Μην το σκίσεις. Είναι οι τελευταίες μου κουβέντες. Ελπίζω πως έχω την προσοχή σου. Δεν πιστεύω πως πράγματι θα το έσκιζες. Ξέρω πως και τηλέφωνο να σε έπαιρνα, θα με άκουγες. Δεν θα ήθελα όμως να σε ακούσω εγώ. Θα περίμενα πώς και πώς να απαντήσεις και μόλις άκουγα τη φωνή σου, θα πετούσα τη συσκευή απ’ το μπαλκόνι. Από τους τρεις μας ίσως να είσαι αυτός που φταίει λιγότερο. Μα εγώ δεν έχω ηρεμήσει. Γιατί γράφω τότε, θα μου πεις... Χρήστο έχουν περάσει τρία χρόνια και άνθρωπο άλλον δεν έχω βρει. Έχω συνέλθει, κάπως τη βγάζω πλέον. Το διδακτορικό το παράτησα. Κάνω μαθήματα σε απόφοιτους· εξ αποστάσεως, ανθρώπους κοντά μου δεν μπορώ. Να σταθώ δίπλα τους, να διαβάζουμε από το ίδιο βιβλίο, να συζητάμε, να αναπνέουμε παρέα. Δεν γίνεται. Χάνω την ουσία. Αντί να κοιτάζω τα μάτια τους, παρατηρώ το σμήγμα στους πόρους της μύτης τους. Αντί να δίνω προσοχή στα λόγια τους, πνίγομαι στους ήχους απ’ το πλατάγιασμα της γλώσσας τους. Φαντάζομαι αυτό το μικρό μυώδες οργανάκι να σπαρταράει μέσα στο υγρό τους στόμα, να πνίγεται από το χνώτο τους, να παλεύει να ξεριζωθεί, να γλιτώσει, κι ας πέσει νεκρό στο πάτωμα, άχρηστο κομματάκι κρέας. Με κυριεύει η εικόνα αυτή, σκέφτομαι να χώνω τη γροθιά μου ανάμεσα στα δόντια τους, να λήγω το μαρτύριο μιας γλώσσας που χτυπιέται για να ακούγονται κοινοτυπίες. Όταν έμαθα πως έφυγες από την Πάτρα, ανακουφίστηκα. Το πιστεύεις; Ήλπιζα πως ίσως να υπήρχαν ακόμη πιθανότητες να με αγαπήσει. Ένιωθα κάποιες ενοχές που παράτησες τις σπουδές σου, ήξερα όμως πως η γη ήταν που σε τραβούσε πάντα, πως αργά ή γρήγορα εκεί θα κατέληγες. Τα έδρανα είναι φτιαγμένα για χέρια άγαρμπα, σαν τα δικά μου. Όποιος ξέρει να σπέρνει ζωή, ποτέ δεν μπορεί να αφοσιωθεί σε τίτλους, πιστοποιήσεις και αέρα κοπανιστό. Δεν θα πήγαινε αλλιώς ο κόσμος. Μα όταν υποψιάστηκα πως έφυγε κι εκείνη, τρελάθηκα. Ξεροστάλιαζα στην είσοδο της πολυκατοικίας, ρωτούσα όσους μπαινόβγαιναν αν ξέρουν την Κατερίνα από τον δεύτερο· εσένα δεν άντεχα ούτε να σε αναφέρω. Τίποτα όμως. Κάποτε πέτυχα τον διαχειριστή: Ένα κορίτσι κι ένα αγόρι από τον Πύργο, του λέω, δυο φοιτητές που συγκατοικούν πέντε χρόνια τώρα στον δεύτερο όροφο. Κανένας φοιτητής μού λέει, το σπίτι είναι δυο μήνες αδειανό. Καλά, συνεχίζει ο γέρος, τι με ρωτάς, κώλος-βρακί-περισκελίς δεν είσαστε εσείς οι τρεις; Βουβάθηκα. Του γύρισα την πλάτη κι έφυγα. Περπατούσα στην πόλη μέχρι να ξημερώσει. Εκείνο το βράδυ και όλα τα επόμενα. Ατελείωτες, λαβυρινθώδεις διαδρομές. Δεν είναι ότι γύρευα κάπου να πάω, ούτε ότι περίμενα να πεταχτεί εκείνη από κάποια γωνία. Δεν είναι πως θεωρούσα ότι το περπάτημα θα ήταν τρόπος για να εκτονωθώ, ούτε ότι δεν με κρατούσε το σπίτι. Ήταν κάτι πολύ πιο δύσκολο να περιγράψω, κάτι αυτόνομο και πέρα από τη θέλησή μου, μια αγωνία κάπως στρουκτουραλιστική. Λες και τα γεγονότα των τελευταίων μηνών δημιούργησαν εντός μου έναν μηχανισμό, τα γρανάζια του οποίου κινητοποίησαν τα λόγια του αντιπαθέστατου διαχειριστή. Κάτι άρχισε να στριφογυρίζει με μανία εκεί μέσα, παράγοντας μια μορφή ενέργειας που δεν ήξερα πώς και πού να διοχετεύσω. Προσπάθησα να κάνω εμετό, μα αυτό δεν ήταν ναυτία. Πήρα κάνα-δυο ηρεμιστικά, μα δεν ήταν πανικός. Κάτι άρχισε να ενεργεί και το σώμα μου ήταν εργαλείο. Λες κι ήμουν ολόκληρος μια πένα γραπωμένη από αόρατη χούφτα όντος με πρόθεση για κάποια πολύ σημαντική γραφή. Η πένα όμως δεν ήταν έτοιμη να επιτελέσει τον έργο της. Το μελάνι δεν είχε στρώσει, το μέταλλο ήταν ακόμη παγωμένο. Το αόρατο χέρι έκανε διαρκώς δοκιμαστικές κινήσεις, δεν έγραφε κάτι το σημαντικό. Γι’ αυτό πηγαινοερχόμουν άσκοπα, χωρίς να αφήνω αποτύπωμα ουσιώδες. Κουλά θα σου ακούγονται όλα αυτά. Δεν μπορώ να τα περιγράψω καλύτερα. Το αίσθημα ότι είμαι μια γραφίδα ανέτοιμη να κινηθεί όπως πρέπει στο χαρτί, μεγάλωνε μέρα με την ημέρα. Περιπλανιόμουν ψάχνοντας ανοιχτά πεδία, κι όταν τα έβρισκα άρχιζα να περπατώ παρασάνταλα, κλείνοντας τα μάτια μου και πασχίζοντας να νιώσω την ανώτερη βούληση που θα επηρέαζε την κατεύθυνση μου. Τίποτα. Άγονη διαδικασία. Η κατάσταση αυτή κατάπιε όλες τις έγνοιες μου. Σταμάτησε να με πονά η απουσία. Ακόμα και η μνήμη του τελευταίου βλέμματος της Κατερίνας· έπαψε κι αυτή να είναι οδυνηρή. Έκανα μόνο τις πολύ απαραίτητες καθημερινές μου εργασίες κι έπειτα ξαμολιόμουν σε αλάνες, πλατείες, γήπεδα και παραλίες. Η αναζήτηση γινόταν αγωνία και η αγωνία εμμονή. Ώσπου βρήκα τον τρόπο. Πριν έντεκα μήνες ακριβώς, την Πρωτοχρονιά. Καθόμουν στο γραφείο μου, μπροστά στον υπολογιστή. Το δωμάτιό μου υποφωτισμένο. Δίπλα μου αναμμένο ένα μικρό παλιό φωτιστικό· ξέρεις, από αυτά τα παλιομοδίτικα, με τα αμπαζούρ. Ήταν της μάνας μου, το βρήκα στο υπόγειο του σπιτιού πόσα χρόνια πριν, όταν ξέμεινα μόνος εδώ. Εκείνη τη μέρα λοιπόν, καθώς η προβληματική σύνδεση της περιοχής εμπόδιζε την όποια δουλειά με την οποία είχα καταπιαστεί διεκπεραιωτικά χρονιάρες μέρες, σκεφτόμουν να τα κλείσω όλα και να βγω έξω για τον γνωστό σκοπό. Μια κίνηση όμως κάπου στα δεξιά μού τράβηξε την προσοχή. Ήταν πάνω στο στεφάνι του μωβ αμπαζούρ. Εκεί, στην κορυφή, γύρω από τον ζεστό λαμπτήρα. Ένας φτερωτός μέρμηγκας που έτρεχε. Έτρεχε, έτρεχε ασταμάτητα με τα μικροσκοπικά του ποδαράκια, έτρεχε πάνω στο στεφάνι. Γύρω-γύρω, γύρω-γύρω, γύρω-γύρω. Δεν έμοιαζε υπνωτισμένος, ούτε παγιδευμένος. Έδειχνε να ξέρει ακριβώς τι κάνει. Πού και πού σκόνταφτε πάνω σε προεξοχές του ξεφτισμένου υφάσματος· έπαιρνε θέση ξανά και συνέχιζε. Πού και πού σταματούσε κι έδειχνε να ελέγχει κάτι τριγύρω —κάτι ως προς τον χώρο και τη θέση του σε αυτόν— κι ύστερα συνέχιζε την κυκλική πορεία του με βιασύνη και φροντίδα. Έμεινα προσηλωμένος στη διαδρομή δεν ξέρω κι εγώ για πόση ώρα. Το σκηνικό είχε πάρει στα μάτια μου διαστάσεις αλλιώτικες και μυθικές. Παρακολουθούσα έναν γρύπα να καλπάζει στο χείλος τεράστιου κρατήρα. Το πλάσμα ήταν παγιδευμένο στο έδαφος, σαν να είχε κάποιο σκοπό να εκπληρώσει. Καμία χρησιμότητα δεν είχαν για εκείνο πλέον τα φτερά του. Έδειχναν μάλιστα να πυρώνουν σταδιακά, μειώνοντας τον διαθέσιμο για την ολοκλήρωση του τελετουργικού χρόνο. Ο γρύπας έτρεχε με τερατώδη αντοχή κι οι κύκλοι που έγραφαν το σώμα του έλεγαν την ιστορία που οι γλώσσες των ανθρώπων, οι πένες των γραφιάδων και το δικό μου σώμα συστηματικά αποτύγχαναν να πουν. Έτρεχε, έγραφε, φλεγόταν. Λίγο πριν να αποκωδικοποιήσω την απάντηση που είχα μπροστά μου, η ευκαιρία χάθηκε με ένα άλμα στο κέντρο του κρατήρα κι ένα πολύ ήσυχο «τσιρρρ». Τινάχτηκα από την καρέκλα μου. Ο μέρμηγκας έπεσε καβουρδισμένος στη σκονισμένη επιφάνεια του γραφείου. Η απάντηση, Χρήστο, ήταν τόσο καιρό δίπλα μου. Έτρεχα σε απλωσιές και περπατούσα δίχως λόγο. Μα η ζωή μου ποτέ δεν ήταν απλωσιά· κανενός η ζωή δεν είναι τέτοια. Έναν κρατήρα χρειαζόμουν ανέκαθεν για να μιλήσω. Κρατήρα όμως στα δικά μου τα μέτρα. Μικρό. Νεκρό. Ψυχρό. Άχρηστο. Έναν κρατήρα από αυτούς του αρχέγονους, που κατοικούνται από θεούς και τρέφονται με ανθρώπους. Κι είχα έναν παρόμοιο πάντα τόσο κοντά μου. Όλους αυτούς τους μήνες ανεβαίνω τα βράδια στο χείλος του και τρέχει το σώμα μου σε κύκλους διαδοχικούς. Η κατακλείδα πλησιάζει. Δεν το ορίζω εγώ, μα τα φτερά στην πλάτη μου που άρχισαν να καίνε. Ίσως πριν κλείσει αυτός ο χρόνος να έχουνε όλα ειπωθεί. Όπως όμως η διαδικασία αυτή δεν είναι καθαρή γραφή ή ομιλία, έτσι και το προϊόν της δεν είναι λέξεις αυτούσιες. Κι ενώ ξέρω πως με κάποιον τρόπο θα φτάσει στους υποδοχείς —ας πούμε— τους δικούς σου, της Κατερίνας, ίσως και της μάνας μου, ανησυχώ. Ανησυχώ όπως ανησυχούν πάντα οι αδύναμοι άνθρωποι πριν επιτέλους καταφέρουν κάτι αξιοσημείωτο. Ανησυχώ πως ίσως δεν κατανοηθώ. Ψάξτε με λίγο πριν να τελειώσει αυτός ο χρόνος. Θα έχω βρει τρόπο να μιλώ. Αρθρώνω κύκλο-κύκλο τόσους μήνες όσα έλεγα πάντα λάθος. Απορρίψτε τα, μισήστε τα, μόνο μην τα αφήσετε να περάσουν και να χαθούν. Σου στέλνω αυτό εδώ το γράμμα από φόβο. Μη χαθεί ο λόγος μου. Μη χαθώ κι εγώ. Ως τότε, Άδης*** Οι πρωταγωνιστές επέστρεψαν στις βάσεις τους: Ένα χωράφι, ένα σχολείο, ένα νεκροταφείο. Το στεγνό πηγάδι στο κτηματάκι πίσω απ’ το πατρικό του Άδη σφραγίστηκε. Η μάνα του μετακόμισε ξανά στο εξοχικό σπιτάκι στο Ρίο. Τις μέρες ξεσκόνιζε με μανία το δωμάτιο του γιου της. Τις νύχτες κατέβαινε στην παραλία. Πετούσε βότσαλα στο νερό και παρακολουθούσε επίμονα τους ομόκεντρους κυκλικούς κυματισμούς. Ύστερα επέστρεφε και περπατούσε στο κτηματάκι, σε πορείες ασυνάρτητες. Όταν η συζήτηση τελείωνε, ξάπλωνε λίγες ώρες να ξεκουραστεί.
Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2025
Είπε ο μέρμηγκας (Ελένη Γκίκα)
«Μου καίνε την πλάτη, μου καίνε την πλάτη, καίει...»
«Τι; Τι είπες;»
«Μου την καίνε, μου καίνε την πλάτη. Πάρτα, τράβα τα. Πάρτα, πάρτα!»
«Τι λες μωρέ; Τι λέει ρε Κατερίνα, τι να πάρω;»
«Μάλλον θέλει να πιεί νερό. Κάτσε, κάνε λίγο στην άκρη, θα του δώσω εγώ.»
Καμπουριασμένος πάνω από το ξαπλωμένο στο λευκό κρεβάτι σώμα, ο Χρήστος συνειδητοποιεί πως έχει σχεδόν κολλήσει το αυτί του στα χείλη του οριακά αναίσθητου φίλου του, λες και το πρόβλημα είναι στην ένταση και όχι στο νόημα κάθε παλαβομάρας που ξεστομίζει. Ισιώνει τον κορμό του και παραχωρεί τη θέση του στην κοπέλα. Προχωρά δυο βήματα και σωριάζεται στην πολυθρόνα του συνοδού. Κοιτάζει προς την πόρτα του τρίκλινου θαλάμου. Είναι μισάνοιχτη. Ό,τι μπορεί να δει από τον διάδρομο είναι η εντοιχισμένη αντλία αντισηπτικού και οι διάφοροι περαστικοί που στέκονται για λίγο να τη χρησιμοποιήσουν. Τέτοια είναι η πλήξη του χρονιάρες μέρες στη χειρουργική κλινική, που βρίσκει τις πιο απίθανες αφορμές για να αναπτύσσει τις θεωρίες του.
«Να, να, κοίτα αυτόν με την αφάνα. Τέταρτη φορά που περνάει από εδώ, κι έχει-δεν έχει δυο ώρες στον όροφο. Θα τον έχεις πετύχει κι εσύ, δεν παίζει. Κοίτα παιδάκι μου!»
«Κάτσε ρε Χρήστο, κάνω μια δουλειά, δεν βλέπεις;»
Στεκόταν όρθια δίπλα στον νεαρό άντρα και κρατούσε με προσοχή τον αυχένα του. Στρίμωξε προσεκτικά το δαγκωμένο καλαμάκι ανάμεσα στα χείλη του, εκείνος όμως δεν φαινόταν να αντιδρά. Εγκατέλειψε την προσπάθεια και αρκέστηκε να δροσίσει λίγο το πρόσωπό του με μια νοτισμένη πετσέτα. Τράβηξε μια ξύλινη καρέκλα, κοίταξε για μια στιγμή πολυθρόνα συνοδού και κλίνη ασθενούς, κι ύστερα, με κάπως υπερβολική φροντίδα, την τοποθέτησε ακριβώς ανάμεσά τους και εξίσου μακριά τους. Κάθισε στην κορυφή του νοητού ισοσκελούς τριγώνου και στράφηκε κι εκείνη προς την πόρτα. Ο αφάνας του διαδρόμου έτριβε τα σχεδόν στεγνά πλέον χέρια του.
«Ναι, ωραία, τον είδα. Έχει περάσει ξανά. Τι μ’ αυτό;»
«Τους σιχαίνομαι αυτούς τους τύπους στα νοσοκομεία που πασαλείβουν συνέχεια τα χέρια τους με αντισηπτικό. Ντάξει, όχι τους γιατρούς και τους νοσηλευτές, το απαιτεί ας πούμε η δουλειά τους. Αυτούς τους άσχετους όμως που όλο πάνε πέρα-δώθε και κάθε τόσο “πλιτς” και “πλιτς”, δεν τους μπορώ.»
Η Κατερίνα τον παρακολουθούσε κάπως ενοχλημένη. Είχε πάρει πάλι εκείνο το φανφαρόλικο ύφος του και συνόδευε τον λόγο του με χορογραφίες ολόκληρες.
«Γιατί ρε συ, από το σπίτι σου το κλέβουν;»
«Δεν έχω στο σπίτι μου τέτοιες αηδίες.»
Δεν του απάντησε. Δεν είχε καμία όρεξη. Προσπάθησε ν’ αδειάσει το βλέμμα της μπας και τον αποθαρρύνει να συνεχίσει. Απέτυχε.
«Αλκοολικοί της χούφτας. Καρμίρικες φιγούρες. Συνοδεύουν κάποιον άρρωστο ή είναι επισκέπτες. Κόβουν βόλτες, και καλά ανήσυχοι. Στην ουσία βαριούνται. Κάνουν την πασαρέλα τους, ρίχνουν και καμιά ματιά στις ανοιχτές πόρτες. Το έχεις δει αυτό; Δεν παίζει να περάσουν δίπλα από δωμάτιο και να μη στρίψουν το κεφάλι. Κι όπου δουν οινόπνευμα, ψεκάζονται. Έτσι, χωρίς λόγο. Λες και φοβούνται μην κολλήσουν καμιά λέπρα. Λες κι έχουν όντως να γιατροπορέψουν κανέναν και ανησυχούν για την ασφάλειά του. Βάζουν υγρό στη χούφτα τους και κοιτάζουν τριγύρω ελπίζοντας σε θεατές. Μετά τρίβουν τα χέρια τους σαν σατανάδες. Στο τέλος τα μυρίζουν ρε φίλε, ρολάρουν τα μάτια τους από την ευχαρίστηση. Το καλύτερο; Άμα τους πλησιάσεις, σε κερνάνε κιόλας! Μου κάνει πριν μια γριά: “Θες λίγο;”.»
«Πού τη βρίσκεις την όρεξη ρε Χρήστο;»
«Έλα; Δεν κατάλαβα, έχεις κάποιο πρόβλημα;»
«Έχω!»
Απότομο το τελευταίο αντιγύρισμα της Κατερίνας, φώναξε χωρίς να το ορίσει. Τα δύο διπλανά κρεβάτια ήταν προσωρινά άδεια, μια νοσοκόμα όμως στάθηκε μπροστά στο δωμάτιο να ελέγξει. Ο Χρήστος απολογείται για λογαριασμό της παρέας του με ένα νεύμα, στρέφεται έπειτα και πάλι προς εκείνη και με τον ίδιο τρόπο τής ζητά να ρίξει τους τόνους.
«Με συγχωρείς.»
«Τι σ’ έπιασε;»
«Αυτό που βρίσκεις έναν λόγο να αντιπαθείς τους πάντες, δεν το μπορώ.»
«Απλώς παρατηρώ.»
«Και κρίνεις.»
«Όχι.»
«Πώς όχι; Κρίνεις. Και μάλιστα με στόμφο δικαστή.»
«Δεν έχω το δικαίωμα να αντιπαθώ κάποιον;»
«Επειδή χρησιμοποιεί πολύ αντισηπτικό;»
«Επειδή το ευχαριστιέται.»
«Κι είναι λόγος αυτός;»
«Είναι. Για να το ευχαριστιέται, δεν έχει φάει αρκετά τα νοσοκομεία στη μάπα φαίνεται...»
Πήγε κάτι να του απαντήσει μα σώπασε. Έμεινε να χαζεύει την κάρτα που κρεμόταν στο ποδαρικό του κρεβατιού.
«Με ήτα το έχουν γράψει κι εδώ το “Άδωνης”. Βλέπεις; Ήτα δεν είναι;»
«Μμμ ναι, ήτα.»
«Θα χαιρόταν αν μπορούσε να το δει.»
«Ναι, λες και μπορείς ποτέ να χαρείς με το όνομά σου άμα σε έχουν βαφτίσει Άδωνη. Και τέλος πάντων δεν κατάλαβα ποτέ αυτή την εμμονή με το ήτα.»
«Ακριβώς επειδή σιχαινόταν το “Άδωνις”. Με το ήτα δικαιολογούσε πιο εύκολα το “Άδης” για χαϊδευτικό.»
Την κοίταξε σαν να του ξεφούρνιζε κι εκείνη ασυναρτησίες κωματώδους παραληρήματος.
«Γιατί μιλάς για αυτόν σε χρόνο παρελθοντικό;»
Δεν του απάντησε. Συνέχισε να κοιτάζει την καρτέλα με σφιγμένα χείλη.
«Καταλαβαίνεις φαντάζομαι ότι θρέφετε όλοι σας τη μαλακία που τον δέρνει όταν δέχεστε σαν φυσιολογικές όλες αυτές τις π...»
«Κόφ’ το! Σταμάτα να μιλάς έτσι. Είναι φίλος σου, ήσασταν σαν αδέρφια ρε διάολε και τώρα είναι μπροστά σου... έτσι.»
Κοίταξε προς το μέρος του Άδη. Δεν σάλευε καν. Οριακά ανεβοκατέβαινε το διάφραγμά του. Πήρε αμέσως το βλέμμα της από πάνω του, για να μη χάσει ξανά την υπομονή της.
«Και μη μου πουλάς παραμύθια πως δεν νοιάζεσαι. Αν δεν τον αγαπούσες, δεν θα ξεροστάλιαζες κι εσύ εδώ μέρα-νύχτα.»
«Μη μιλάς, δεν μπορείς να ξέρεις.»
«Έχεις δίκιο. Είσαι εδώ για να βρίζεις τον ψευτοκουλτουριάρη ποζερά φίλο ενώ αναπτύσσεις το ψυχαναλυτικό προφίλ των αλκοολικών της χούφτας.»
«Είμαι εδώ από τύψεις.»
Διακόπτεται η συζήτηση για την αλλαγή κάποιου ορού. Ο Χρήστος κάνει πως παρακολουθεί προσεκτικά τις κινήσεις της νοσηλεύτριας. Η Κατερίνα τον κοιτάζει αποσβολωμένη, ώσπου μένουν και πάλι μόνοι.
«Τι εννοείς; Τύψεις; Γιατί;»
«Παράτα με.»
«Τι εννοείς;»
Την επανάληψη της ερώτησης τη δαγκώνει φθόγγο-φθόγγο. Το σαγόνι της έχει κλειδώσει σε θέση αφύσικη. Εκείνος μοιάζει πλέον αποδυναμωμένος.
«Άκου, από ώρα σε ώρα θα είναι εδώ η μάνα του. Ούτως ή άλλως θα πρέπει να τους αφήσουμε λίγο μόνους, να ξεκουραστεί και η γυναίκα μετά από τέτοιο ταξίδι. Εμείς πάμε στην καντίνα να τσιμπήσουμε τίποτα. Θα μιλήσουμε τότε... Αλήθεια. Μη με κοιτάζεις έτσι, θα σου πω. Απλά όχι εδώ.»
***
Ξεκαβάλησε λίγο άγαρμπα τη μηχανή παραπατώντας μερικά βήματα, ως συνήθως. Κανονικά τώρα εκείνη θα έβαζε τα γέλια και θα έκανε πως του χτυπάει παλαμάκια για να συνεχίσει τη «ζεμπεκιά». Αυτός θα παρίστανε τον θυμωμένο και θα προπορευόταν προς την καντίνα, ρίχνοντας κάτω το κράνος που του είχε δανείσει. Τίποτα τέτοιο δεν έγινε. Μεταξύ τους μια αμηχανία πιο βαριά κι από την υγρασία της προβλήτας.
Αν ήθελαν απλώς να κάνουν ένα τσιγάρο, θα μπορούσαν να έχουν μείνει στο προαύλιο του νοσοκομείου. Ήξεραν όμως πως η συζήτηση έπρεπε να γίνει στην καντίνα. Θα ήταν σαν να συμμετέχει και ο Άδης σε αυτήν. Ίσως θα έπρεπε άλλωστε να έχουν καθίσει εδώ και καιρό να τα πούνε, πριν να ξεφύγει η κατάσταση. Μα όσο πιο δεμένα είναι τα άτομα που εμπλέκονται σε μια ρήξη, τόσο πιο βολική η απόσταση που τη συνοδεύει. Χρόνια τώρα κολυμπούσαν και αντιδρούσαν μέσα στο ίδιο δοχείο· και χρόνια τώρα περίμεναν μια έκρηξη που θα τους διαμέλιζε και θα τους σκόρπιζε τον έναν μίλια μακριά από τον άλλον. Τον Χρήστο στην Αμαλιάδα, να αναλαμβάνει τα χωράφια του πατέρα του, την Κατερίνα σε ακριτική αποστολή διεκδίκησης μιας θέσης στο δημόσιο και τον Άδη εκεί, στην καντίνα, να πίνει αργά-αργά ένα υπερτιμημένο κουτάκι μπύρα, αποκόπτοντας από το οπτικό του πεδίο με τον αντίχειρα τη γέφυρα, παρακολουθώντας τα μοναχικά φεριμπότ να πηγαίνουν προς το Αντίρριο και να επιστρέφουν, κρυφακούγοντας τις συζητήσεις των νταλικέρηδων μέχρι να ξημερώσει.
Βολεύτηκαν σε έναν απόμερο πάγκο πικνίκ κοντά σε σόμπα. Άνεμος δεν υπήρχε να δυσκολεύει την κατάσταση, όμως η παγωμένη υγρασία σε γράπωνε απ’ τον λαιμό. Η Κατερίνα αγκάλιασε σχεδόν το ζεστό μανιτάρι. Ποιος να της το ‘λεγε πως οι τελευταίες ώρες του χρόνου θα την έβρισκαν εκεί. Τσίμπησαν κάτι σουβλάκια, ανόρεχτα. Σαν να τους συνέφερε όμως η ζεστασιά στην κοιλιά τους.
«Λοιπόν...»
«Λοιπόν, αυτό:»
Από το εσωτερικό του τζάκετ του έβγαλε έναν σκισμένο φάκελο, τον ακούμπησε πάνω στο τραπέζι και τον ασφάλισε με το μπρελόκ της Κατερίνας, μην τυχόν χαθεί από καμιά ξαφνική ριπή και πρέπει τότε να εξηγήσει εκείνος με λόγια δικά του· μην τυχόν δεν τον πιστέψει.
«Τι είναι αυτό;»
«Αυτό θα το διαβάσεις προσεκτικά. Απορίες να σου λύσω δεν θα μπορώ, γιατί μάλλον θα έχουμε τις ίδιες. Πάρε τον χρόνο σου.»
Πήρε προσεκτικά τον φάκελο. Ήταν πράγματι μια επιστολή, από τον Άδη προς τον Χρήστο. Αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα στα στοιχεία αποστολής. Φαντάστηκε πώς θα είχε καγχάσει ο παραλήπτης όταν θα τον είχε πάρει στα χέρια του, πώς θα είχε απηυδήσει για ακόμα μια φορά με τους θεατρινισμούς του κάποτε κολλητού του. Άκου γραπτή επιστολή... Αμέσως μετά συνειδητοποίησε πόσο σοβαρό θα πρέπει να ήταν το περιεχόμενο, για να μην εκμεταλλευτεί ο Χρήστος την ευκαιρία για κράξιμο. Έβγαλε τα χαρτιά από τον φάκελο, τα ξεδίπλωσε προσεκτικά. Από πότε είχε να δει αυτές τις αράδες-χαράδρες που κατέτρωγαν με τις αποστάσεις τους αχρείαστα πολλές σελίδες. Ίσως από τα φοιτητικά τους χρόνια. «Α, ρε Άδη...». Στριμώχτηκε ακόμα πιο κοντά στη σόμπα.
Πάτρα, 01/11/....
Χρηστάκο,
Καλή χρονιά μικρέ.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου