Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025
Το απέναντι διαμέρισμα (Αλέξανδρος Πετρόχειλος)
Το πίσω μπαλκόνι έβλεπε μόνο πολυκατοικίες. Τα βράδια του τα περνούσε πίνοντας
μπύρες και στρίβοντας κανα τσιγάρο. Οι σκέψεις του ξεφεύγανε, κουτουλάγανε στους
ακάλυπτους, και μετά χάνονταν στον ουρανό, αφήνοντας τον μόνο του να κοιτάει τις
γκρίζες διαφάνειες.
Η μονοτονία έσπασε όταν ένα πρακτορείο μοντέλων, αποφάσισε να στεγάσει κοπέλες
αγνώστου προελεύσεως και σκοπιμότητας στο απέναντι διαμέρισμα. Κάθε βράδυ έβλεπε
δίμετρες καλλονές σε προσωπικές καθημερινές τους στιγμές. Η μια να περιποιείται τον
εαυτό της στον καθρέφτη , η άλλη να μαγειρεύει, και μια άλλη να χάνει τις ώρες της στην
οθόνη του λάπτοπ.
Ένα μεσημέρι έτυχε να απλώνει τα ρούχα του, την ίδια ώρα με μια κοπέλα το πολύ 25
χρονών από την ανατολική Ευρώπη. Το σώμα της ήταν ψηλό και γυμνασμένο, κάπως
αγορίστικο, και το πρόσωπο της παιδικό και γεμάτο αφέλεια. Της έπιασε την κουβέντα. Με
σπαστά αγγλικά συνεννοηθήκαν. Την λέγανε Βικτόρια, ήταν 23 χρονών και είχε έρθει από
την Ουκρανία. Έκανε φωτογραφίσεις. Έτσι του είπε, αλλά δεν την πίστεψε. Εκείνη το
κατάλαβε. Έτρεξε στο σαλόνι και ξαναβγήκε έξω με ένα μεγάλο φάκελο. Πορτοφόλιο, του
φώναξε με περηφάνεια και του γύρισε τις σελίδες με κάτι που φαινόταν ότι ήταν
φωτογραφίες της που πόζαρε. Εκείνος χαμογέλασε. Της είπε ότι χάρηκε για την γνωριμία,
και μπήκε στη κουζίνα να φτιάξει έναν ελληνικό. Σιγά σιγά, δεν έπρεπε να το τρέξει.
Το μυαλό του βέβαια κάλπαζε. . Στο σενάριο του η Βικτώρια σίγουρα ήταν πουτάνα, και
εκείνος ένας σκοτεινός ήρωας με διφορούμενα κίνητρα. Είχε φτάσει σε ηρωική αρπαγή της
από κάποιο καταγώγιο της Λεωνιδίου, ταξίδι μακριά από τη βρώμικη πόλη, με μια τσάντα
ρούχα και τα όνειρα τους, μακριά από νταβατζήδες και κυκλώματα, σε πράσινα βουνά και
σε γαλάζιες θάλασσες Τα μαλλιά της θα ανέμιζαν και θα έλαμπαν στον ήλιο, και εκείνη θα
έβγαζε το χέρι της έξω απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου και θα έπαιζε με τον αέρα, ενώ
από το ραδιόφωνο θα ακουγόταν κάποιο τραγούδι των James. Κάπου προς το τέλος της
ιστορίας θα υπήρχε η κορύφωση της δράσης, όπου τα αφεντικά της Βικτώριας θα τους
βρίσκανε, και τότε εκείνος θα συνειδητοποιούσε ότι δεν ήταν μονάχα σαρκικός πόθος αυτό
που ένιωθε για εκείνη, αλλά πραγματική και ανιδιοτελής αγάπη, και θα την έσωζε με
αντίτιμο τη ζωή του, ενώ εκείνη συντετριμμένη, αλλά ελεύθερη πλέον θα ακολουθούσε το
όνειρο της που ήταν να γίνει δασκάλα. Ηλιοβασίλεμα, λυπημένη μουσική, και γράμματα να
κατρακυλούν στην μεγάλη οθόνη.
Στη μικρή βαρετή οθόνη των δυο ματιών του, ο καφές θα φούσκωνε και θα καιγόταν,
εκείνος θα έβλεπε μια τσόντα στον υπολογιστή του, και μετά θα ξάπλωνε σκεπτόμενος
παραλλαγές της ταινίας του μέχρι να τον πάρει ο ύπνος .Η Βικτώρια την επόμενη βδομάδα
θα γύρναγε στη χώρα της. Δεν θα γινόταν ποτέ δασκάλα, αλλά ούτε και μοντέλο.
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025
Είπε ο μέρμηγκας (Ελένη Γκίκα)
«Μου καίνε την πλάτη, μου καίνε την πλάτη, καίει...»
«Τι; Τι είπες;»
«Μου την καίνε, μου καίνε την πλάτη. Πάρτα, τράβα τα. Πάρτα, πάρτα!»
«Τι λες μωρέ; Τι λέει ρε Κατερίνα, τι να πάρω;»
«Μάλλον θέλει να πιεί νερό. Κάτσε, κάνε λίγο στην άκρη, θα του δώσω εγώ.»
Καμπουριασμένος πάνω από το ξαπλωμένο στο λευκό κρεβάτι σώμα, ο Χρήστος συνειδητοποιεί πως έχει σχεδόν κολλήσει το αυτί του στα χείλη του οριακά αναίσθητου φίλου του, λες και το πρόβλημα είναι στην ένταση και όχι στο νόημα κάθε παλαβομάρας που ξεστομίζει. Ισιώνει τον κορμό του και παραχωρεί τη θέση του στην κοπέλα. Προχωρά δυο βήματα και σωριάζεται στην πολυθρόνα του συνοδού. Κοιτάζει προς την πόρτα του τρίκλινου θαλάμου. Είναι μισάνοιχτη. Ό,τι μπορεί να δει από τον διάδρομο είναι η εντοιχισμένη αντλία αντισηπτικού και οι διάφοροι περαστικοί που στέκονται για λίγο να τη χρησιμοποιήσουν. Τέτοια είναι η πλήξη του χρονιάρες μέρες στη χειρουργική κλινική, που βρίσκει τις πιο απίθανες αφορμές για να αναπτύσσει τις θεωρίες του.
«Να, να, κοίτα αυτόν με την αφάνα. Τέταρτη φορά που περνάει από εδώ, κι έχει-δεν έχει δυο ώρες στον όροφο. Θα τον έχεις πετύχει κι εσύ, δεν παίζει. Κοίτα παιδάκι μου!»
«Κάτσε ρε Χρήστο, κάνω μια δουλειά, δεν βλέπεις;»
Στεκόταν όρθια δίπλα στον νεαρό άντρα και κρατούσε με προσοχή τον αυχένα του. Στρίμωξε προσεκτικά το δαγκωμένο καλαμάκι ανάμεσα στα χείλη του, εκείνος όμως δεν φαινόταν να αντιδρά. Εγκατέλειψε την προσπάθεια και αρκέστηκε να δροσίσει λίγο το πρόσωπό του με μια νοτισμένη πετσέτα. Τράβηξε μια ξύλινη καρέκλα, κοίταξε για μια στιγμή πολυθρόνα συνοδού και κλίνη ασθενούς, κι ύστερα, με κάπως υπερβολική φροντίδα, την τοποθέτησε ακριβώς ανάμεσά τους και εξίσου μακριά τους. Κάθισε στην κορυφή του νοητού ισοσκελούς τριγώνου και στράφηκε κι εκείνη προς την πόρτα. Ο αφάνας του διαδρόμου έτριβε τα σχεδόν στεγνά πλέον χέρια του.
«Ναι, ωραία, τον είδα. Έχει περάσει ξανά. Τι μ’ αυτό;»
«Τους σιχαίνομαι αυτούς τους τύπους στα νοσοκομεία που πασαλείβουν συνέχεια τα χέρια τους με αντισηπτικό. Ντάξει, όχι τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, το απαιτεί ας πούμε η δουλειά τους. Αυτούς τους άσχετους όμως που όλο πάνε πέρα-δώθε και κάθε τόσο “πλιτς” και “πλιτς”, δεν τους μπορώ.»
Η Κατερίνα τον παρακολουθούσε κάπως ενοχλημένη. Είχε πάρει πάλι εκείνο το φανφαρόλικο ύφος του και συνόδευε τον λόγο του με χορογραφίες ολόκληρες.
«Γιατί ρε συ, από το σπίτι σου το κλέβουν;»
«Δεν έχω στο σπίτι μου τέτοιες αηδίες.»
Δεν του απάντησε. Δεν είχε καμία όρεξη. Προσπάθησε ν’ αδειάσει το βλέμμα της μπας και τον αποθαρρύνει να συνεχίσει. Απέτυχε.
«Αλκοολικοί της χούφτας. Καρμίρικες φιγούρες. Συνοδεύουν κάποιον άρρωστο ή είναι επισκέπτες. Κόβουν βόλτες, και καλά ανήσυχοι. Στην ουσία βαριούνται. Κάνουν την πασαρέλα τους, ρίχνουν και καμιά ματιά στις ανοιχτές πόρτες. Το έχεις δει αυτό; Δεν παίζει να περάσουν δίπλα από δωμάτιο και να μη στρίψουν το κεφάλι. Κι όπου δουν οινόπνευμα, ψεκάζονται. Έτσι, χωρίς λόγο. Λες και φοβούνται μην κολλήσουν καμιά λέπρα. Λες κι έχουν όντως να γιατροπορέψουν κανέναν και ανησυχούν για την ασφάλειά του. Βάζουν υγρό στη χούφτα τους και κοιτάζουν τριγύρω ελπίζοντας σε θεατές. Μετά τρίβουν τα χέρια τους σαν σατανάδες. Στο τέλος τα μυρίζουν ρε φίλε, ρολάρουν τα μάτια τους από την ευχαρίστηση. Το καλύτερο; Άμα τους πλησιάσεις, σε κερνάνε κιόλας! Μου κάνει πριν μια γριά: “Θες λίγο;”.»
«Πού τη βρίσκεις την όρεξη ρε Χρήστο;»
«Έλα; Δεν κατάλαβα, έχεις κάποιο πρόβλημα;»
«Έχω!»
Απότομο το τελευταίο αντιγύρισμα της Κατερίνας, φώναξε χωρίς να το ορίσει. Τα δύο διπλανά κρεβάτια ήταν προσωρινά άδεια, μια νοσοκόμα όμως στάθηκε μπροστά στο δωμάτιο να ελέγξει. Ο Χρήστος απολογείται για λογαριασμό της παρέας του με ένα νεύμα, στρέφεται έπειτα και πάλι προς εκείνη και με τον ίδιο τρόπο τής ζητά να ρίξει τους τόνους.
«Με συγχωρείς.»
«Τι σ’ έπιασε;»
«Αυτό που βρίσκεις έναν λόγο να αντιπαθείς τους πάντες, δεν το μπορώ.»
«Απλώς παρατηρώ.»
«Και κρίνεις.»
«Όχι.»
«Πώς όχι; Κρίνεις. Και μάλιστα με στόμφο δικαστή.»
«Δεν έχω το δικαίωμα να αντιπαθώ κάποιον;»
«Επειδή χρησιμοποιεί πολύ αντισηπτικό;»
«Επειδή το ευχαριστιέται.»
«Κι είναι λόγος αυτός;»
«Είναι. Για να το ευχαριστιέται, δεν έχει φάει αρκετά τα νοσοκομεία στη μάπα φαίνεται...»
Πήγε κάτι να του απαντήσει μα σώπασε. Έμεινε να χαζεύει την κάρτα που κρεμόταν στο ποδαρικό του κρεβατιού.
«Με ήτα το έχουν γράψει κι εδώ το “Άδωνης”. Βλέπεις; Ήτα δεν είναι;»
«Μμμ ναι, ήτα.»
«Θα χαιρόταν αν μπορούσε να το δει.»
«Ναι, λες και μπορείς ποτέ να χαρείς με το όνομά σου άμα σε έχουν βαφτίσει Άδωνη. Και τέλος πάντων δεν κατάλαβα ποτέ αυτή την εμμονή με το ήτα.»
«Ακριβώς επειδή σιχαινόταν το “Άδωνις”. Με το ήτα δικαιολογούσε πιο εύκολα το “Άδης” για χαϊδευτικό.»
Την κοίταξε σαν να του ξεφούρνιζε κι εκείνη ασυναρτησίες κωματώδους παραληρήματος.
«Γιατί μιλάς για αυτόν σε χρόνο παρελθοντικό;»
Δεν του απάντησε. Συνέχισε να κοιτάζει την καρτέλα με σφιγμένα χείλη.
«Καταλαβαίνεις φαντάζομαι ότι θρέφετε όλοι σας τη μαλακία που τον δέρνει όταν δέχεστε σαν φυσιολογικές όλες αυτές τις π...»
«Κόφ’ το! Σταμάτα να μιλάς έτσι. Είναι φίλος σου, ήσασταν σαν αδέρφια ρε διάολε και τώρα είναι μπροστά σου... έτσι.»
Κοίταξε προς το μέρος του Άδη. Δεν σάλευε καν. Οριακά ανεβοκατέβαινε το διάφραγμά του. Πήρε αμέσως το βλέμμα της από πάνω του, για να μη χάσει ξανά την υπομονή της.
«Και μη μου πουλάς παραμύθια πως δεν νοιάζεσαι. Αν δεν τον αγαπούσες, δεν θα ξεροστάλιαζες κι εσύ εδώ μέρα-νύχτα.»
«Μη μιλάς, δεν μπορείς να ξέρεις.»
«Έχεις δίκιο. Είσαι εδώ για να βρίζεις τον ψευτοκουλτουριάρη ποζερά φίλο ενώ αναπτύσσεις το ψυχαναλυτικό προφίλ των αλκοολικών της χούφτας.»
«Είμαι εδώ από τύψεις.»
Διακόπτεται η συζήτηση για την αλλαγή κάποιου ορού. Ο Χρήστος κάνει πως παρακολουθεί προσεκτικά τις κινήσεις της νοσηλεύτριας. Η Κατερίνα τον κοιτάζει αποσβολωμένη, ώσπου μένουν και πάλι μόνοι.
«Τι εννοείς; Τύψεις; Γιατί;»
«Παράτα με.»
«Τι εννοείς;»
Την επανάληψη της ερώτησης τη δαγκώνει φθόγγο-φθόγγο. Το σαγόνι της έχει κλειδώσει σε θέση αφύσικη. Εκείνος μοιάζει πλέον αποδυναμωμένος.
«Άκου, από ώρα σε ώρα θα είναι εδώ η μάνα του. Ούτως ή άλλως θα πρέπει να τους αφήσουμε λίγο μόνους, να ξεκουραστεί και η γυναίκα μετά από τέτοιο ταξίδι. Εμείς πάμε στην καντίνα να τσιμπήσουμε τίποτα. Θα μιλήσουμε τότε... Αλήθεια. Μη με κοιτάζεις έτσι, θα σου πω. Απλά όχι εδώ.»
***
Ξεκαβάλησε λίγο άγαρμπα τη μηχανή παραπατώντας μερικά βήματα, ως συνήθως. Κανονικά τώρα εκείνη θα έβαζε τα γέλια και θα έκανε πως του χτυπάει παλαμάκια για να συνεχίσει τη «ζεμπεκιά». Αυτός θα παρίστανε τον θυμωμένο και θα προπορευόταν προς την καντίνα, ρίχνοντας κάτω το κράνος που του είχε δανείσει. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Μεταξύ τους μια αμηχανία πιο βαριά κι από την υγρασία της προβλήτας.
Αν ήθελαν απλώς να κάνουν ένα τσιγάρο, θα μπορούσαν να έχουν μείνει στο προαύλιο του νοσοκομείου. Ήξεραν όμως πως η συζήτηση έπρεπε να γίνει στην καντίνα. Θα ήταν σαν να συμμετέχει και ο Άδης σε αυτήν. Ίσως θα έπρεπε άλλωστε να έχουν καθίσει εδώ και καιρό να τα πούνε, πριν να ξεφύγει η κατάσταση. Μα όσο πιο δεμένα είναι τα άτομα που εμπλέκονται σε μια ρήξη, τόσο πιο βολική η απόσταση που τη συνοδεύει. Χρόνια τώρα κολυμπούσαν και αντιδρούσαν μέσα στο ίδιο δοχείο· και χρόνια τώρα περίμεναν μια έκρηξη που θα τους διαμέλιζε και θα τους σκόρπιζε τον έναν μίλια μακριά από τον άλλον. Τον Χρήστο στην Αμαλιάδα, να αναλαμβάνει τα χωράφια του πατέρα του, την Κατερίνα σε ακριτική αποστολή διεκδίκησης μιας θέσης στο δημόσιο και τον Άδη εκεί, στην καντίνα, να πίνει αργά-αργά ένα υπερτιμημένο κουτάκι μπύρα, αποκόπτοντας από το οπτικό του πεδίο με τον αντίχειρα τη γέφυρα, παρακολουθώντας τα μοναχικά φεριμπότ να πηγαίνουν προς το Αντίρριο και να επιστρέφουν, κρυφακούγοντας τις συζητήσεις των νταλικέρηδων μέχρι να ξημερώσει.
Βολεύτηκαν σε έναν απόμερο πάγκο πικνίκ κοντά σε σόμπα. Άνεμος δεν υπήρχε να δυσκολεύει την κατάσταση, όμως η παγωμένη υγρασία σε γράπωνε απ’ τον λαιμό. Η Κατερίνα αγκάλιασε σχεδόν το ζεστό μανιτάρι. Ποιος να της το ‘λεγε πως οι τελευταίες ώρες του χρόνου θα την έβρισκαν εκεί. Τσίμπησαν κάτι σουβλάκια, ανόρεχτα. Σαν να τους συνέφερε όμως η ζεστασιά στην κοιλιά τους.
«Λοιπόν...»
«Λοιπόν, αυτό:»
Από το εσωτερικό του τζάκετ του έβγαλε έναν σκισμένο φάκελο, τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και τον ασφάλισε με το μπρελόκ της Κατερίνας, μην τυχόν χαθεί από καμιά ξαφνική ριπή και πρέπει τότε να εξηγήσει εκείνος με λόγια δικά του· μην τυχόν δεν τον πιστέψει.
«Τι είναι αυτό;»
«Αυτό θα το διαβάσεις προσεκτικά. Απορίες να σου λύσω δεν θα μπορώ, γιατί μάλλον θα έχουμε τις ίδιες. Πάρε τον χρόνο σου.»
Πήρε προσεκτικά τον φάκελο. Ήταν πράγματι μια επιστολή, από τον Άδη προς τον Χρήστο. Αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα στα στοιχεία αποστολής. Φαντάστηκε πώς θα είχε καγχάσει ο παραλήπτης όταν θα τον είχε πάρει στα χέρια του, πώς θα είχε απηυδήσει για ακόμα μια φορά με τους θεατρινισμούς του κάποτε κολλητού του. Άκου γραπτή επιστολή... Αμέσως μετά συνειδητοποίησε πόσο σοβαρό θα πρέπει να ήταν το περιεχόμενο, για να μην εκμεταλλευτεί ο Χρήστος την ευκαιρία για κράξιμο. Έβγαλε τα χαρτιά από τον φάκελο, τα ξεδίπλωσε προσεκτικά. Από πότε είχε να δει αυτές τις αράδες-χαράδρες που κατέτρωγαν με τις αποστάσεις τους αχρείαστα πολλές σελίδες. Ίσως από τα φοιτητικά τους χρόνια. «Α, ρε Άδη...». Στριμώχτηκε ακόμα πιο κοντά στη σόμπα.
Πάτρα, 01/11/....
Χρηστάκο,
Καλή χρονιά μικρέ.
Μην το σκίσεις. Είναι οι τελευταίες μου κουβέντες. Ελπίζω πως έχω την προσοχή σου. Δεν πιστεύω πως πράγματι θα το έσκιζες. Ξέρω πως και τηλέφωνο να σε έπαιρνα, θα με άκουγες. Δεν θα ήθελα όμως να σε ακούσω εγώ. Θα περίμενα πώς και πώς να απαντήσεις και μόλις άκουγα τη φωνή σου, θα πετούσα τη συσκευή απ’ το μπαλκόνι. Από τους τρεις μας ίσως να είσαι αυτός που φταίει λιγότερο. Μα εγώ δεν έχω ηρεμήσει. Γιατί γράφω τότε, θα μου πεις... Χρήστο έχουν περάσει τρία χρόνια και άνθρωπο άλλον δεν έχω βρει. Έχω συνέλθει, κάπως τη βγάζω πλέον. Το διδακτορικό το παράτησα. Κάνω μαθήματα σε απόφοιτους· εξ αποστάσεως, ανθρώπους κοντά μου δεν μπορώ. Να σταθώ δίπλα τους, να διαβάζουμε από το ίδιο βιβλίο, να συζητάμε, να αναπνέουμε παρέα. Δεν γίνεται. Χάνω την ουσία. Αντί να κοιτάζω τα μάτια τους, παρατηρώ το σμήγμα στους πόρους της μύτης τους. Αντί να δίνω προσοχή στα λόγια τους, πνίγομαι στους ήχους απ’ το πλατάγιασμα της γλώσσας τους. Φαντάζομαι αυτό το μικρό μυώδες οργανάκι να σπαρταράει μέσα στο υγρό τους στόμα, να πνίγεται από το χνώτο τους, να παλεύει να ξεριζωθεί, να γλιτώσει, κι ας πέσει νεκρό στο πάτωμα, άχρηστο κομματάκι κρέας. Με κυριεύει η εικόνα αυτή, σκέφτομαι να χώνω τη γροθιά μου ανάμεσα στα δόντια τους, να λήγω το μαρτύριο μιας γλώσσας που χτυπιέται για να ακούγονται κοινοτυπίες. Όταν έμαθα πως έφυγες από την Πάτρα, ανακουφίστηκα. Το πιστεύεις; Ήλπιζα πως ίσως να υπήρχαν ακόμη πιθανότητες να με αγαπήσει. Ένιωθα κάποιες ενοχές που παράτησες τις σπουδές σου, ήξερα όμως πως η γη ήταν που σε τραβούσε πάντα, πως αργά ή γρήγορα εκεί θα κατέληγες. Τα έδρανα είναι φτιαγμένα για χέρια άγαρμπα, σαν τα δικά μου. Όποιος ξέρει να σπέρνει ζωή, ποτέ δεν μπορεί να αφοσιωθεί σε τίτλους, πιστοποιήσεις και αέρα κοπανιστό. Δεν θα πήγαινε αλλιώς ο κόσμος. Μα όταν υποψιάστηκα πως έφυγε κι εκείνη, τρελάθηκα. Ξεροστάλιαζα στην είσοδο της πολυκατοικίας, ρωτούσα όσους μπαινόβγαιναν αν ξέρουν την Κατερίνα από τον δεύτερο· εσένα δεν άντεχα ούτε να σε αναφέρω. Τίποτα όμως. Κάποτε πέτυχα τον διαχειριστή: Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι από τον Πύργο, του λέω, δυο φοιτητές που συγκατοικούν πέντε χρόνια τώρα στον δεύτερο όροφο. Κανένας φοιτητής μού λέει, το σπίτι είναι δυο μήνες αδειανό. Καλά, συνεχίζει ο γέρος, τι με ρωτάς, κώλος-βρακί-περισκελίς δεν είσαστε εσείς οι τρεις; Βουβάθηκα. Του γύρισα την πλάτη κι έφυγα. Περπατούσα στην πόλη μέχρι να ξημερώσει. Εκείνο το βράδυ και όλα τα επόμενα. Ατελείωτες, λαβυρινθώδεις διαδρομές. Δεν είναι ότι γύρευα κάπου να πάω, ούτε ότι περίμενα να πεταχτεί εκείνη από κάποια γωνία. Δεν είναι πως θεωρούσα ότι το περπάτημα θα ήταν τρόπος για να εκτονωθώ, ούτε ότι δεν με κρατούσε το σπίτι. Ήταν κάτι πολύ πιο δύσκολο να περιγράψω, κάτι αυτόνομο και πέρα από τη θέλησή μου, μια αγωνία κάπως στρουκτουραλιστική. Λες και τα γεγονότα των τελευταίων μηνών δημιούργησαν εντός μου έναν μηχανισμό, τα γρανάζια του οποίου κινητοποίησαν τα λόγια του αντιπαθέστατου διαχειριστή. Κάτι άρχισε να στριφογυρίζει με μανία εκεί μέσα, παράγοντας μια μορφή ενέργειας που δεν ήξερα πώς και πού να διοχετεύσω. Προσπάθησα να κάνω εμετό, μα αυτό δεν ήταν ναυτία. Πήρα κάνα-δυο ηρεμιστικά, μα δεν ήταν πανικός. Κάτι άρχισε να ενεργεί και το σώμα μου ήταν εργαλείο. Λες κι ήμουν ολόκληρος μια πένα γραπωμένη από αόρατη χούφτα όντος με πρόθεση για κάποια πολύ σημαντική γραφή. Η πένα όμως δεν ήταν έτοιμη να επιτελέσει τον έργο της. Το μελάνι δεν είχε στρώσει, το μέταλλο ήταν ακόμη παγωμένο. Το αόρατο χέρι έκανε διαρκώς δοκιμαστικές κινήσεις, δεν έγραφε κάτι το σημαντικό. Γι’ αυτό πηγαινοερχόμουν άσκοπα, χωρίς να αφήνω αποτύπωμα ουσιώδες. Κουλά θα σου ακούγονται όλα αυτά. Δεν μπορώ να τα περιγράψω καλύτερα. Το αίσθημα ότι είμαι μια γραφίδα ανέτοιμη να κινηθεί όπως πρέπει στο χαρτί, μεγάλωνε μέρα με την ημέρα. Περιπλανιόμουν ψάχνοντας ανοιχτά πεδία, κι όταν τα έβρισκα άρχιζα να περπατώ παρασάνταλα, κλείνοντας τα μάτια μου και πασχίζοντας να νιώσω την ανώτερη βούληση που θα επηρέαζε την κατεύθυνση μου. Τίποτα. Άγονη διαδικασία. Η κατάσταση αυτή κατάπιε όλες τις έγνοιες μου. Σταμάτησε να με πονά η απουσία. Ακόμα και η μνήμη του τελευταίου βλέμματος της Κατερίνας· έπαψε κι αυτή να είναι οδυνηρή. Έκανα μόνο τις πολύ απαραίτητες καθημερινές μου εργασίες κι έπειτα ξαμολιόμουν σε αλάνες, πλατείες, γήπεδα και παραλίες. Η αναζήτηση γινόταν αγωνία και η αγωνία εμμονή. Ώσπου βρήκα τον τρόπο. Πριν έντεκα μήνες ακριβώς, την Πρωτοχρονιά. Καθόμουν στο γραφείο μου, μπροστά στον υπολογιστή. Το δωμάτιό μου υποφωτισμένο. Δίπλα μου αναμμένο ένα μικρό παλιό φωτιστικό· ξέρεις, από αυτά τα παλιομοδίτικα, με τα αμπαζούρ. Ήταν της μάνας μου, το βρήκα στο υπόγειο του σπιτιού πόσα χρόνια πριν, όταν ξέμεινα μόνος εδώ. Εκείνη τη μέρα λοιπόν, καθώς η προβληματική σύνδεση της περιοχής εμπόδιζε την όποια δουλειά με την οποία είχα καταπιαστεί διεκπεραιωτικά χρονιάρες μέρες, σκεφτόμουν να τα κλείσω όλα και να βγω έξω για τον γνωστό σκοπό. Μια κίνηση όμως κάπου στα δεξιά μού τράβηξε την προσοχή. Ήταν πάνω στο στεφάνι του μωβ αμπαζούρ. Εκεί, στην κορυφή, γύρω από τον ζεστό λαμπτήρα. Ένας φτερωτός μέρμηγκας που έτρεχε. Έτρεχε, έτρεχε ασταμάτητα με τα μικροσκοπικά του ποδαράκια, έτρεχε πάνω στο στεφάνι. Γύρω-γύρω, γύρω-γύρω, γύρω-γύρω. Δεν έμοιαζε υπνωτισμένος, ούτε παγιδευμένος. Έδειχνε να ξέρει ακριβώς τι κάνει. Πού και πού σκόνταφτε πάνω σε προεξοχές του ξεφτισμένου υφάσματος· έπαιρνε θέση ξανά και συνέχιζε. Πού και πού σταματούσε κι έδειχνε να ελέγχει κάτι τριγύρω —κάτι ως προς τον χώρο και τη θέση του σε αυτόν— κι ύστερα συνέχιζε την κυκλική πορεία του με βιασύνη και φροντίδα. Έμεινα προσηλωμένος στη διαδρομή δεν ξέρω κι εγώ για πόση ώρα. Το σκηνικό είχε πάρει στα μάτια μου διαστάσεις αλλιώτικες και μυθικές. Παρακολουθούσα έναν γρύπα να καλπάζει στο χείλος τεράστιου κρατήρα. Το πλάσμα ήταν παγιδευμένο στο έδαφος, σαν να είχε κάποιο σκοπό να εκπληρώσει. Καμία χρησιμότητα δεν είχαν για εκείνο πλέον τα φτερά του. Έδειχναν μάλιστα να πυρώνουν σταδιακά, μειώνοντας τον διαθέσιμο για την ολοκλήρωση του τελετουργικού χρόνο. Ο γρύπας έτρεχε με τερατώδη αντοχή κι οι κύκλοι που έγραφαν το σώμα του έλεγαν την ιστορία που οι γλώσσες των ανθρώπων, οι πένες των γραφιάδων και το δικό μου σώμα συστηματικά αποτύγχαναν να πουν. Έτρεχε, έγραφε, φλεγόταν. Λίγο πριν να αποκωδικοποιήσω την απάντηση που είχα μπροστά μου, η ευκαιρία χάθηκε με ένα άλμα στο κέντρο του κρατήρα κι ένα πολύ ήσυχο «τσιρρρ». Τινάχτηκα από την καρέκλα μου. Ο μέρμηγκας έπεσε καβουρδισμένος στη σκονισμένη επιφάνεια του γραφείου. Η απάντηση, Χρήστο, ήταν τόσο καιρό δίπλα μου. Έτρεχα σε απλωσιές και περπατούσα δίχως λόγο. Μα η ζωή μου ποτέ δεν ήταν απλωσιά· κανενός η ζωή δεν είναι τέτοια. Έναν κρατήρα χρειαζόμουν ανέκαθεν για να μιλήσω. Κρατήρα όμως στα δικά μου τα μέτρα. Μικρό. Νεκρό. Ψυχρό. Άχρηστο. Έναν κρατήρα από αυτούς του αρχέγονους, που κατοικούνται από θεούς και τρέφονται με ανθρώπους. Κι είχα έναν παρόμοιο πάντα τόσο κοντά μου. Όλους αυτούς τους μήνες ανεβαίνω τα βράδια στο χείλος του και τρέχει το σώμα μου σε κύκλους διαδοχικούς. Η κατακλείδα πλησιάζει. Δεν το ορίζω εγώ, μα τα φτερά στην πλάτη μου που άρχισαν να καίνε. Ίσως πριν κλείσει αυτός ο χρόνος να έχουνε όλα ειπωθεί. Όπως όμως η διαδικασία αυτή δεν είναι καθαρή γραφή ή ομιλία, έτσι και το προϊόν της δεν είναι λέξεις αυτούσιες. Κι ενώ ξέρω πως με κάποιον τρόπο θα φτάσει στους υποδοχείς —ας πούμε— τους δικούς σου, της Κατερίνας, ίσως και της μάνας μου, ανησυχώ. Ανησυχώ όπως ανησυχούν πάντα οι αδύναμοι άνθρωποι πριν επιτέλους καταφέρουν κάτι αξιοσημείωτο. Ανησυχώ πως ίσως δεν κατανοηθώ. Ψάξτε με λίγο πριν να τελειώσει αυτός ο χρόνος. Θα έχω βρει τρόπο να μιλώ. Αρθρώνω κύκλο-κύκλο τόσους μήνες όσα έλεγα πάντα λάθος. Απορρίψτε τα, μισήστε τα, μόνο μην τα αφήσετε να περάσουν και να χαθούν. Σου στέλνω αυτό εδώ το γράμμα από φόβο. Μη χαθεί ο λόγος μου. Μη χαθώ κι εγώ. Ως τότε, Άδης*** Οι πρωταγωνιστές επέστρεψαν στις βάσεις τους: Ένα χωράφι, ένα σχολείο, ένα νεκροταφείο. Το στεγνό πηγάδι στο κτηματάκι πίσω απ’ το πατρικό του Άδη σφραγίστηκε. Η μάνα του μετακόμισε ξανά στο εξοχικό σπιτάκι στο Ρίο. Τις μέρες ξεσκόνιζε με μανία το δωμάτιο του γιου της. Τις νύχτες κατέβαινε στην παραλία. Πετούσε βότσαλα στο νερό και παρακολουθούσε επίμονα τους ομόκεντρους κυκλικούς κυματισμούς. Ύστερα επέστρεφε και περπατούσε στο κτηματάκι, σε πορείες ασυνάρτητες. Όταν η συζήτηση τελείωνε, ξάπλωνε λίγες ώρες να ξεκουραστεί.
Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025
Λίλα Αθανασίου (Δυο ποιήματα)
hey, χιονάνθρωπε.
Εσύ είσαι τυχερός ,
σε λίγο,
νερό
θα γίνεις.
Αλίμονο σε ‘μάς
που όσο κι αν σταθούμε μπροστά στον ήλιο ,
αδύνατον
να λιώσουμε .
———————————————————————————————-
μεσάνυχτα
Και προσπαθώ τις νύχτες να το πω.
Θέλω να ουρλιάξω,
να σκιστεί ο λαιμός μου θέλω.
Μα δε βγαίνει ήχος.
Με ντροπιάζουν τα ουρλιαχτά μου,
που είναι τόσο σιγανά.
Λες και φοβούνται να γίνουν αυτό που είναι.
Θέλουν να ναι ψίθυροι,
όχι κραυγές.
Μια πρωτοχρονιάτικη αυτοκτονία (Συλλογικό)
Η κατάρα της Πάρνηθας. (Αχιλλέας Σωτηρέλλος)
Οι κανόνες είναι απλοί, δύο χέρια, δύο φύλλα. Ο παίκτης διαλέγει τα δικά του ή του κρουπιέρη. Όποιος συνδυασμός βρίσκεται πλησιέστερα στο εννιά κερδίζει, τα δεκάρια και οι φιγούρες έχουν μηδενική αξία. Αν σου πέσουν στα χέρια έχεις το δικαίωμα να ζητήσεις ένα επιπλέον φύλλο.
Η κόλαση από τον παράδεισο βρίσκονται δίπλα-δίπλα, μόνο που η πόρτα της πρώτης είναι θεόρατη, και όλοι οι δρόμοι που οδηγούν σε αυτή είναι φωταγωγημένοι. Η άλλη είναι ακριβοθώρητη, ακόμα και αν την φτάσεις θέλει τον κατάλληλο συνδυασμό. Κάποιοι τον αποδίδουν στην τύχη, άλλοι στη στρατηγική, όμως η αλήθεια είναι πως τίποτα από τα δύο δεν ισχύει…
Για τον τζογαδόρο η πόρτα της κολάσεως είναι μονόδρομος, δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο παρά μόνο να την διαβαίνει ξανά και ξανά. Ακόμα και αν κερδίζει, κερδίζει χάνοντας. Ακόμα και όταν χάνει προσδοκά μόνο την έξοδο για να επιστρέψει ξανά, να μαγευτεί από τα φώτα της χαμένης λεωφόρου, και την θέα της τεράστιας, επιβλητικής, πύλης.
Στα πόδια της Πάρνηθας ο κόσμος γιορτάζει, περιμένει τα πυροτεχνήματα να ξεχυθούν στον ουρανό σαν τον αφρό της σαμπάνιας. Στο περίκλειστο, μαυσωλείο του Ναού ωστόσο κάθε μέρα είναι η ίδια με την προηγούμενη.
Στα χέρια του άσσος και βαλές. Ζητάει ένα φύλλο ακόμα. Γνωρίζει πως είναι η τελευταία του ευκαιρία. Έχει χάσει σπίτι, δουλειά, γυναίκα και το αντίτιμο για το ταξί. Αν κερδίσει έχει μια ευκαιρία ακόμα να επιστρέψει, αν χάσει υπάρχει μόνο η χαράδρα.
Ανοίγει το φύλλο με τη ψυχραιμία του ανθρώπου που έχει πάρει τις αποφάσεις του. Το επόμενο πρωί ανάμεσα στα γιορτινά ευχολόγια και τους περιπαικτικούς Καζαμίες οι εφημερίδες θα του αφιερώσουν ένα μονόστηλο.
Άνδρας αγνώστων λοιπών στοιχείων αυτοκτόνησε πέφτοντας στο κενό από το καζίνο της Πάρνηθας…
Πτώμα στη σουίτα της 'Μεγάλης Βρεττανίας' (Γιώργος Νεκτάριος Παναγιωτίδης)
Ο Όμηρος Ίτσος διάβηκε την περιστρεφόμενη πόρτα και μπήκε με απροσμέτρητη φούρια στο ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρεττανία”, ώσπου, προσπερνώντας τους απορημένους γκρουμ, έφτασε στην Υποδοχή.
-Πού είναι; Πείτε μου, πού την έχετε;
-Ποια, κύριέ μου; Τι θέλετε, παρακαλώ;
Ο κύριος επί της υποδοχής ήταν ένας βαλές που θα έκανε πολύ καλά για μπάτλερ πλήρους απασχόλησης στα δυτικά πλουσιόσπιτα του Μεσοπολέμου. Τον κοιτούσε αψ’ υψηλού μέσα από τα γυαλιά του, σα να βλέπει μέσα από μονόκλ.
-Ξέρετε πολύ καλά για τι μιλάω! έκανε και του έτεινε το δείκτη σε ένδειξη κατακραυγής. Η φίλη μου, Ορτένια Μασάτη… βρέθηκε νεκρή στη σουίτα σας εδώ στο ξενοδοχείο, κινούσε πάνω-κάτω το προτεταμένο δάχτυλο. Πού είναι;
-Ήρθε η αστυνομία και την παρέλαβε, κύριέ μου. Η σορός της βρίσκεται στο τραπέζι του ιατροδικαστή.
Η σκέψη της πεθαμένης έφερε τον Όμηρο σε έξαψη. Αναψοκοκκίνισε.
-Τι της κάνατε; Τι της κάνατε;! Ήταν μόνη, ευάλωτη. Ήμουν ο μόνος… ο μόνος φίλος που της είχε μείνει.
Ο βαλές είχε έρθει σε απόγνωση. Το κάτω χείλος του έτρεμε ανεξέλεγκτα. Ρήγμα στο αδιέξοδο αποτέλεσε κάτι αιφνίδιο: το βιβλίο που κρατούσε ο Όμηρος υπό μάλης: “Διαδοχικές αναγνώσεις υπερρεαλιστών ποιητών” του Αλέξανδρου Αργυρίου.
Έκανε να γελάσει και το πρόσωπό του παραμορφώθηκε σε μια γκριμάτσα γκροτέσκα, απωθητική.
-Μα… δε μου λέτε; Ποιος πεθαίνει έτσι; Μήπως η φίλη σας ήταν σουρεα…
Ο Όμηρος βρήκε την ευκαιρία αυτής της κακόβουλης ειρωνείας και πήρε ν'ανεβαίνει τα σκαλιά. Τελικά, έφτασε μπροστά στο δωμάτιο. Παραβίασε την πόρτα με μεγαλύτερη ευκολία απ’ όσο νόμιζε.
Άνοιξε την πόρτα και νόμισε πως θα χάσει το μυαλό του. Παντού υπήρχαν ρολόγια. Ρολόγια όλων των ειδών και μεγεθών, από απλά ξυπνητήρια μέχρι ένα παλιοκαιρίσιο επιδαπέδιο εκκρεμές.
Ο Όμηρος Ίτσος έβαλε τα χέρια στ’ αυτιά του. Ήταν σα να άκουγε, μέσα στη φοβερή ησυχία του δωματίου, μια μουσική, μια μελωδία εκκωφαντική.
Ένας γκρουμ τον πρόλαβε στο κλιμακοστάσιο και εκείνος τον έπιασε από το γιακά και του κραύγασε: “τι γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά; Τι γιορτάζουμε”;!
Εκείνος έμεινε να τον κοιτάζει περίτρομος. Ο Όμηρος τον κοίταξε για μερικά δεύτερα ατενώς, με τα μάτια στηλωμένα στα μάτια του, με τρομακτική οργή. Τελικά, τον άφησε και ο άλλος κατέρρευσε και βρέθηκε πεσμένος μπρούμυτα σε ένα παχύ χαλί.
Ο Όμηρος Ίτσος έτρεχε με ρυθμούς φρενήρεις σα να του είχαν γίνει πολλές ενέσεις αδρεναλίνης. Σα νά' τρεχε για τη ζωή του.
Όταν έφτασε στο ισόγειο, ο βαλές έκλεινε το τηλέφωνο. Δεν προσπάθησε να τον σταματήσει. Τον κοίταξε με ένα βλέμμα απορίας και είπε κάτι που ακούστηκε σαν “καλέστε το περι...”-ο νους του πήγε στο προφανές: είχαν καλέσει περιπολικό να τον συλλάβει.
Ο Όμηρος έφτασε, μετά από μερικά λεπτά αγωνιώδους οδήγησης, σπίτι του.
Όταν μπήκε στην αυλή της μονοκατοικίας, έβαλε τα χέρια στο πρόσωπό του εκατέρωθεν, σαν σε ένδειξη κραυγής.
Δεν κραύγασε. Κατευθύνθηκε προς το ταχυδρομικό κουτί και αγκάλιασε το περιτυλιγμένο περιεχόμενο. Το έφερε σπίτι αγκομαχώντας και το άφησε στο μεγάλο τραπέζι.
Μετά από μια στιγμή περισυλλογής, λυσσαλέα, έσκισε το χαρτί και αποκάλυψε το από κάτω και μέσα: ήταν μια υδρόγειος σφαίρα γεωγραφική!
Όχι, όχι, δεν ήταν δυνατόν. Περιέσφιξε τούφες από τα μαλλιά του. Ήταν πορφυρές, όπως την περίοδο της πρώτης νεότητάς του.
Τότε, το είδε: η υδρόγειος είχε κάτι παράξενο που είχε εντοπίσει με το βλέμμα του, ακόμα ανεπίγνωστα. Την έστρεψε 45 μοίρες και τότε το είδε. Ήταν ένα κόψιμο. Μια χαρακιά που ξεκινούσε από τη μία άκρη του Ισημερινού και που συνεχιζόταν κατά μήκος της διαμέτρου.
Ο Όμηρος Ίτσος έφερε τώρα τα χέρια του στο μέτωπό του. Το μυαλό του πήγε σε ένα στίχο: “με την αιτία του κακού σημαδεμένη...” Λυγμοί που παράδοξα τον λύτρωναν άρχιζαν να συγκλονίζουν το κορμί του. Ψέλλισε κάτι που έγινε μόλις ακουστό: “περιστροφή...”
ΥΓ. Η κύρια ιδέα του διηγήματος προέρχεται από τις συνεντεύξεις του αγαπημένου ποιητή Μίλτου Σαχτούρη: μια φίλη του, όπως διηγιόταν ειρωνικά, πέθανε με πολύ “σουρεαλιστικό” τρόπο. Έκλεισε τη σουΐτα της Μεγάλης Βρετανίας και κατόπιν αυτοκτόνησε. (Αυτό είναι αντικείμενο και του ποιήματός του με τίτλο: “Η αυτόχειρ”).
Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΩΝ (Ζαχαριας Στούφης)
Είχε μαζέψει όλα τα απαραίτητα σύνεργα για να κάνει το τελειωτικό χτύπημα στον εαυτό του. Το μόνο που χρειαζόταν πια, ήταν η άψογη οργάνωση, αφού στο σημείο που σκόπευε να βάλει τέλος στην ζωή του βρισκόταν υπό εικοσιτετράωρη και αυστηρή περιφρούρηση.
Για τον Ιάσωνα ήταν πλέον οριστικό, δεν μπορούσε να πάρει άλλη αναβολή. Η πρωτοχρονιά του 2026 ήταν η μέρα που θα έβαζε τέλος στην ζωή του, όμως, στις αρχές του Δεκεμβρίου του 2025 συνέβη κάτι αναπάντεχα περίεργο για τον ίδιο. Το έλατο που έφερε ο δήμος αθηναίων για να στολίσει χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία συντάγματος, ήταν από το χωριό του, το Χρυσοβίτσι Αρκαδίας. Το γεγονός αυτό, στάθηκε αφορμή για δύο πράγματα: Το πρώτο ήταν να αλλάξει τον τόπο της αυτοκτονίας του και εκεί που σκεπτόταν να το κάνει μπροστά στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, να μεταφερθεί στην κάτω πλατεία και να αυτοχειριασθεί τελικά, δίπλα στο στολισμένο για τα Χριστούγεννα έλατο. Το δεύτερο είναι ότι θυμήθηκε το χωριό του και την παιδική του ηλικία που σκαρφάλωνε στα έλατα και πολλές φορές έφτανε μέχρι την κορυφή. «Άραγε να είναι ένα από τα έλατα των παιδικών μου χρόνων;» σκέφτηκε για μία στιγμή…
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το 2008 όταν ένας μπάτσος σκότωσε τον μαθητή Αλέξη Γρηγορόπουλο στα Εξάρχεια, ακολούθησαν μεγάλες ταραχές στην Αθήνα από την εξέγερση της νεολαίας, και μαζί, το κάψιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου την πλατεία συντάγματος. Ο Ιάσωνας τότε ήταν μαθητής της τρίτης γυμνασίου και ζούσε ακόμα στο χωριό του, μα η ψυχή του ήταν στα Εξάρχεια, κοντά στους επαναστατημένους συνομηλίκους του. Τα χρόνια πέρασαν και σαν επιμελής μαθητής που ήταν, πέρασε κι αυτός στο πολυτεχνείο, όμως από τότε του είχε καρφωθεί στο μυαλό, να καταφέρει κάποια Χριστούγεννα να κάψει κι αυτός το στολισμένο δέντρο της πλατείας. Η αλήθεια είναι ότι κάποιες φορές το αποπειράθηκε, όμως στάθηκε αδύνατον να το πραγματοποιήσει, αφού από τα δεκεμβριανά του 2008 και μετά, το χριστουγεννιάτικο δέντρο της πλατείας συντάγματος το περιφρουρούσαν αδιάκοπα και διακριτικά τέσσερις μπάτσοι ασφαλίτες.
Φέτος τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Η ζωή του Ιάσωνα δεν είχε κανέναν λόγο ύπαρξης. Το τέλμα τον είχε κυριεύσει από παντού. Τους τελευταίους έξι μήνες έγραφε και διόρθωνε την αποχαιρετιστήρια επιστολή του. Είχε φτιάξει μια δημόσια απολογία που έμοιαζε με εξομολόγηση και ταυτόχρονα το μανιφέστο από τον άνθρωπο – κράτος, που κήρυττε τον πόλεμο στον κόσμο ολόκληρο.
Γέμισε έξι μπουκάλια από αναψυκτικά του ενάμισι λίτρου με βενζίνη, τα τοποθέτησε προσεκτικά μέσα στο σακβουαγιάζ της πλάτης, και κατά τις 04:30 τα χαράματα της πρώτης Ιανουαρίου του σωτήριου έτους 2026, εμφανίστηκε στην πλατεία συντάγματος. Η πρωτοχρονιάτικη φιέστα είχε τελειώσει από ώρα και πάνω στην πλατεία είχαν απομείνει καμιά δεκαριά άνθρωποι. Οι μισοί από αυτούς ήταν άστεγοι και οι άλλοι μισοί, μεθυσμένοι τουρίστες. Ο Ιάσωνας πλησίασε το δέντρο και αφού έκανε τους υπολογισμούς του, απομακρύνθηκε στα δέκα βήματα και έστησε ένα τρίποδο, πάνω στο οποίο στερέωσε το κινητό του τηλέφωνο. Μόνο δύο ασφαλίτες ήταν στην βάρδια και καθόντουσαν πάνω στα ηχεία που ήταν πίσω από ένα βανάκι του δήμου. Το πυροσβεστικό όχημα ήταν στην άλλη άκρη της πλατείας και οι πυροσβέστες είχαν αποκοιμηθεί. Αυτή ήταν λοιπόν η κατάλληλη στιγμή!
Αρχικά έστειλε σε εφτά εφημερίδες, μέιλ την αποχαιρετιστήρια επιστολή του, στη συνέχει κάδραρε στην οθόνη το έλατο και η ζωντανή μετάδοση στο fasebook άρχισε. Με βήματα αποφασιστικά πλησίασε το δέντρο, πήδηξε αθόρυβα την υποτυπώδη περίφραξη και όταν έφτασε στον κορμό του έβγαλε από το σακίδιο τα μπουκάλια με την βενζίνη. Στη συνέχεια έβγαλε μπουφάν και πουλόβερ και άδειασε στο σώμα του και την γύρω περιοχή το εύφλεκτο υγρό. Όταν άναψε τον αναπτήρα του ο Ιάσωνας , λαμπάδιασε μαζί με το συγχωριανό του έλατο.
Κανένας δεν πρόλαβε να αντιδράσει, ούτε οι πυροσβέστες που μέχρι να ξυπνήσουν, να κόψουν το ρεύμα και να αρχίσουν την ρίψη νερού, το χριστουγεννιάτικο δέντρο μαζί με τον νεαρό αυτόχειρα, είχαν παραδοθεί στη φωτιά. Μονάχα ο ένας ασφαλίτης που είχε δει με την άκρη του ματιού του το νεαρό να περιεργάζεται το δέντρο άρχισε να φωνάζει «Που πήγε το κωλόπαιδο… δεν θα γλυτώσει… έχει παντού κάμερες… θα τον πιάσουμε…» Μέσα στην όλη αναμπουμπούλα ένας άστεγος έτρεξε και βούτηξε το ορφανό τηλέφωνο του Ιάσωνα που βιντεοσκοπούσε τον αυτοπυρπολησμό του. Όλα πια όμως, ήταν ανεβασμένα στα σόσιαλ μίντια.
Οι πρώτες δημοσιογραφικές εκτιμήσεις έκαναν λόγο για βραχυκύκλωμα στα λαμπάκια του δέντρου που προκάλεσαν την πυρκαγιά. Μονάχα στις εννιά το πρωί κατάλαβαν τι ακριβώς είχε συμβεί. Όταν το συνεργείο του δήμου μάζευε τα αποκαΐδια η δημοτική υπάλληλος Μαρία Κ. εντόπισε το απανθρακωμένο σώμα του Ιάσωνα και το ανακοίνωσε με μια κραυγή που πάγωσε ολόκληρη την πλατεία. Λίγα λεπτά μετά, το βίντεο με την ζωντανή μετάδοση και η αποχαιρετιστήρια επιστολή- μανιφέστο, είχαν κατακλείσει το ιντερνέτ.
Ο Τζον Τάραμας έχει Ρέντα (Χρήστος Χατζηκωνσταντίνου)
Κοιταξα το ρολόι. Έξι και μιση. Είχα λιγότερο από μια ώρα που κοιμήθηκα αφού το είχαμε ξενυχτήσει με 2 φίλους για να “υποδεχτούμε” τον καινούργιο χρόνο. Κοινως να πίνουμε από το μεσημέρι της παραμονής για να ξεχάσουμε ότι η ζωή μετά τα 30 είναι μια σιωπηλή πορεία προς το θάνατο. Η τακτική μας δούλευε αφού μετά το πολύωρο πιώμα οριακά δεν θυμόμουν που έμενα, κάτι που δεν εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον ταξιτζή που με πήγε σπίτι.
Ωστόσο ο λόγος που ξύπνησα μέσα στη νύχτα δεν ήταν οι υπαρξιακές μου αναζητήσεις αλλά το σταθερό τηλέφωνο που χτυπούσε ασταμάτητα. Άφηνα επίτηδες το κινητό μου στο αθόρυβο, έτσι ώστε να με ενοχλήσουν μόνο σε περίπτωση που κάτι ήταν όντως επείγον. Την τελευταία 5ετία που ασκούσα το επάγγελμα του ιδιωτικού ερευνητή, είχα καταλάβει ότι η αίσθηση του επείγοντος είχε τεράστιες διακυμάνσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.
Μετά το 10ο ντριν, αποφάσισα πως όποιος κι αν ήταν δεν είχε σκοπό να με αφήσει να κοιμηθώ οπότε σηκώθηκα από το κρεβάτι κι αγουροξυπνημένος απάντησα στο τηλέφωνο
“Καλημέρα Άγγελε, με θυμάσαι? Με συγχωρείς για την ώρα.”
“Αν απαντούσα ναι θα έλεγα ψέματα, κάτι που δεν το συνηθίζω.”
“Είμαι ο Κώστας ο Ιωάννου, ήμασταν συμμαθητές στο Λύκειο”
Κάτι τέτοιες στιγμές σιχτίριζα την ώρα και τη στιγμή που μου φάνηκε καλή ιδέα να βάλω στην επαγγελματική μου κάρτα τη φράση “Στη διάθεση σας όποτε θέλετε, για όσο με θέλετε”. Αλλά οι δουλειές τελευταία δε φύτρωναν και στα δέντρα, οπότε αντί να κλείσω το τηλέφωνο αποφάσισα να αναμετρηθω με αυτή τη φωνή από το παρελθόν.
“Καλημέρα Κώστα, σε θυμάμαι ναι, τι συνέβη?”
“Σε παίρνω για την κόρη μου, είχαμε ρεβεγιόν χθες στο σπίτι και την πιάσαν κάποιοι πόνοι λόγω της εγκυμοσύνης της, την πήγαμε άμεσα στο νοσοκομείο όπου απέβαλε πριν κάποια ώρα. Μπορείς να έρθεις από εδώ; Χρειάζομαι επαγγελματική βοήθεια, θα πληρωθείς καλα.”
Ο Κώστας προερχόταν από παλιά πλούσια οικογένεια της πόλης αλλά για κάποιο λόγο ερχόταν στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς. Στα 17 άφησε έγκυο μια συμμαθήτρια μας. Εκείνα τα χρόνια, η έκτρωση δεν ήταν μια αποδεκτή επιλογή οπότε παντρεύτηκαν και μετακόμισαν σε μια βίλα στο Πανόραμα που τους πήρε σαν γαμήλιο δώρο ο μπαμπάς του Κώστα. Όχι κι άσχημα. Εγώ σε αντίστοιχη ηλικία πήρα δώρο ένα μεταχειρισμένο μηχανάκι γιατι οι γονείς μου αποφάσισαν να βάλουν ντελίβερι στο σουβλατζίδικο που είχαν και δεν μπορούσαν να προσλάβουν κάποιον υπάλληλο.
Όταν έφτασα στο νοσοκομείο είδα τον Κώστα να με περιμένει στην είσοδο. Αφού ξεμπερδέψαμε με τις χαιρετούρες και τα “Καλή χρονιά”, που έμοιαζαν παράταιρα σε μια Ευρώπη που ίσως να είχε ήδη περάσει “το τελευταίο ειρηνικό της καλοκαίρι” και φαινόταν να βαδίζει με μαθηματική ακρίβεια σε έναν παγκόσμιο πόλεμο κι ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα, πέρασε στο ψητό.
Η κόρη του η Αντιγόνη ήταν 17 χρονών, κάτι μου θύμιζε αυτό, κι ήταν έγκυος στον 5ο μήνα. Το τελευταίο υπερηχογράφημα έδειξε κάποιες σοβαρές γενετικές δυσπλασίες στο έμβρυο. Εξαιτίας αυτού, η Αντιγόνη ηθελε να κάνει έκτρωση αλλά αυτός διαφωνούσε, αφού θεωρούσε την έκτρωση δολοφονία. Τον κοίταξα για λίγο σκεπτόμενος ότι η δική του γνώμη μικρή σημασία είχε αλλά δεν είπα τίποτα. Το προηγούμενο βράδυ η κόρη του άρχισε να έχει κάποιους πόνους και πήγαν εσπευσμένα στο εφημερεύον νοσοκομείο όπου κι απέβαλε.
Αδυνατούσα να καταλάβω που χρειαζόταν ένας ιδιωτικός ερευνητής σε αυτή την υπόθεση αλλά απ’ όσο κατάλαβα το λογύδριο του δεν είχε τελειώσει. Αφού μου τόνισε ότι χθες στο ρεβεγιον η Αντιγόνη είχε πιει μερικά ποτήρια κρασί, είπε ότι είχε κάτι να μου δείξει. Εκείνη την ώρα μας πλησίασε ο πατέρας του. Ο κύριος Ιωάννου παρόλο που είχε πλέον γκρίζο μαλλί φαινόταν εξίσου μαλάκας όσο όταν ήμασταν στο σχολείο. Αφού χαιρετηθήκαμε, ο Κώστας έβγαλε από την τσέπη του μια φωτογραφία με το έμβρυο.
-Γεννήθηκε με τον ομφάλιο λώρο γύρω από τον λαιμό του μπλεγμένο. Η περιτύλιξη ήταν τόσο ισχυρή που διακόπηκε η ροή του αίματος και του οξυγόνου και πέθανε από ασφυξία.
-Λυπάμαι Κώστα αλλά συνεχίζω να μην καταλαβαίνω πως εμπλέκομαι εγώ σε αυτή την υπόθεση.
Εκεί επενέβη ο πατέρας του.
-Η Αντιγόνη έχει μπλέξει με κακές παρέες. Της έχουν φουσκώσει το μυαλό με κάτι παλαβομάρες περί αυτοδιάθεσης και πιστεύει πως μπορεί να κάνει ότι θέλει. Όταν ο Κώστας της είπε χθες ότι δεν της επιτρέπει να κάνει έκτρωση ταράχτηκε πολύ κι ήπιε μισό ποτήρι κρασί. Πιστεύουμε ότι αυτό, σε συνδυασμό με κάποια τελετή που έκανε με τις μπαχαλοσατανίστριες φίλες της προκάλεσε την έκτρωση αλλά και την ασφυξία του μωρού με τον ομφάλιο λώρο.
Κρατήθηκα για να μην γελάσω με τις παπαριές που άκουγα. Δεν με έπαιρνε να χάσω τη δουλειά, είχα πολύ ανάγκη τα λεφτά αυτή την περίοδο. Έβγαλα τον καπνό μου για να στρίψω ένα τσιγάρο. Ανυπομονούσα γι’ αυτή την πρωινή τζούρα νικοτίνης. Έστω κι αν, δεδομένου ότι κοιμήθηκα μετά τις 5, θα είχε χάσει λίγο από το πρωινό της μπρίο. Ενώ ήμουν στη μέση της διαδικασίας έπιασα κάποια αποδοκιμαστικά βλέμματα από τον κύριο Ιωάννου. Γρήγορα ακολούθησε κι η αποψάρα του. Εξάλλου το τσιγάρο ήταν από τις κακές συνήθειες που άγνωστος κόσμος αισθανόταν ότι ήταν πολύ σημαντικό να σου πει να τις σταματήσεις.
-Πρέπει να το κόψεις Άγγελε, δεν είσαι κανα παιδαρέλι πια. Αφού ξέρεις πόσο κακό είναι για τον οργανισμό σου.
Κινήθηκα προς το μέρος του, κάπως απειλητικά αν έκρινα από το ότι πισωπάτησε κανα δυο βήματα. Σκέφτηκα να τον αρπάξω απ’ το λαιμό αλλά ήταν κι η δουλειά στη μέση. Και χρειαζόμουν τα λεφτά. Οπότε κόλλησα απλά το προσωπό μου στο δικό του.
-Όταν καταφέρεις να μου προσφέρεις αυτή την ένεση ντοπαμίνης που μου δίνει το πρωινό τσιγάρο, μπορεί και να ακούσω την άποψη σου.
Ετοιμάστηκε κάτι να πει, ότι θα δώσουν αλλού τη δουλειά ίσως, αλλά δύσκολα θα βρίσκαν άλλον μαλάκα που θα είχε τη διάθεση να ασχοληθεί πρωτοχρονιάτικα με αυτή τη μαλακία που βάφτισαν υπόθεση ιδιωτικού ερευνητή. Κάπου εκεί παρενέβη ο Κώστας.
-Άγγελε, θέλουμε να ερευνήσεις την υπόθεση και να βρεις τι προκάλεσε την εμβρυοκτονία. Απόψε, ή εν πάσει περιπτώσει το συντομότερο δυνατό, θέλω αποδείξεις κι ονόματα.
Κοίταξα το κινητό μου. Είχα μόλις λάβει ένα μήνυμα. ‘Που σαι ψηλέ μου. Οργανώνουμε αργοπορημένο πρωτοχρονιάτικο ποκεράκι σήμερα στο στέκι. Είσαι? Το buy in είναι ένα πεντακοσάρικο.’
Κοίταξα τον Κώστα.
-Χρειάζομαι 500 ευρώ για την αμοιβή μου και τυχόν τρέχοντα έξοδα. Κι οπωσδήποτε τη φωτογραφία με το έμβρυο.
Κάτι μουρμούρισαν ότι είναι πολλά αλλά χαλάλι αφού είναι γιορτινές μέρες. Μου έδωσαν το ρευστό και τη φωτογραφία. Έκανα ότι τη μελετάω για κάποια ώρα. Αφού τελείωσα την εξονυχιστική μου έρευνα, τους κοίταξα με το επαγγελματικό μου ύφος.
-Αν κοιτάξετε τη φωτογραφία, θα δείτε ότι τα χέρια του εμβρύου πιάνουν τον ομφάλιο λώρο. Επιπλέον, οι αρθρώσεις των δακτύλων φαίνεται να εφαρμόζουν δύναμη. Το έμβρυο φαίνεται να κρατάει τον ομφάλιο λώρο γύρω απ’ το λαιμό του. Πιστεύω ότι έχουμε μια ξεκάθαρη περίπτωση αυτοκτονίας.
Αγνοώντας το έκπληκτο ύφος τους, που ευτυχώς τους απέτρεψε απ’ το να μου πρήξουν κι άλλο τα συκώτια, πέταξα τη φωτογραφία προς το μέρος τους κι απομακρύνθηκα με τα πόδια ενώ ο ήλιος ανέτειλε μπροστά μου, έχοντας μόνο ένα πράγμα στο μυαλό μου: Κουφάλες κρύψτε τα πορτοφόλια σας. Ο John Taramas της Τούμπας έχει ρέντα.
Σε αναχρονισμό και μετατόπιση (Βάσω Τζιβανάκη)
Κάθεσαι απέναντι.
Τα μάτια σου μικρά γυαλένια βουτηγμένα στην οργή και στην εξάντληση.
Φοράς εκείνο το φτηνό στολίδι
το ίδιο τόσα χρόνια
μάλλον δεν βγαίνει πια απ' το δάχτυλό σου,
και μιλάς, μιλάς
για έναν κόσμο άλλο, με μία θέση και για μας,
σαν χρέος.
Θες το μπισκότο μου
-η ζάχαρη είναι πρόβλη-μα και λύτρωση-
όμως αντί για αυτό, καπνίζεις
και σε πορεία αντίστροφη εισβάλλω στα ρουθούνια σου με τον καπνό
και φτάνω στον εγκέφαλο.
Εδώ πια ο ιδεασμός σου αποκαλύπτεται
κι η μουσική που διάλεξες να ντύσεις τις κουβέντες σου,
-αυτή που παίζει μόνιμο repeat
χωρίς να την ακούμε παραέξω-
είναι από μια πρωτοχρονιάτικη βραδιά στη συμπρωτεύουσα,
όπως τη φέρνει το πλαϊνό στενό του μαγαζιού,
(νομίζω στη Φωτάκου)
κάθε που ανοίγει η πόρτα.
Στην προσομοίωση χαρτών είδα τη βέσπα μου παρκαρισμένη εκεί
σε αναχρονισμό και μετατόπιση
που ξέμεινε χαράματα
και θα 'ρθω να την πάρω,
όταν το άλλο βράδυ φύγεις από το σπίτι μου.
Ακούγοντάς σε ακόμα ν' αγορεύεις,
βγαίνω απ' τα δόντια σου τα ολόισια ν'αναπνεύσω.
Έχω στο στήθος μου και στα μαλλιά μου πέταλα.
Μυρίζεις ουίσκι.
Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025
Merry Christmas Mr Lawrence: Το διαχρονικό θαύμα των Χριστουγέννων
Για να φτιάξει το συγκεκριμένο έπος ο Ναγκίσα Οσίμα δεν άφησε τίποτα στην τύχη, πήρε την ακτινοβολία του David Bowie, τη μουσική (αλλά και ερμηνευτική) ιδιοφυία του Ryichi Sakamoto, την τοτεμική παρουσία του Takeshi Kitano. Γυρισμένο το μακρινό 1983, το Merry Christmas Mr Lawrence διατηρεί ακόμα ένα μεγαλείο που έχει παρέλθει προ πολλού από το χώρο της έβδομης τέχνης.
Με την πλοκή να εκτυλίσσεται σε ένα στρατόπεδο της Ιάβα όπου κρατούνται Βρετανοί και Αμερικάνοι στρατιώτες του Β παγκοσμίου πολέμου περιμένοντας τη μοίρα τους, η ταινία ακολουθεί τη συνύπαρξη αλλά και την αλληλεπίδραση των αιχμαλώτων και των δυναστών τους. Ο αυστηρός αλλά δίκαιος- προσκολλημένος στον αρχαίο κώδικα τιμής των Σαμουράϊ Bushido- διοικητής Χάρα (Κιτάνο), ο επιπόλαιος λοχίας Γιόνοϊ (Σακαμότο), ο ευφυής αλλά και νικημένος από τύψεις Σελιέρ (Μπάουι) και ο σοβαρός και μετρημένος Λώρενς (Κόντι), συμβιώνουν πάνω στην πιο κρίσιμη καμπή της ιστορίας, με την έκβαση του πολέμου ακόμα αβέβαιη, και τους ρόλους νικητών και ηττημένων προσωρινούς.
Πάνω σε αυτόν τον ρευστό πολιτικοκοινωνικό καμβά αναδύονται οι κώδικες τιμής, η ανθρωπιά μέσα στην αποκτηνωτική συνθήκη του πολέμου (συγκλονιστική η σκηνή που ο Σελιέρ σηκώνεται και φιλάει τον Γιονόι τη στιγμή που εκείνος έχει βγάλει το σπαθί για να τον σκοτώσει), η διαχείριση του θυμού και της συγχώρεσης, το συναισθηματικό σμίξιμο εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου που αποθεώνεται στην ανατριχιαστική ακροτελεύτια σκηνή (Merry Christmas Mr Lawrene!).
Αν στο πνεύμα των Χριστουγέννων, η γέννηση του Θεανθρώπου αποστέλλει πάντα ένα πιο αισιόδοξο και ευοίωνο μήνυμα για την ανθρωπότητα μακριά από τις αδυναμίες και τις μικρότητες που την ταλαιπωρούν, αυτό το μήνυμα προβάλλεται ανάγλυφα στο κομψοτέχνημα του Οσίμα…
Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025
StartUP (Κριτική)
Καλώς ήρθατε στο Μαϊάμι, μια πόλη που το ογδόντα τοις εκατό είναι χτισμένο με βρώμικα λεφτά, που ο μισός πληθυσμός είναι μετανάστες, που το χρήμα ξεπλένεται πιο συχνά από ο,τι ο ρουχισμός.
Σε αυτό το πλαίσιο το έγκλημα δεν είναι ποσοτικό, είναι ποιοτικό και ταξικό. Οι πολυεθνικοί κολοσσοί διαφέρουν από τους Αϊτινούς γκάνκστερ μόνο στις μεθόδους, οι πράκτορες του FBI λαδώνονται για να πάρουν έστω και ένα μικρό κομμάτι από την πίτα, η παρανομία είναι ο νόμος, ίσως γι αυτό και η σειρά παραθέτει στην αρχή της μια ρήση του Ντύλαν «Μόνο οι τίμιοι άνθρωποι ζουν εκτός νόμου»
Τι γίνεται όμως όταν τρία ετερόκλητα δείγματα αυτού του ψηφιδωτού (ένας γιάπης, ένας γκάνκστερ και μια νέρντ πληροφορικάρια) συμπράττουν ώστε να πλουτίσουν «με το σταυρό στο χέρι» βασιζόμενοι σε ένα όραμα και μια καινοτόμα ιδέα;!
Το StartUp είναι η απεικόνιση ενός οικοσυστήματος που τα θεμέλια του και οι κανόνες είναι συγκεκριμένοι, το ερώτημα αν κάποιος μπορεί να τα ανατρέψει είναι θεμελιώδες και τίθεται μέσα από ένα στιβαρό σενάριο που συχνά- δυστυχώς- δεν απουσιάζουν οι ευκολίες. Ωστόσο στην εποχή και τον καλλιτεχνικό Μεσαίωνα που διάγουμε σίγουρα περνάει τη βάση τόσο για τις φιλότιμες προθέσεις του όσο και για την προσεγμένη παραγωγή…
Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025
Γιατί δεν θα δούμε τη σπασμένη φλέβα
Ήταν μια προαναγγελθείσα «επιτυχία» του Box Office. Για την ακρίβεια η πορεία της ξεκίνησε πριν καν βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες. Καθώς το σκανδαλώδες προμοτάρισμα από τις κατά συνθήκη πουστ(ΑΡΔ)ες υπήρξε ανηλεές.
Από τις free press πατσαβούρες μέχρι τις "πολιτισμικές" στήλες, από τα ραδιόφωνα μέχρι τα podcasts τα «σαλόνια» διαδέχονταν το ένα το άλλο. Ίσως σε αυτό το πλαίσιο το «Κουλούρι» έδωσε την καλύτερη τρολιά μη τρολιά όταν έγραψε πως η πρεμιέρα της ταινίας θα ξεκινήσει με ομιλία του σκηνοθέτη, διότι οι «ομιλίες» είχαν προϋπάρξει στα πλαίσια όχι κάποιας ανάλυσης του έργου από το δημιουργό αλλά μιας μαρκεταρισμένης καμπάνιας χρηματοδοτούμενης από την εταιρεία παραγωγής…
Σε αυτή τη συνθήκη ωστόσο τίθεται ένα μεγάλο ερώτημα. Φέτος βγήκαν περίπου δέκα Ελληνικές ταινίες (πολλές χρηματοδοτούμενες από λεφτά του Έλληνα φορολογούμενου), ποια θα είναι η μοίρα τους έχοντας μηδενική ορατότητα στο πεδίο της μιντιακής προβολής;
Η μάστιγα του μονοπωλίου δεν είναι κάτι καινούργιο στην τέχνη, το κοινό (που πάντα αντιμετωπιζόταν ως προβατοποιημένο) χρειάζεται κατευθύνσεις, οδηγίες, «συστάσεις». Αν του πουλήσεις ένα ξίδι για Καμπερνέ σοβινιόν των χιλίων ευρώ (και το πείσεις πως τόσο κάνει) όχι μόνο θα το πιεί αλλά θα αγοράσει κι άλλο.
Η καλλιτεχνική αξία του Οικονομίδη δεν είναι αμελητέα, είναι όμως υπερεκτιμημένη. Όταν δεν είχε τα μέσα (Σπιρτόκουτο) οι ταινίες του ήταν κάτω του μετρίου, όταν τα απέκτησε (Μικρό Ψάρι) έδωσε κάτι καλύτερο. Σε καμία περίπτωση ωστόσο η χρηματιστηριακή του αξία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το επιβεβαιώνει η ανταπόκριση του κοινού από προβολές σε Βερολίνο και αλλού όπου η μάλλον σιωπηλή συγκατάβαση απέναντι σε έναν wannabe φολκλορικό Ταραντίνο υπερίσχυσε οποιασδήποτε σοβαρής, εμπεριστατωμένης προσέγγισης.
Όπως και να χει στην εποχή του viral και της μιντιακής εκπόρνευσης ο καθένας μπορεί να κάνει τις επιλογές του, άλλοι θα θελήσουν να δουν μια ακόμα Μπισμπικιάδα μακριά από τα γκροτέσκα ρεπορτάζ των πρωινάδικων και τις τσιρίδες της Σκόρδα, άλλοι θα ψάξουν για ατάκες που θα αναπαραχθούν μέχρι να κουράσουν, και άλλοι απλά θα προσπεράσουν επιλέγοντας κάτι πίσω από το φως των προβολέων…
Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025
Η μάστιγα των αδιάβαστων βιβλίων
Είναι μια τάση που παρατηρείται κυρίως στις διάφορες «βιβλιοφιλικές» σελίδες της συμφοράς αλλά δεν περιορίζεται εκεί. Τα διάφορα instagramable γίδια απαθανατίζουν στοίβες βιβλίων (προφανώς αμφιβόλου ποιότητας) με το επιμύθιο, «αχ δεν έχω προλάβει να τα διαβάσω, θα πάρω τώρα κι άλλα». Φυσικά ο εκδοτικός υπόκοσμος λατρεύει τα κελεύσματα του εκπαιδευμένου μαντριού του αλλά κυρίως την αντίληψη που- μετά από πολλαπλές και συντονισμένες προσπάθειες εκμάθησης- έχει καταφέρει να του ενσταλάξει. Το γεγονός δηλαδή πως το βιβλίο δεν λογίζεται ως πνευματικό αγαθό αλλά υποπροϊόν μαζικής κατανάλωσης.
Το αποτέλεσμα είναι οι βιβλιοθήκες, συχνά αγορασμένες από DIY πολυεθνικά επιπλάδικα, να γεμίζουν από στοίβες τούβλων αγορασμένες από αντίστοιχα τούβλα μέχρι που το βάρος τους τα μετατοπίζει σε κάποια αποθήκη ή τη φυσική τους θέση (δηλαδή τη χωματερή). Το θέμα άλλωστε δεν είναι η απορρόφηση αλλά η κατανάλωση. Οι εκδοτικοί- όπως έχουμε ξαναπεί- δεν ενδιαφέρονται για το βιβλίο αλλά για το χρήμα, επομένως η συνθήκη είναι για αυτούς ιδανική.
Η αλήθεια από την άλλη είναι πως ο αριθμός βιβλίων που θα διαβάσει- και ουχί θα καταναλώσει- ένας δεινός αναγνώστης δεν ανέρχεται σε πάνω από είκοσι με τριάντα το χρόνο. Και πως, για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, η "Ναυτία" του Σάρτρ ή ο "Μόμπι Ντικ" μπορούν να ξεπεταχτούν σε ένα βράδυ;
Η ουσία βέβαια για τους εκδοτικούς δεν εντοπίζεται στην ποιότητα αλλά την ποσότητα, αν μπορέσεις να εθίσεις τον κόσμο στην δεύτερη και κυρίως να εξαλείψεις την πρώτη τότε έχεις κερδίσει το παιχνίδι. Δεν είναι τυχαίο πως συγγράμματα που χαλάνε την πιάτσα είτε υφολογικά είτε θεματολογικά είναι τα πρώτα που θα απορριφθούν. Η απέκδυση του βιβλίου από την αξιοπρέπεια του ωστόσο δεν ευνοεί σε καμία περίπτωση τους ρυπαρούς αντικαταστάτες του, καθώς αν η μοίρα που τους επιφυλάσσει το «αναγνωστικό κοινό» δεν είναι κάποιος κάλαθος αχρήστων, τότε σίγουρα μπορεί να είναι κάποια αδιάβαστη θέση στο ράφι…
Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025
ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΣΩΤΗΡΕΛΛΟΣ: 2073 (Ολική απαγόρευση καπνίσματος)
Άνοιξα τη βαριά μεταλλική πόρτα του κτιρίου, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο δρόμο για να βεβαιωθώ ότι δεν με είχε ακολουθήσει κανείς. Ο θυρωρός στην πόρτα με κοίταξε συνωμοτικά απλώνοντας παράλληλα τη ροζιασμένη παλάμη του για να λάβει το αντίτιμο, το εναπόθεσα μέσα της και ύστερα κίνησα μαζί του για να μου ανοίξει την πόρτα από σημύδα που οδηγούσε στο υπόγειο
« Μια επισήμανση μόνο»
Μου είπε χαμηλόφωνα.
« Ξέρω, ξέρω για ο,τι και αν συμβεί, εσείς δεν γνωρίζατε τίποτα»
Του απάντησα, με κοίταξε με ένα δουλικό χαμόγελο ευγνωμοσύνης και τοποθέτησε το κλειδί στην υποδοχή του.
« Καλή σας διασκέδαση»
Ο πρώτος που συνάντησα στο δωμάτιο ήταν ο Σών, ένας μισός μαύρος, μισός ινδιάνος τρομπετίστας που είχε έρθει από το Μπρόνξ στην Ευρώπη για να γλιτώσει τους διωγμούς και τα πογκρόμ εναντίον των καπνιστών. Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η εσχάτη των ποινών θα περνούσε τον Ατλαντικό. Υπήρχαν βέβαια οι λυσσαλέες αντικαπνιστικές καμπάνιες, η μυστική αστυνομία, οι πολύωρες ανακρίσεις, οι πολυετείς καθείρξεις στους λαθρεμπόρους και τα εξοντωτικά πρόστιμα στους χρήστες (οι οποίοι αργότερα, και με την αλλαγή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, θα εξομοιώνονταν ποινικά με τους διακινητές), υπήρχαν ακόμα και οι, ταγμένες στην υπηρεσία της δημόσιας υγείας, επιτροπές «αγανακτισμένων πολιτών», χρηματοδοτούμενες σιωπηλά από την κυβέρνηση και αποτελούμενες από μπράβους νυχτομάγαζων και πρώην κατάδικους, και φυσικά η δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι μέχρι το 2073 δεν θα υπάρχει κανείς καπνιστής στο έδαφος της.
Εντούτοις, κάποιες δειλές αχτίδες φωτός αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα, ακόμα και στις τάξεις της Ε.Ε ακούγονταν δειλές φωνές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, υπήρχαν ημιπαράνομες επιτροπές επίσης και ορισμένοι καθηγητάδες νομικού δικαίου που προσπαθούσαν να επιχειρηματολογήσουν, εις μάτην, ενάντια στην περιθωριοποίηση των καπνιστών και τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους. Την ίδια στιγμή τα λιντσαρίσματα μέχρι θανάτου από απλούς πολίτες αυξάνονταν δραματικά, το ίδιο και κρούσματα βασανιστηρίων στα τοπικά αστυνομικά τμήματα. Μοιραία η μαζική υστερία έπνιξε τη λογική και την πρώτη Μαΐου επικυρώθηκε το νομοσχέδιο της εφαρμογής της εσχάτης των ποινών. Μετά από σχεδόν ενάμιση αιώνα, η θανατική ποινή επανερχόταν στον δικανικό πολιτισμό της Γηραιάς Ηπείρου.
Προχώρησα στο ντουμανιασμένο χώρο ψάχνοντας τον Χαλίλ, τον Κούρδο από το Χαλέπι, για να του αγοράσω το πακέτο μου, ήταν ο μόνος που είχε στην κατοχή του μερικές εναπομείνασες παρτίδες Camel προτού η καπνοβιομηχανία στο Νοσατέλ της Ελβετίας βάλει λουκέτο, τις μοσχοπουλούσε βέβαια αλλά αυτό ουδόλως με απασχολούσε. Τον βρήκα στο τέλος του χώρου να απολαμβάνει ένα δίφυλλο παραγεμισμένο με μαροκινή φούντα, από πίσω του μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Μάρλον Μπράντο με το τσιγάρο σφηνωμένο στο στόμα.
« Καλώς το συγγραφέα!»
Με υποδέχτηκε με τη βαριά ξενική προφορά του
« Λοιπόν, έχεις κάτι για μένα»
«Δύο πακέτα, εφτά χιλιάδες ευρώ»
« Έχεις καταντήσει στυγνός μαυραγορίτης»
Αστειεύτηκα.
«Βρες μου κάποιον στη μαύρη που τα πουλάει φτηνότερα και θα σου δώσω μια κούτα δωρεάν!»
Είχε δίκιο, όχι γιατί οι άλλοι ήταν ακριβότεροι, αλλά επειδή ήταν ο μόνος που διέθετε τη μάρκα μου, του έδωσα τα χαρτονομίσματα και πήρα τα πακέτα, ήθελα σα τρελός μια τζούρα από αυτό το πικρό χαρμάνι, μα περισσότερο ήθελα να βρώ τη Λου και να το μοιραστούμε μαζί με υπόκρουση τη σπαρακτική φωνή της Amy Whinehouse, που ο χοντρό-Γιάννης είχε βάλει να παίζει τη στιγμή εκείνη στη μουσειακή cd συσκευή του.
Προτού γυρίσω το βλέμμα μου για να την εντοπίσω ήρθε εκείνη και με βρήκε σκάζοντας μου ένα φιλί στο σβέρκο.
« Εδώ και σήμερα;»
« Κάποιες συνήθειες είναι δύσκολο να αλλάξουν»
« Μη μου πεις ότι δεν είχες τις προτάσεις σου για σήμερα ελεεινέ και τρισάθλιε ζεν πρεμιέ;»
« Θα σου έλεγα ψέματα αν το αρνιόμουν»
« Ανυπομονώ να ακούσω»
« Ηθοποιός του νέου ρεύματος, μέλος της φεμινιστικής θεατρικής ομάδας nympho virgins, αυτή την εποχή ανεβάζουν στο θέατρο Baise moi, το έργο «αμφισεξουαλικά φιλιά», μια κυνική αλληγορία πάνω στον υποβόσκοντα φασισμό της μη εξωσωματικής τεκνοποίησης, όπως με πληροφορεί το δελτίο τύπου»
« Πως και δε δέχτηκες;»
« Φοβήθηκα ότι αν τη φιλούσα στο στόμα θα αντιλαμβανόταν τη γεύση της νικοτίνης και θα με κατέδιδε στις αρχές»
« Μη μου πεις»
« Δεν είναι αστείο, τα πράγματα έχουν αγριέψει»
« Τι κρίμα, και νόμιζα ότι ήρθες για μένα»
Την έπιασα από τη λεπτή δαχτυλιδένια μέση της και την κόλλησα στο στέρνο μου, ένιωσα τις εξημμένες ρώγες της, μέσα από το πλεγμένο με μεταλλαγμένες ίνες κόκας, φούξια πουλόβερ της να με γαργαλάνε γλυκά.
Την κοίταξα βαθιά μέσα στα γκριζογάλανα γατίσια μάτια της που έρχονταν σε τόσο αρμονική αντίθεση με το κατάμαυρο ίσιο μαλλί και τη χλωμή πορσελάνινη επιδερμίδα της, τα χαρακτηριστικά της πρόδιδαν με ευκολία τις ευρασιατικές ρίζες της, η ίδια μου είχε πει πολλές φορές την ιστορία της. Η γιαγιά της ( Λουντμίλα και κείνη στο όνομα) είχε καταφτάσει στην Αθήνα από το Ιρκτσούκ της Ρωσίας στις αρχές της δεκαετίας του 90, η καλύτερη ζωή που ονειρευόταν μετατράπηκε ωστόσο σε εφιάλτη όταν έπεσε στα χέρια αδίστακτων μαστροπών που την κρατούσαν φυλακισμένη σε ένα υπόγειο του παλιού κέντρου και την εξέδιδαν. Από τη συνεύρεση με κάποιον τυχαίο πελάτη προέκυψε και η μητέρα της, ενώ υπήρξε θαύμα το ότι επέζησε από το ξύλο του προαγωγού όταν εκείνος πληροφορήθηκε την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Παράτησε τη Λουντμίλα ημιθανή σε ένα πάρκο όπου κάποιοι περαστικοί τη βρήκαν και τη μετέφεραν εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Μερικούς μήνες μετά το έμβρυο που κυοφορούσε βγήκε από την κοιλιά της υγιέστατο και οι δυο τους πέρασαν τα επόμενα χρόνια σε ξενώνα φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών. Η μοίρα ευτυχώς στάθηκε πιο ευνοική για την μητέρα της, έβγαλε το νυχτερινό σχολείο και κατόπιν πέρασε στην οδοντιατρική Αθηνών, παντρεύτηκε έναν φιλόδοξο αρχιτέκτονα και επιστέγασαν τη συζυγική ευτυχία τους φέρνοντας στον κόσμο τη Λου, που εν αντιθέσει με τη γιαγιά της μεγάλωσε σε ένα κοινωνικά αποδεκτό, μεσοαστικό περιβάλλον
Η Λου μπήκε από τις πρώτες στη νομική και ειδικεύτηκε στο ναυτιλιακό δίκαιο, μετά την αποφοίτηση της έπιασε δουλειά στον επιχειρηματικό όμιλο πασίγνωστου εφοπλιστή και ανελίχθηκε ταχύτατα. Όλα κυλούσαν σα παραμύθι, μέχρι εκείνη την αποφράδα νύχτα που συνάδελφοι της την αντίκρισαν, επιστρέφοντας με το αυτοκίνητο από κοσμικό κέντρο, να περιφέρεται στην πλατεία Ομονοίας. Ήτανε φως φανάρι, κανείς δεν κυκλοφορούσε τέτοια ώρα στην Ομόνοια, πέρα από καπνιστές που έψαχναν τη δόση τους και εξαθλιωμένους Ελβετούς μετανάστες που είχαν καταφθάσει από τη χώρα των Άλπεων μετά την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού της συστήματος. Την επόμενη αμέσως μέρα ο εργοδότης της της έκανε τη χάρη να την απολύσει, άνευ αποζημιώσεως, αλλά όχι και να την καταδώσει στις αρχές. Έτσι από το ρετιρέ που βρισκόταν κατρακύλησε στα σκαλοπάτια της κοινωνικής κλίμακας και προσγειώθηκε στο υπόγειο του περιθωρίου και τη στιβαρή αγκαλιά μου.
« Ακόμα με αυτά τα απαίσια τσιγάρα είσαι κολλημένος;»
Μου είπε περιφρονητικά τραβώντας παράλληλα αυτό που κάπνιζε εκείνη τη στιγμή στο στόμα μου για να ρουφήξει φιλήδονα, και ελαφρώς θεατρινίστηκα, μια βαθιά τζούρα.
« Και ποια θες να κάνω, τα δικά σου τα βουλγάρικα;»
Της αντέτεινα στον ίδιο τόνο. Με έπιασε από τον αυχένα και κύλησε τη γλώσσα της μέσα στο στόμα μου, αφήνοντας τον καπνό να εισέλθει. Μείναμε έτσι για αρκετά λεπτά, σχεδόν αποκομμένοι από το δωμάτιο και το χρόνο, με τη φωνή της Amy να πέφτει πάνω μας σαν αόρατο πέπλο, και για μια στιγμή φαντάστηκα ότι ο κόσμος που μας περίκλειε θα μπορούσε να είναι ένα αποκύημα της φαντασίας μας, μια παιδιάστικη φάρσα, ότι στο δωμάτιο δεν υπήρχε ούτε ο Σών, ούτε ο Χαλίλ, ούτε ο χοντρο-Γιάννης, ούτε η Στέλλα με το Νίκο, ούτε εκείνη η παρέα των πιτσιρικάδων φοιτητών παραδίπλα μας που περνούσαν χέρι-χέρι ένα Silk Cut κατοστάρι και παίζανε ζάρια κακαρίζοντας στεντόρεια. Ούτε καν η φωτογραφία του Marlon Brando απέναντι ή οι τσίγκινες μουσειακές διαφημιστικές πινακίδες του Παπαστράτου που ο Σταύρος είχε μεταφέρει από το παλαιοπωλείο του στο Μοναστηράκι όταν τέθηκαν εκτός νόμου και τώρα κοσμούσαν το μικρό, θαλπερό μας καταφύγιο.
Υπήρχε μονάχα εκείνη, η γλώσσα της, τα χείλι της, τα αδιόρατα κιτρινισμένα δόντια της, τα στόματα μας που προσέκρουαν το ένα πάνω στ’ άλλο σαν βρώμικοι πάτοι σταχτοδοχείων, ευωδιάζοντας πόθους, άλγη και μικρές αμαρτίες.
« Σε θέλω»
Έσκυψε και μου σιγοψιθύρισε, ένιωσα τα ζεστά σταγονίδια της ανάσας της να με χτυπάνε στ’ αυτί, τη μυρωδιά της βότκας να διαπερνάει τα ρουθούνια μου και να με παραλύει σα γλυκό παραισθησιογόνο ναρκωτικό, την αφή της γυμνής πλάτης της που τη σκαρφάλωνα με τα ακροδάχτυλα, σαν κάποιος μοναχικός ορειβάτης που αψηφούσε τις δυσχέρειες και τις δυσμένειες όχι για να βρει κάτι φτάνοντας στην κορυφή, παρά μονάχα να νιώσει την ικανοποίηση της κατάκτησης της.
« Σε θέλω»
Την άκουσα να μου λέει ξανά, κι όμως δεν ήμουν τίποτα άλλο από ένας απόκληρος, μια διαζευγμένη από το νόμο καρικατούρα που κυκλοφορούσε με αμπέχονο, έπινε φτηνή βότκα και σκάρωνε ιστορίες που έπειτα μοσχοπουλούσε στον «Ταγγάρη» με ευφάνταστο ψευδώνυμο και πλαστό βιογραφικό. Μίσθωνα το νεοκλασικό της Εκάλης αποκλειστικά για τα προσχήματα και έσβηνα τις γόπες στα επενδυμένα από δέρμα προστατευόμενου Βίσονα καθίσματα της Ferari μου, που τη μοναδική φορά που είχα βγάλει στο δρόμο ήταν με σκοπό να αυτοκτονήσω ( το μετάνιωσα την τελευταία στιγμή ακούγοντας από τη συχνότητα του ραδιόφωνου ένα αρχαίο, συλλεκτικό, τραγούδι του Morissey). Την επόμενη μέρα μπορεί να οδηγούμουν στο εκτελεστικό απόσπασμα ( οι δίκες για όσους βαρύνονταν με την κατηγορία του ενεργητικού καπνίσματος ήταν τις περισσότερες φορές συνοπτικές και εφαρμογή της ποινής άμεση) και όλη αυτή η κατασκευασμένη πλάνη του πιο επιτυχημένου, σύγχρονου, εγχώριου συγγραφέα να διαλυόταν σαν ανυπεράσπιστη σαπουνόφουσκα.
Τι πραγματικά μπορούσα να είχα, εκτός από μια επίπλαστη και κοινωνικά αποδεκτή εικόνα ευδαιμονίας, που να ποθούσε τόσο πολύ;
« Είμαι έγκυος»
Μου είπε, υψώνοντας τη φωνή της τόσο όσο χρειαζόταν ώστε να με διαπεράσει σα ρεύμα χιλιάδων μεγατόνων…
*
Χτύπησα, από μέσα, την πόρτα τρεις φορές ακούγοντας το κλειδί να μπαίνει στην υποδοχή και από πίσω της να ξεπροβάλλει το γνωστό ρυτιδωμένο πρόσωπο του θυρωρού.
« Ελπίζω να περάσατε καλά»
Μου είπε με το γνώριμο δουλικό ύφος του. Κίνησα προς την έξοδο γυρεύοντας επειγόντως τα ανακουφιστικά χαστούκια του αέρα.
« Μισό λεπτάκι»
Με πρόλαβε η αδύνατη, διστακτική φωνή του λίγο πριν σφίξω το χερούλι. Γύρισα προς το μέρος του και τον κοίταξα.
« Ξέρετε, σας είδα στην τηλεόραση χτες, στα πλαίσια της παρουσίασης του καινούργιου σας βιβλίου «Στα χνάρια του Ίσαν», ξέρετε…έχω διαβάσει όλα σας τα βιβλία, είσαστε από τους λίγους ανθρώπους που θαυμάζω».
Ένεψα το κεφάλι μου συγκαταβατικά και άνοιξα την πόρτα ακούγοντας τη δειλή του φωνή πίσω μου να τρεμοσβήνει.
« Δεν πρόκειται φυσικά να πω πουθενά τίποτα για τις επισκέψεις σας εδώ»
Βγήκα στο στενό και περπάτησα γοργά μέχρι να απομακρυνθώ από το «κτήριο», βρέθηκα στον κεντρικό δρόμο και κοντοστάθηκα να πάρω ανάσες, δύο-τρεις σκυφτές σκιές κινούσαν να πάρουν το εναέριο τραμ για τη δουλειά, μηχανικά έχωσα την παλάμη μου στην εσωτερική τσέπη και την άφησα εκεί ψηλαφίζοντας το τσαλακωμένο πακέτο, μερικά λεπτά αργότερα πέρασε από μπροστά μου ένα περιπολικό του τμήματος δημοσίας υγείας με το φάρο αναμμένο.
Επέστρεψα στο στενό και έγειρα την πλάτη μου πάνω στην υδρορροή, σε λίγη ώρα θα ξεπρόβαλλε ο Σων με το σαξόφωνο κρεμασμένο στο λαιμό για να πιάσει τη θέση του στη γωνία ρίχνοντας τη γνώριμη καρό τραγιάσκα του ανάμεσα στα πόδια, που μέχρι το απόγευμα θα είχε γεμίσει με κέρματα, τσαλακωμένες αποδείξεις και τελειωμένα σωληνάρια κραγιόν.
Κοίταξα πρώτα δεξιά και μετά αριστερά, έβγαλα μετά το πακέτο από την τσέπη, αμφιταλαντέυτηκα για λιγά δευτερόλεπτα και ύστερα έκανα το αδιανόητο, το άναψα στη μέση του δρόμου φυσώντας τον καπνό ψηλά στον ουρανό, ένιωσα ελεύθερος, τόσο όσο δεν είχα ξανανιώσει ποτέ στη ζωή μου, τράβηξα μια ακόμα ρουφηξιά και άφησα τη νικοτίνη να κατέβει μέχρι τα σωθηκά μου, να σκίσει σαν λεπίδι την κοιλιά της Λου και από μέσα της να ξεπεταχτεί ο ανθός της ένωσης μας, να σκαρφαλώσει μέχρι το φεγγάρι, να φωτίσει τα αδιατάραχτα σκοτάδια αυτού του κόσμου, να μου σπάσει τα δεσμά μια για πάντα. Να με κάνει, επιτέλους, άντρα.
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025
Που θα φτάσει η ΞΕΦΤΙΛΑ των εκδοτικών με τους "βιβλιοκριτικούς";
Πλάνο ένα, γνωστός αποτυχημένος πρώην τηλεορασάκιας διαφημίζει "βιβλίο" εκδοτικού μεγαλονταβά με επιφωνήματα όπως ουάου, φοβερό, πάρτε το. Η σκηνή είναι σουρεαλιστική, βγαλμένη από τα σπλάχνα της πιο δυστοπικής trash tv. Παραπέμπει σε εποχές οπού ψεκασμένοι συνομωσιολόγοι και θλιβεροί τηλεπώλητες που μετέπειτα έγιναν υπουργοί επεδείκνυαν την πραμάτεια τους με προτροπές όπως "τα λιγουρεύεστε" και "σηκωθείτε από ντιβάνια". Δεν ξεφτιλίζεται όμως αυτός, δεν ξεφτιλίζεται το χαμαιτυπείο που του προμηθεύει τα σκουπίδια του, δεν ξεφτιλίζεται καν ο απονήρευτος αναγνώστης. Ξεφτιλίζεται το ίδιο το βιβλίο. Σαν έννοια, συμβολισμός, προϊόν...
Το έχουμε ξαναπέι, το βιβλίο είναι πολύ κακή μπίζνα για όσους ασχολούνται σοβαρά με αυτό και τρομερά επικερδής για όσους παρασιτούν στο πτώμα του. Αντίστοιχοι καραγκιόζηδες σκάνε σαν μανιτάρια για να τσεπώσουν ο,τι μπορούν από την πίτα, έχουν blog, vlog, podcasts...το μόνο που δεν έχουν είναι μυαλό, υπόβαθρο, κριτική σκέψη, αντιληπτική ικανότητα. Οι εκδοτικοί νταβάδες τους λατρευούν, μπορούν να τους ρίξουν ένα ξεροκόκκαλο προσελκύοντας πολλαπλάσιες πωλήσεις από το προβατοποιημένο αναγνωστικό κοινό...
Προφανώς δεν έχει νόημα νόημα να μιλήσουμε για κατάλυση της ιερότητας του βιβλίου, το έχουμε επισημάνει πολλάκις, δεν θα τους κάνουμε τη χάρη να κατρακυλήσουμε στη γραφικότητα. Όσοι συνειδητοποιημένοι αναγνώστες έχουν απομείνει ας κάνουν τις επιλογές τους, όσοι ενοχλούνται από το γκροτέσκο του θεάματος ας γυρίσουν την πλάτη. Αυτό που εμείς θα αρκεστούμε να πούμε είναι το εξής: Ο γαστριμαργικός εθισμός στο σανό, τα κόπρανα και τα απορίμματα δεν προκαλεί βλάβες μόνο στην εντερική λειτουργία, αλλά και το πνεύμα. Ανήκεστες μάλιστα...
Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025
Το τέρας της Φλωρεντίας
Το Τέρας της Φλωρεντίας δραματοποιεί την αληθινή ιστορία του πρώτου και ίσως διασημότερου σήριαλ κίλερ της Ιταλίας σε μια υπόθεση που ουσιαστικά δεν εξιχνιάστηκε ποτέ. Επιχειρώντας να εμβαθύνει, πρωτίστως, εκεί από όπου ξεκίνησαν όλα. Σε μια φαινομενικά δηλαδή ασύνδετη προγενέστερη δολοφονία με το ίδιο όπλο που χρησιμοποιήθηκε για τις επόμενες, όλες κατά ζευγαριών που συνευρίσκονταν ερωτικά στα δάση και την εξοχή της Τοσκάνης.
«Αν δεν μπορούμε να βρούμε τον ψύλλο στα άχυρα τότε ας γυρίσουμε τα άχυρα ανάποδα», παρατηρεί η εισαγγελέας της υπόθεσης ανατρέχοντας σε εκείνο το φονικό μιας μοιχαλίδας συζύγου με τον εραστή της. Πίσω από αυτή την υπόθεση ωστόσο ξετυλίγεται και το υπόστρωμα της Ιταλικής κοινωνίας στα τέλη του εξήντα.
Μιας κοινωνίας, βαθιά πατριαρχικής, οπού η γυναίκα χρησιμοποιείται ως αντικείμενο, σκεύος ηδονής αλλά και συμπλεγμάτων. Και όπου κάθε ελεύθερη βούληση της λογίζεται ως επισφαλής παράγοντας των συμβάσεων αρκετή ώστε να της προσδώσει τη ρετσινιά της πόρνης, της ανεπιθύμητης και της απόκληρης.
Ακολουθώντας πιστά τα γεγονότα, μέσα από μαρτυρίες και τα στοιχεία των δικογραφιών, παραδίδει στον θεατή ένα σεμιναριακού επιπέδου αστυνομικό και δικαστικό θρίλερ τοποθετημένο στη μαγευτική Τοσκάνη των δεκαετιών του εβδομήντα και του ογδόντα όπου η σκιά του ασύλληπτου δολοφόνου πέφτει βαριά και τα βήματα του προπορεύονται πάντα από τους διώκτες του. Αφήνοντας στο τέλος το μυστήριο να πλανάται αλλά προβάλλοντας με σαφήνεια τους δαίμονες της ανθρώπινης φύσης…
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)










