελάχιστες φορές που στο πρόσωπό του έβλεπα κάτι θνητό και ανθρώπινο, λες και το δολοφονικό του αμόκ είχε βγάλει τον διάβολο, ή ποιος ξέρει τι άλλα δαιμόνια, από μέσα του, αφήνοντάς τον διάφανο και καθαρό. Κατά τη διαδρομή δεν αναφέρθηκε καθόλου στα όσα είχαν προηγηθεί, ήταν ατάραχος σαν παιδί και με βομβάρδιζε με ένα σωρό βρεφικές απορίες όπως «Γιατί ο κόσμος κολλάει αυτοκόλλητα στις πινακίδες οδικής σήμανσης;» ή «Υπάρχουν ψυχιατρικές κλινικές στην Αθήνα;»
Συνεχίσαμε αργά το βάδισμα, διασχίσαμε τον πεζόδρομο και βγήκαμε στη Βερανζέρου, απέναντι από το διαβόητο αστυνομικό τμήμα. Κοντοστάθηκα για μισό δευτερόλεπτο, ενστικτωδώς, από το μυαλό μου πέρασε φευγαλέα η σκέψη να περάσω απέναντι, ο Μαρκ την αντιλήφθηκε. Λίγα μέτρα μπροστά μας στεκόταν μια Αφρικανή πόρνη, είχε αγαλματένιους μηρούς που κατέληγαν σε έναν υπερβολικά πεταχτό ποπό, όπως στις περισσότερες γυναίκες της φυλής της. Τον κάλυπτε με ένα πράσινο κολλητό σορτσάκι μέσα από το οποίο ξεπρόβαλλε ένα φωσφοριζέ στρινγκ. Ήταν φτηνή και την ίδια στιγμή ανέδινε μια ιδιαίτερη πολυτέλεια, φεγγοβολούσε σαν πυγολαμπίδα μέσα στην καταχνιά μιας πόλης που προσπαθούσε με τεχνητά νέον και αρχαία ερείπια να περισώσει κάτι απ’ τη νικημένη της αίγλη. Την ίδια στιγμή που ρουφούσε, ίσως και με μια δόση προσποιητής ηδυπάθειας, το τσιγάρο, ανορεξικές βίζιτες πλάγιαζαν με μεγαλοβιομήχανους σε δωμάτια πολυτελών ξενοδοχείων και καβατζωμένοι διανοούμενοι ξελόγιαζαν άκαπνα τεκνά.
Ορισμένους από αυτούς τους είχα δει αρκετές φορές στα μέρη που είχαμε νωρίτερα επισκεφτεί, όπως και στην τηλεόραση, τα πρωτοσέλιδα εναλλακτικών φυλλάδων τέχνης και γραμμάτων, τα καφέ όπου όφειλαν να συχνάζουν στο πλαίσιο διατήρησης της δημόσιας εικόνας τους. Είχαν σκατά στην ψυχή και ξέθωρο βλέμμα, η κατάχρηση της φήμης και της εξουσίας τους ήταν το εισιτήριο για την είσοδο στο θέατρο των ηδονών, όμως οι ηδονές ήταν πλαστικές και άψυχες, σαν την πιστωτική κάρτα με την οποία πλήρωναν το τίμημα ή τις υποσχέσεις με τις οποίες εξαπατούσαν τους αφελείς παρτενέρ τους.
Μπορούσαν να εξαγοράσουν τον σεβασμό, την αξιοπρέπεια και την επιτυχία, αλλά δεν ήταν σε θέση να διακρίνουν ούτε με τα κιάλια την αληθινή ευτυχία.
Η μαύρη ξανάβαλε την άκρη του τσιγάρου στα χείλη της και τράβηξε μια ακόμα βαθιά ρουφηξιά· αν την ακουμπούσες δεν θα ’σπαγε, αν τη φυσούσες δεν θα διαλυόταν, αν τη χτυπούσες δεν θα ’πεφτε. Κι όμως, πουλούσε το κορμί της πολύ πιο φτηνά από τα πολυτελή, κινούμενα κουφάρια που κοστολογούνταν πενήντα ή εκατό φορές πιο πάνω, ενώ δεν διεκδικούσε τίποτα περισσότερο από το δικαίωμά της στην επιβίωση. Η αξιοπρέπειά της ήταν αμετακίνητη, αδιαπραγμάτευτη, ανίκητη, αλύγιστη και αυθεντική. Κατέβασε με αργές κινήσεις το τσιγάρο και φύσηξε τον καπνό ψηλά στην ατμόσφαιρα.
«Πόσο κοστίζει το σεξ μαζί της, Νίκολας;» με ρώτησε.
«Περίπου 15 ευρώ, συν ένα δεκάρικο για το ξενοδοχείο».
Έβγαλε από την τσέπη του τα ψιλά και άρχισε να τα μετράει για να δει αν του βγαίνουν, μιας και τα τελευταία πενηντάευρα τα είχε μοιράσει νωρίτερα στα πρεζάκια.
«Μήπως έχεις δύο ευρώ;»
Έβγαλα από την τσέπη μου ένα πεντάευρω και του το ’δωσα.
«Ωραία, θα πάω να περάσω λίγο χρόνο μαζί της. Εσύ μπορείς να πας απέναντι και να με καταδώσεις, να τους τα πεις όλα όμως, μην παραλείψεις τίποτα. Εγώ θα επιστρέψω στο ίδιο σημείο όταν τελειώσω. Αν τους έχεις ενημερώσει, θα παραδοθώ ήρεμα, εξάλλου ό,τι ήθελα να δω σ’ αυτή την πόλη νομίζω ότι το είδα».
Έκανε να φύγει χωρίς να περιμένει την απάντησή μου, αλλά σαν να είχε ξεχάσει κάτι ξαναγύρισε προς το μέρος μου. «Και, Νίκλας, να ξέρεις ότι στην απολογία μου θα σε καλύψω. Θα τους πω ότι δεν είχες καμία συμμετοχή και πως προσπάθησες μάλιστα να με αποτρέψεις. Είμαστε σύμφωνοι;»
Πλησίασε την πόρνη και λίγα δευτερόλεπτα μετά ανέβηκαν τις ετοιμόρροπες σκάλες του φτηνού ξενοδοχείου έξω από το οποίο στεκόταν. Έμεινα μόνος για πρώτη φορά από το ξεκίνημα της νύχτας, είχα ένα δίλημμα και μια απόφαση να πάρω, που ενδεχομένως θα άλλαζε τη ζωή μου για πάντα. Με χώριζαν λίγα μόνο βήματα. Κοίταξα τον φρουρό υπηρεσίας, ήταν ένα παιδάκι σχεδόν αμούστακο, φερμένο μάλλον από την επαρχία, με ένα βλέμμα που θα ’λεγες ότι αποτύπωνε όλη την άγνοια και τη σύγχυση του κόσμου. Εξακολούθησα να τον κοιτάω επίμονα μέχρι που με αντιλήφθηκε, διασταυρώσαμε για λίγα δευτερόλεπτα τα βλέμματά μας ώσπου να το κατεβάσει νικημένος. Δεν γνώριζα τι ακριβώς μου έδινε τέτοια δύναμη, ίσως όλα όσα είχα αντικρίσει νωρίτερα· ποτέ στη ζωή μου δεν είχα νιώσει τόσο άτρωτος και ατρόμητος, είχα αναμετρηθεί με το τέρας και είχα βγει νικητής· ήταν ποτέ δυνατόν να με τρομάξει ένα ψαράκι που μόλις είχε αποφοιτήσει από την αστυνομική ακαδημία;
Τάχυνα το βήμα μου και κατευθύνθηκα προς το μέρος του. Όσο τον προσέγγιζα τόσο περισσότερο έδειχνε να ζαρώνει μέσα από τη στολή του. Αυτός ο άνθρωπος υποτίθεται ότι κυνηγούσε και έπιανε κακοποιούς· πώς ήταν δυνατόν να του προκαλεί τέτοιο δέος η παρουσία ενός άοπλου πολίτη; Η μήπως δεν ήταν κατά βάθος έτσι, μήπως τελικά έβγαζα τέτοια δύναμη που ούτε ο ίδιος δεν ήμουν σε θέση να αντιληφθώ; Τον πλησίασα σε απόσταση αναπνοής και έμεινα να τον περιεργάζομαι χωρίς να μιλάω. Προσπαθούσε με δυσκολία να κρατήσει το ανάστημά του ευθυτενές, παρουσίαζε μια εικόνα αξιολύπητη. «Θέλετε κάτι;» με ρώτησε στο τέλος με τρεμάμενη φωνή.
«Ένα τσιγάρο».
Ήταν σε υπηρεσία, αλλά δεν κατάφερε να μου το αρνηθεί. Θυμήθηκα το βλέμμα του Μαρκ και τον τρόπο με τον οποίο είχε υπνωτίσει τα θύματά του. Ήταν ένα βλέμμα απόκοσμο, μεταλλικό, πετρωμένο, ένα βλέμμα που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο και δεν έμοιαζε να ανήκει σε άνθρωπο, ίσως αυτή ακριβώς η τρομακτική αναντιστοιχία να παρέλυε τις λειτουργίες και τη θέληση σε όποιον ερχόταν αντιμέτωπος μαζί του. Φόβο δεν προξενούσε μόνο ο πιο ισχυρός, αλλά και καθετί που ξεπερνούσε την ανθρώπινη αντίληψη. Το κενό, το διάστημα, ο θάνατος, ο Θεός...
«Από πού είσαι;» τον ρώτησα.
«Σέρρες, Νιγρίτα».
Άραγε αν του ζητούσα να βγάλει το υπηρεσιακό περίστροφο και να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα θα το έκανε; Μάλλον όχι, δεν είχα μεταφυσικές δυνάμεις, απλά την αυτοπεποίθηση του ανθρώπου που έχει μόλις επιστρέψει από την κόλαση στον κόσμο των θνητών. «Πώς σε λένε παιδί μου;» του απευθύνθηκα σχεδόν πατρικά. Δεν τον περνούσα παρά μόνο λίγα χρόνια, αλλά στα μάτια μου φάνταζε μικρό παιδί. «Μάρκο» μου απάντησε χωρίς να διαμαρτυρηθεί.
«Άκουσε να δεις, Μάρκο. Θα δεις πολλά σε αυτή την πόλη. Όμως να ξέρεις ότι οι περισσότεροι που κατοικούν εδώ δεν είναι άνθρωποι, είναι σκιές. Ζωντανεύουν μόνο σε κάμερες κινητών, ψυχαγωγικές εκπομπές και κακογραμμένα σίριαλ. Αν αύριο τα ξημερώματα αντικρίσεις εδώ κοντά δυο τρία τεμαχισμένα πτώματα μην ταραχτείς, ίσως σε λίγα χρόνια καταλάβεις ότι δεν ήταν παρά κάποιοι από εκείνους που χάσανε τον εαυτό τους μα ξέχασαν να αποβάλουν τη σκιά τους. Δεν χρειάζεται να φοβάσαι κάτι, φαντάζομαι ότι με τον καιρό θα ψηθείς στο αίμα, τη βία και τη φρίκη. Αυτή άλλωστε είναι η δουλειά σου. Όμως να ξέρεις πως τίποτα δεν είναι πιο επικίνδυνο από τα κοφτερά δόντια της μοναξιάς και την αφόρητη αίσθηση της απόγνωσης. Δεν είναι ανάγκη να μπεις σε κλειστά δωμάτια και αμπαρωμένα σπίτια για να τη διαπιστώσεις, μπορείς να τη μυρίσεις στον αέρα. Αναπνέουμε αυτή την τοξικότητα καθημερινά, μέχρι που στο τέλος γίνεται τόσο δεδομένη και αυτονόητη όσο ο θάνατός μας, όχι αυτός που περιμένουμε να μας βρει, αλλά εκείνος που ζούμε κάθε στιγμή και δευτερόλεπτο αρνούμενοι να το παραδεχτούμε. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω;»
Με κοίταζε με προσοχή, υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να με περάσει για ηλίθιο, να με αντιμετωπίσει με προσποιητή συγκατάβαση ή φανερή δυσφορία. Δεν ήξερα τι ήταν αυτό στα λόγια μου ή το ύφος που του προξενούσε τον σεβασμό. Ήταν απλά ένα αμόρφωτο μειράκιο που είχε κατέβει από την επαρχία στον «κόσμο των μεγάλων», είχε περάσει στην Αστυνομία όχι γιατί καύλωνε με τη βία και τα όπλα αλλά για την ισόβια εξασφάλιση του βασικού μισθού· σίγουρα τα μάτια του θα έβλεπαν αρκετά στην πορεία της σταδιοδρομίας του αλλά η αντίληψή του θα φίλτραρε τα στοιχειώδη. Για κείνον η ρουτίνα θα ήταν το καταφύγιό του και όχι ένας πρόωρος θάνατος, και οπωσδήποτε θα έβρισκε μια πρόθυμη κοπελίτσα να στεγάσουν τις μοναξιές τους στον ίδιο χώρο. Οι άνθρωποι που δεν καταλάβαινε θα ήταν ανώτεροι, όμως δεν θα γνώριζε ποτέ τη χυδαιότητα, τη λαιμαργία, την έπαρση και την κακοβουλία τους. Δεν θα έμπαινε ποτέ στον «κόσμο» τους, αλλά από την άλλη δεν θα έχανε και πολλά…
Κοίταξα τον Μαρκ να βγαίνει από την είσοδο του ξενοδοχείου, λίγα δευτερόλεπτα αργότερα αντίκρισα και τη μαύρη να τον ακολουθεί, δεν αντάλλαξαν ούτε ένα βλέμμα. Σκέφτηκα ότι ελάχιστα νωρίτερα ο κόλπος της και το υπερφυσικά μικρό πουλί του είχαν ενωθεί, εκείνος την είχε χρησιμοποιήσει για να απελευθερώσει το σπερματικό του υγρό και εκείνη για να εξασφαλίσει το επόμενο γεύμα της, ήταν μια έντιμη συμφωνία, δεν είχαν κάτι περισσότερο να ανταλλάξουν, ούτε να πουν. Τα γεννητικά όργανα είχαν επιτελέσει την αρχαιότερη και βασικότερη λειτουργία τους χωρίς ανάμεσά τους να παρεμβάλλεται η ματαιοδοξία, η επιβεβαίωση του καταπιεσμένου ανδρισμού και η τροπαιολαγνεία, είχαν κάνει τη δουλειά τους όμορφα και ωραία δίχως κάποιο άλλο μέρος του σώματος να εμπλακεί σε αυτήν. Κοίταξα το πρόσωπό του και το χαμόγελο που διαγραφόταν· ήταν γαλήνιο και αληθινό, δεν είχε την παραμικρή σχέση με την πλαστικότητα των προσώπων που είχαμε αντικρίσει μερικές ώρες νωρίτερα.
Του έκανα νεύμα να ζυγώσει προς το μέρος μας χωρίς να μετακινηθώ από τη θέση μου. Ο φρουρός τον είδε να μας προσεγγίζει, ελαφρώς προβληματισμένος. Δεν φοβόταν πια, δεν έτρεμε τον ίσκιο του, αλλά από την άλλη δυσκολευόταν να αποκρυπτογραφήσει τις σουρεαλιστικές πινελιές που είχαν χρωματίσει τη νύχτα του.
«Λοιπόν, Νίκολας, του είπες τα πάντα για μένα;»
«Όχι, Μαρκ, δεν έχω άλλωστε κάτι να του πω, δεν έκανες και τίποτα κακό».
«Τότε ίσως είναι ώρα να πηγαίνουμε. Η πτήση μου αναχωρεί σε λίγες ώρες, ίσως θα ήθελες να με συνοδεύσεις μέχρι τον σταθμό του μετρό».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου