Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025
Μια πρωτοχρονιάτικη αυτοκτονία (Συλλογικό)
Η κατάρα της Πάρνηθας. (Αχιλλέας Σωτηρέλλος)
Οι κανόνες είναι απλοί, δύο χέρια, δύο φύλλα. Ο παίκτης διαλέγει τα δικά του ή του κρουπιέρη. Όποιος συνδυασμός βρίσκεται πλησιέστερα στο εννιά κερδίζει, τα δεκάρια και οι φιγούρες έχουν μηδενική αξία. Αν σου πέσουν στα χέρια έχεις το δικαίωμα να ζητήσεις ένα επιπλέον φύλλο.
Η κόλαση από τον παράδεισο βρίσκονται δίπλα-δίπλα, μόνο που η πόρτα της πρώτης είναι θεόρατη, και όλοι οι δρόμοι που οδηγούν σε αυτή είναι φωταγωγημένοι. Η άλλη είναι ακριβοθώρητη, ακόμα και αν την φτάσεις θέλει τον κατάλληλο συνδυασμό. Κάποιοι τον αποδίδουν στην τύχη, άλλοι στη στρατηγική, όμως η αλήθεια είναι πως τίποτα από τα δύο δεν ισχύει…
Για τον τζογαδόρο η πόρτα της κολάσεως είναι μονόδρομος, δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο παρά μόνο να την διαβαίνει ξανά και ξανά. Ακόμα και αν κερδίζει, κερδίζει χάνοντας. Ακόμα και όταν χάνει προσδοκά μόνο την έξοδο για να επιστρέψει ξανά, να μαγευτεί από τα φώτα της χαμένης λεωφόρου, και την θέα της τεράστιας, επιβλητικής, πύλης.
Στα πόδια της Πάρνηθας ο κόσμος γιορτάζει, περιμένει τα πυροτεχνήματα να ξεχυθούν στον ουρανό σαν τον αφρό της σαμπάνιας. Στο περίκλειστο, μαυσωλείο του Ναού ωστόσο κάθε μέρα είναι η ίδια με την προηγούμενη.
Στα χέρια του άσσος και βαλές. Ζητάει ένα φύλλο ακόμα. Γνωρίζει πως είναι η τελευταία του ευκαιρία. Έχει χάσει σπίτι, δουλειά, γυναίκα και το αντίτιμο για το ταξί. Αν κερδίσει έχει μια ευκαιρία ακόμα να επιστρέψει, αν χάσει υπάρχει μόνο η χαράδρα.
Ανοίγει το φύλλο με τη ψυχραιμία του ανθρώπου που έχει πάρει τις αποφάσεις του. Το επόμενο πρωί ανάμεσα στα γιορτινά ευχολόγια και τους περιπαικτικούς Καζαμίες οι εφημερίδες θα του αφιερώσουν ένα μονόστηλο.
Άνδρας αγνώστων λοιπών στοιχείων αυτοκτόνησε πέφτοντας στο κενό από το καζίνο της Πάρνηθας…
Πτώμα στη σουίτα της 'Μεγάλης Βρεττανίας' (Γιώργος Νεκτάριος Παναγιωτίδης)
Ο Όμηρος Ίτσος διάβηκε την περιστρεφόμενη πόρτα και μπήκε με απροσμέτρητη φούρια στο ξενοδοχείο “Μεγάλη Βρεττανία”, ώσπου, προσπερνώντας τους απορημένους γκρουμ, έφτασε στην Υποδοχή.
-Πού είναι; Πείτε μου, πού την έχετε;
-Ποια, κύριέ μου; Τι θέλετε, παρακαλώ;
Ο κύριος επί της υποδοχής ήταν ένας βαλές που θα έκανε πολύ καλά για μπάτλερ πλήρους απασχόλησης στα δυτικά πλουσιόσπιτα του Μεσοπολέμου. Τον κοιτούσε αψ’ υψηλού μέσα από τα γυαλιά του, σα να βλέπει μέσα από μονόκλ.
-Ξέρετε πολύ καλά για τι μιλάω! έκανε και του έτεινε το δείκτη σε ένδειξη κατακραυγής. Η φίλη μου, Ορτένια Μασάτη… βρέθηκε νεκρή στη σουίτα σας εδώ στο ξενοδοχείο, κινούσε πάνω-κάτω το προτεταμένο δάχτυλο. Πού είναι;
-Ήρθε η αστυνομία και την παρέλαβε, κύριέ μου. Η σορός της βρίσκεται στο τραπέζι του ιατροδικαστή.
Η σκέψη της πεθαμένης έφερε τον Όμηρο σε έξαψη. Αναψοκοκκίνισε.
-Τι της κάνατε; Τι της κάνατε;! Ήταν μόνη, ευάλωτη. Ήμουν ο μόνος… ο μόνος φίλος που της είχε μείνει.
Ο βαλές είχε έρθει σε απόγνωση. Το κάτω χείλος του έτρεμε ανεξέλεγκτα. Ρήγμα στο αδιέξοδο αποτέλεσε κάτι αιφνίδιο: το βιβλίο που κρατούσε ο Όμηρος υπό μάλης: “Διαδοχικές αναγνώσεις υπερρεαλιστών ποιητών” του Αλέξανδρου Αργυρίου.
Έκανε να γελάσει και το πρόσωπό του παραμορφώθηκε σε μια γκριμάτσα γκροτέσκα, απωθητική.
-Μα… δε μου λέτε; Ποιος πεθαίνει έτσι; Μήπως η φίλη σας ήταν σουρεα…
Ο Όμηρος βρήκε την ευκαιρία αυτής της κακόβουλης ειρωνείας και πήρε ν'ανεβαίνει τα σκαλιά. Τελικά, έφτασε μπροστά στο δωμάτιο. Παραβίασε την πόρτα με μεγαλύτερη ευκολία απ’ όσο νόμιζε.
Άνοιξε την πόρτα και νόμισε πως θα χάσει το μυαλό του. Παντού υπήρχαν ρολόγια. Ρολόγια όλων των ειδών και μεγεθών, από απλά ξυπνητήρια μέχρι ένα παλιοκαιρίσιο επιδαπέδιο εκκρεμές.
Ο Όμηρος Ίτσος έβαλε τα χέρια στ’ αυτιά του. Ήταν σα να άκουγε, μέσα στη φοβερή ησυχία του δωματίου, μια μουσική, μια μελωδία εκκωφαντική.
Ένας γκρουμ τον πρόλαβε στο κλιμακοστάσιο και εκείνος τον έπιασε από το γιακά και του κραύγασε: “τι γιορτάζουμε την Πρωτοχρονιά; Τι γιορτάζουμε”;!
Εκείνος έμεινε να τον κοιτάζει περίτρομος. Ο Όμηρος τον κοίταξε για μερικά δεύτερα ατενώς, με τα μάτια στηλωμένα στα μάτια του, με τρομακτική οργή. Τελικά, τον άφησε και ο άλλος κατέρρευσε και βρέθηκε πεσμένος μπρούμυτα σε ένα παχύ χαλί.
Ο Όμηρος Ίτσος έτρεχε με ρυθμούς φρενήρεις σα να του είχαν γίνει πολλές ενέσεις αδρεναλίνης. Σα νά' τρεχε για τη ζωή του.
Όταν έφτασε στο ισόγειο, ο βαλές έκλεινε το τηλέφωνο. Δεν προσπάθησε να τον σταματήσει. Τον κοίταξε με ένα βλέμμα απορίας και είπε κάτι που ακούστηκε σαν “καλέστε το περι...”-ο νους του πήγε στο προφανές: είχαν καλέσει περιπολικό να τον συλλάβει.
Ο Όμηρος έφτασε, μετά από μερικά λεπτά αγωνιώδους οδήγησης, σπίτι του.
Όταν μπήκε στην αυλή της μονοκατοικίας, έβαλε τα χέρια στο πρόσωπό του εκατέρωθεν, σαν σε ένδειξη κραυγής.
Δεν κραύγασε. Κατευθύνθηκε προς το ταχυδρομικό κουτί και αγκάλιασε το περιτυλιγμένο περιεχόμενο. Το έφερε σπίτι αγκομαχώντας και το άφησε στο μεγάλο τραπέζι.
Μετά από μια στιγμή περισυλλογής, λυσσαλέα, έσκισε το χαρτί και αποκάλυψε το από κάτω και μέσα: ήταν μια υδρόγειος σφαίρα γεωγραφική!
Όχι, όχι, δεν ήταν δυνατόν. Περιέσφιξε τούφες από τα μαλλιά του. Ήταν πορφυρές, όπως την περίοδο της πρώτης νεότητάς του.
Τότε, το είδε: η υδρόγειος είχε κάτι παράξενο που είχε εντοπίσει με το βλέμμα του, ακόμα ανεπίγνωστα. Την έστρεψε 45 μοίρες και τότε το είδε. Ήταν ένα κόψιμο. Μια χαρακιά που ξεκινούσε από τη μία άκρη του Ισημερινού και που συνεχιζόταν κατά μήκος της διαμέτρου.
Ο Όμηρος Ίτσος έφερε τώρα τα χέρια του στο μέτωπό του. Το μυαλό του πήγε σε ένα στίχο: “με την αιτία του κακού σημαδεμένη...” Λυγμοί που παράδοξα τον λύτρωναν άρχιζαν να συγκλονίζουν το κορμί του. Ψέλλισε κάτι που έγινε μόλις ακουστό: “περιστροφή...”
ΥΓ. Η κύρια ιδέα του διηγήματος προέρχεται από τις συνεντεύξεις του αγαπημένου ποιητή Μίλτου Σαχτούρη: μια φίλη του, όπως διηγιόταν ειρωνικά, πέθανε με πολύ “σουρεαλιστικό” τρόπο. Έκλεισε τη σουΐτα της Μεγάλης Βρετανίας και κατόπιν αυτοκτόνησε. (Αυτό είναι αντικείμενο και του ποιήματός του με τίτλο: “Η αυτόχειρ”).
Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΩΝ (Ζαχαριας Στούφης)
Είχε μαζέψει όλα τα απαραίτητα σύνεργα για να κάνει το τελειωτικό χτύπημα στον εαυτό του. Το μόνο που χρειαζόταν πια, ήταν η άψογη οργάνωση, αφού στο σημείο που σκόπευε να βάλει τέλος στην ζωή του βρισκόταν υπό εικοσιτετράωρη και αυστηρή περιφρούρηση.
Για τον Ιάσωνα ήταν πλέον οριστικό, δεν μπορούσε να πάρει άλλη αναβολή. Η πρωτοχρονιά του 2026 ήταν η μέρα που θα έβαζε τέλος στην ζωή του, όμως, στις αρχές του Δεκεμβρίου του 2025 συνέβη κάτι αναπάντεχα περίεργο για τον ίδιο. Το έλατο που έφερε ο δήμος αθηναίων για να στολίσει χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πλατεία συντάγματος, ήταν από το χωριό του, το Χρυσοβίτσι Αρκαδίας. Το γεγονός αυτό, στάθηκε αφορμή για δύο πράγματα: Το πρώτο ήταν να αλλάξει τον τόπο της αυτοκτονίας του και εκεί που σκεπτόταν να το κάνει μπροστά στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, να μεταφερθεί στην κάτω πλατεία και να αυτοχειριασθεί τελικά, δίπλα στο στολισμένο για τα Χριστούγεννα έλατο. Το δεύτερο είναι ότι θυμήθηκε το χωριό του και την παιδική του ηλικία που σκαρφάλωνε στα έλατα και πολλές φορές έφτανε μέχρι την κορυφή. «Άραγε να είναι ένα από τα έλατα των παιδικών μου χρόνων;» σκέφτηκε για μία στιγμή…
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το 2008 όταν ένας μπάτσος σκότωσε τον μαθητή Αλέξη Γρηγορόπουλο στα Εξάρχεια, ακολούθησαν μεγάλες ταραχές στην Αθήνα από την εξέγερση της νεολαίας, και μαζί, το κάψιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου την πλατεία συντάγματος. Ο Ιάσωνας τότε ήταν μαθητής της τρίτης γυμνασίου και ζούσε ακόμα στο χωριό του, μα η ψυχή του ήταν στα Εξάρχεια, κοντά στους επαναστατημένους συνομηλίκους του. Τα χρόνια πέρασαν και σαν επιμελής μαθητής που ήταν, πέρασε κι αυτός στο πολυτεχνείο, όμως από τότε του είχε καρφωθεί στο μυαλό, να καταφέρει κάποια Χριστούγεννα να κάψει κι αυτός το στολισμένο δέντρο της πλατείας. Η αλήθεια είναι ότι κάποιες φορές το αποπειράθηκε, όμως στάθηκε αδύνατον να το πραγματοποιήσει, αφού από τα δεκεμβριανά του 2008 και μετά, το χριστουγεννιάτικο δέντρο της πλατείας συντάγματος το περιφρουρούσαν αδιάκοπα και διακριτικά τέσσερις μπάτσοι ασφαλίτες.
Φέτος τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Η ζωή του Ιάσωνα δεν είχε κανέναν λόγο ύπαρξης. Το τέλμα τον είχε κυριεύσει από παντού. Τους τελευταίους έξι μήνες έγραφε και διόρθωνε την αποχαιρετιστήρια επιστολή του. Είχε φτιάξει μια δημόσια απολογία που έμοιαζε με εξομολόγηση και ταυτόχρονα το μανιφέστο από τον άνθρωπο – κράτος, που κήρυττε τον πόλεμο στον κόσμο ολόκληρο.
Γέμισε έξι μπουκάλια από αναψυκτικά του ενάμισι λίτρου με βενζίνη, τα τοποθέτησε προσεκτικά μέσα στο σακβουαγιάζ της πλάτης, και κατά τις 04:30 τα χαράματα της πρώτης Ιανουαρίου του σωτήριου έτους 2026, εμφανίστηκε στην πλατεία συντάγματος. Η πρωτοχρονιάτικη φιέστα είχε τελειώσει από ώρα και πάνω στην πλατεία είχαν απομείνει καμιά δεκαριά άνθρωποι. Οι μισοί από αυτούς ήταν άστεγοι και οι άλλοι μισοί, μεθυσμένοι τουρίστες. Ο Ιάσωνας πλησίασε το δέντρο και αφού έκανε τους υπολογισμούς του, απομακρύνθηκε στα δέκα βήματα και έστησε ένα τρίποδο, πάνω στο οποίο στερέωσε το κινητό του τηλέφωνο. Μόνο δύο ασφαλίτες ήταν στην βάρδια και καθόντουσαν πάνω στα ηχεία που ήταν πίσω από ένα βανάκι του δήμου. Το πυροσβεστικό όχημα ήταν στην άλλη άκρη της πλατείας και οι πυροσβέστες είχαν αποκοιμηθεί. Αυτή ήταν λοιπόν η κατάλληλη στιγμή!
Αρχικά έστειλε σε εφτά εφημερίδες, μέιλ την αποχαιρετιστήρια επιστολή του, στη συνέχει κάδραρε στην οθόνη το έλατο και η ζωντανή μετάδοση στο fasebook άρχισε. Με βήματα αποφασιστικά πλησίασε το δέντρο, πήδηξε αθόρυβα την υποτυπώδη περίφραξη και όταν έφτασε στον κορμό του έβγαλε από το σακίδιο τα μπουκάλια με την βενζίνη. Στη συνέχεια έβγαλε μπουφάν και πουλόβερ και άδειασε στο σώμα του και την γύρω περιοχή το εύφλεκτο υγρό. Όταν άναψε τον αναπτήρα του ο Ιάσωνας , λαμπάδιασε μαζί με το συγχωριανό του έλατο.
Κανένας δεν πρόλαβε να αντιδράσει, ούτε οι πυροσβέστες που μέχρι να ξυπνήσουν, να κόψουν το ρεύμα και να αρχίσουν την ρίψη νερού, το χριστουγεννιάτικο δέντρο μαζί με τον νεαρό αυτόχειρα, είχαν παραδοθεί στη φωτιά. Μονάχα ο ένας ασφαλίτης που είχε δει με την άκρη του ματιού του το νεαρό να περιεργάζεται το δέντρο άρχισε να φωνάζει «Που πήγε το κωλόπαιδο… δεν θα γλυτώσει… έχει παντού κάμερες… θα τον πιάσουμε…» Μέσα στην όλη αναμπουμπούλα ένας άστεγος έτρεξε και βούτηξε το ορφανό τηλέφωνο του Ιάσωνα που βιντεοσκοπούσε τον αυτοπυρπολησμό του. Όλα πια όμως, ήταν ανεβασμένα στα σόσιαλ μίντια.
Οι πρώτες δημοσιογραφικές εκτιμήσεις έκαναν λόγο για βραχυκύκλωμα στα λαμπάκια του δέντρου που προκάλεσαν την πυρκαγιά. Μονάχα στις εννιά το πρωί κατάλαβαν τι ακριβώς είχε συμβεί. Όταν το συνεργείο του δήμου μάζευε τα αποκαΐδια η δημοτική υπάλληλος Μαρία Κ. εντόπισε το απανθρακωμένο σώμα του Ιάσωνα και το ανακοίνωσε με μια κραυγή που πάγωσε ολόκληρη την πλατεία. Λίγα λεπτά μετά, το βίντεο με την ζωντανή μετάδοση και η αποχαιρετιστήρια επιστολή- μανιφέστο, είχαν κατακλείσει το ιντερνέτ.
Ο Τζον Τάραμας έχει Ρέντα (Χρήστος Χατζηκωνσταντίνου)
Κοιταξα το ρολόι. Έξι και μιση. Είχα λιγότερο από μια ώρα που κοιμήθηκα αφού το είχαμε ξενυχτήσει με 2 φίλους για να “υποδεχτούμε” τον καινούργιο χρόνο. Κοινως να πίνουμε από το μεσημέρι της παραμονής για να ξεχάσουμε ότι η ζωή μετά τα 30 είναι μια σιωπηλή πορεία προς το θάνατο. Η τακτική μας δούλευε αφού μετά το πολύωρο πιώμα οριακά δεν θυμόμουν που έμενα, κάτι που δεν εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από τον ταξιτζή που με πήγε σπίτι.
Ωστόσο ο λόγος που ξύπνησα μέσα στη νύχτα δεν ήταν οι υπαρξιακές μου αναζητήσεις αλλά το σταθερό τηλέφωνο που χτυπούσε ασταμάτητα. Άφηνα επίτηδες το κινητό μου στο αθόρυβο, έτσι ώστε να με ενοχλήσουν μόνο σε περίπτωση που κάτι ήταν όντως επείγον. Την τελευταία 5ετία που ασκούσα το επάγγελμα του ιδιωτικού ερευνητή, είχα καταλάβει ότι η αίσθηση του επείγοντος είχε τεράστιες διακυμάνσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.
Μετά το 10ο ντριν, αποφάσισα πως όποιος κι αν ήταν δεν είχε σκοπό να με αφήσει να κοιμηθώ οπότε σηκώθηκα από το κρεβάτι κι αγουροξυπνημένος απάντησα στο τηλέφωνο
“Καλημέρα Άγγελε, με θυμάσαι? Με συγχωρείς για την ώρα.”
“Αν απαντούσα ναι θα έλεγα ψέματα, κάτι που δεν το συνηθίζω.”
“Είμαι ο Κώστας ο Ιωάννου, ήμασταν συμμαθητές στο Λύκειο”
Κάτι τέτοιες στιγμές σιχτίριζα την ώρα και τη στιγμή που μου φάνηκε καλή ιδέα να βάλω στην επαγγελματική μου κάρτα τη φράση “Στη διάθεση σας όποτε θέλετε, για όσο με θέλετε”. Αλλά οι δουλειές τελευταία δε φύτρωναν και στα δέντρα, οπότε αντί να κλείσω το τηλέφωνο αποφάσισα να αναμετρηθω με αυτή τη φωνή από το παρελθόν.
“Καλημέρα Κώστα, σε θυμάμαι ναι, τι συνέβη?”
“Σε παίρνω για την κόρη μου, είχαμε ρεβεγιόν χθες στο σπίτι και την πιάσαν κάποιοι πόνοι λόγω της εγκυμοσύνης της, την πήγαμε άμεσα στο νοσοκομείο όπου απέβαλε πριν κάποια ώρα. Μπορείς να έρθεις από εδώ; Χρειάζομαι επαγγελματική βοήθεια, θα πληρωθείς καλα.”
Ο Κώστας προερχόταν από παλιά πλούσια οικογένεια της πόλης αλλά για κάποιο λόγο ερχόταν στο δημόσιο σχολείο της γειτονιάς. Στα 17 άφησε έγκυο μια συμμαθήτρια μας. Εκείνα τα χρόνια, η έκτρωση δεν ήταν μια αποδεκτή επιλογή οπότε παντρεύτηκαν και μετακόμισαν σε μια βίλα στο Πανόραμα που τους πήρε σαν γαμήλιο δώρο ο μπαμπάς του Κώστα. Όχι κι άσχημα. Εγώ σε αντίστοιχη ηλικία πήρα δώρο ένα μεταχειρισμένο μηχανάκι γιατι οι γονείς μου αποφάσισαν να βάλουν ντελίβερι στο σουβλατζίδικο που είχαν και δεν μπορούσαν να προσλάβουν κάποιον υπάλληλο.
Όταν έφτασα στο νοσοκομείο είδα τον Κώστα να με περιμένει στην είσοδο. Αφού ξεμπερδέψαμε με τις χαιρετούρες και τα “Καλή χρονιά”, που έμοιαζαν παράταιρα σε μια Ευρώπη που ίσως να είχε ήδη περάσει “το τελευταίο ειρηνικό της καλοκαίρι” και φαινόταν να βαδίζει με μαθηματική ακρίβεια σε έναν παγκόσμιο πόλεμο κι ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα, πέρασε στο ψητό.
Η κόρη του η Αντιγόνη ήταν 17 χρονών, κάτι μου θύμιζε αυτό, κι ήταν έγκυος στον 5ο μήνα. Το τελευταίο υπερηχογράφημα έδειξε κάποιες σοβαρές γενετικές δυσπλασίες στο έμβρυο. Εξαιτίας αυτού, η Αντιγόνη ηθελε να κάνει έκτρωση αλλά αυτός διαφωνούσε, αφού θεωρούσε την έκτρωση δολοφονία. Τον κοίταξα για λίγο σκεπτόμενος ότι η δική του γνώμη μικρή σημασία είχε αλλά δεν είπα τίποτα. Το προηγούμενο βράδυ η κόρη του άρχισε να έχει κάποιους πόνους και πήγαν εσπευσμένα στο εφημερεύον νοσοκομείο όπου κι απέβαλε.
Αδυνατούσα να καταλάβω που χρειαζόταν ένας ιδιωτικός ερευνητής σε αυτή την υπόθεση αλλά απ’ όσο κατάλαβα το λογύδριο του δεν είχε τελειώσει. Αφού μου τόνισε ότι χθες στο ρεβεγιον η Αντιγόνη είχε πιει μερικά ποτήρια κρασί, είπε ότι είχε κάτι να μου δείξει. Εκείνη την ώρα μας πλησίασε ο πατέρας του. Ο κύριος Ιωάννου παρόλο που είχε πλέον γκρίζο μαλλί φαινόταν εξίσου μαλάκας όσο όταν ήμασταν στο σχολείο. Αφού χαιρετηθήκαμε, ο Κώστας έβγαλε από την τσέπη του μια φωτογραφία με το έμβρυο.
-Γεννήθηκε με τον ομφάλιο λώρο γύρω από τον λαιμό του μπλεγμένο. Η περιτύλιξη ήταν τόσο ισχυρή που διακόπηκε η ροή του αίματος και του οξυγόνου και πέθανε από ασφυξία.
-Λυπάμαι Κώστα αλλά συνεχίζω να μην καταλαβαίνω πως εμπλέκομαι εγώ σε αυτή την υπόθεση.
Εκεί επενέβη ο πατέρας του.
-Η Αντιγόνη έχει μπλέξει με κακές παρέες. Της έχουν φουσκώσει το μυαλό με κάτι παλαβομάρες περί αυτοδιάθεσης και πιστεύει πως μπορεί να κάνει ότι θέλει. Όταν ο Κώστας της είπε χθες ότι δεν της επιτρέπει να κάνει έκτρωση ταράχτηκε πολύ κι ήπιε μισό ποτήρι κρασί. Πιστεύουμε ότι αυτό, σε συνδυασμό με κάποια τελετή που έκανε με τις μπαχαλοσατανίστριες φίλες της προκάλεσε την έκτρωση αλλά και την ασφυξία του μωρού με τον ομφάλιο λώρο.
Κρατήθηκα για να μην γελάσω με τις παπαριές που άκουγα. Δεν με έπαιρνε να χάσω τη δουλειά, είχα πολύ ανάγκη τα λεφτά αυτή την περίοδο. Έβγαλα τον καπνό μου για να στρίψω ένα τσιγάρο. Ανυπομονούσα γι’ αυτή την πρωινή τζούρα νικοτίνης. Έστω κι αν, δεδομένου ότι κοιμήθηκα μετά τις 5, θα είχε χάσει λίγο από το πρωινό της μπρίο. Ενώ ήμουν στη μέση της διαδικασίας έπιασα κάποια αποδοκιμαστικά βλέμματα από τον κύριο Ιωάννου. Γρήγορα ακολούθησε κι η αποψάρα του. Εξάλλου το τσιγάρο ήταν από τις κακές συνήθειες που άγνωστος κόσμος αισθανόταν ότι ήταν πολύ σημαντικό να σου πει να τις σταματήσεις.
-Πρέπει να το κόψεις Άγγελε, δεν είσαι κανα παιδαρέλι πια. Αφού ξέρεις πόσο κακό είναι για τον οργανισμό σου.
Κινήθηκα προς το μέρος του, κάπως απειλητικά αν έκρινα από το ότι πισωπάτησε κανα δυο βήματα. Σκέφτηκα να τον αρπάξω απ’ το λαιμό αλλά ήταν κι η δουλειά στη μέση. Και χρειαζόμουν τα λεφτά. Οπότε κόλλησα απλά το προσωπό μου στο δικό του.
-Όταν καταφέρεις να μου προσφέρεις αυτή την ένεση ντοπαμίνης που μου δίνει το πρωινό τσιγάρο, μπορεί και να ακούσω την άποψη σου.
Ετοιμάστηκε κάτι να πει, ότι θα δώσουν αλλού τη δουλειά ίσως, αλλά δύσκολα θα βρίσκαν άλλον μαλάκα που θα είχε τη διάθεση να ασχοληθεί πρωτοχρονιάτικα με αυτή τη μαλακία που βάφτισαν υπόθεση ιδιωτικού ερευνητή. Κάπου εκεί παρενέβη ο Κώστας.
-Άγγελε, θέλουμε να ερευνήσεις την υπόθεση και να βρεις τι προκάλεσε την εμβρυοκτονία. Απόψε, ή εν πάσει περιπτώσει το συντομότερο δυνατό, θέλω αποδείξεις κι ονόματα.
Κοίταξα το κινητό μου. Είχα μόλις λάβει ένα μήνυμα. ‘Που σαι ψηλέ μου. Οργανώνουμε αργοπορημένο πρωτοχρονιάτικο ποκεράκι σήμερα στο στέκι. Είσαι? Το buy in είναι ένα πεντακοσάρικο.’
Κοίταξα τον Κώστα.
-Χρειάζομαι 500 ευρώ για την αμοιβή μου και τυχόν τρέχοντα έξοδα. Κι οπωσδήποτε τη φωτογραφία με το έμβρυο.
Κάτι μουρμούρισαν ότι είναι πολλά αλλά χαλάλι αφού είναι γιορτινές μέρες. Μου έδωσαν το ρευστό και τη φωτογραφία. Έκανα ότι τη μελετάω για κάποια ώρα. Αφού τελείωσα την εξονυχιστική μου έρευνα, τους κοίταξα με το επαγγελματικό μου ύφος.
-Αν κοιτάξετε τη φωτογραφία, θα δείτε ότι τα χέρια του εμβρύου πιάνουν τον ομφάλιο λώρο. Επιπλέον, οι αρθρώσεις των δακτύλων φαίνεται να εφαρμόζουν δύναμη. Το έμβρυο φαίνεται να κρατάει τον ομφάλιο λώρο γύρω απ’ το λαιμό του. Πιστεύω ότι έχουμε μια ξεκάθαρη περίπτωση αυτοκτονίας.
Αγνοώντας το έκπληκτο ύφος τους, που ευτυχώς τους απέτρεψε απ’ το να μου πρήξουν κι άλλο τα συκώτια, πέταξα τη φωτογραφία προς το μέρος τους κι απομακρύνθηκα με τα πόδια ενώ ο ήλιος ανέτειλε μπροστά μου, έχοντας μόνο ένα πράγμα στο μυαλό μου: Κουφάλες κρύψτε τα πορτοφόλια σας. Ο John Taramas της Τούμπας έχει ρέντα.
Σε αναχρονισμό και μετατόπιση (Βάσω Τζιβανάκη)
Κάθεσαι απέναντι.
Τα μάτια σου μικρά γυαλένια βουτηγμένα στην οργή και στην εξάντληση.
Φοράς εκείνο το φτηνό στολίδι
το ίδιο τόσα χρόνια
μάλλον δεν βγαίνει πια απ' το δάχτυλό σου,
και μιλάς, μιλάς
για έναν κόσμο άλλο, με μία θέση και για μας,
σαν χρέος.
Θες το μπισκότο μου
-η ζάχαρη είναι πρόβλη-μα και λύτρωση-
όμως αντί για αυτό, καπνίζεις
και σε πορεία αντίστροφη εισβάλλω στα ρουθούνια σου με τον καπνό
και φτάνω στον εγκέφαλο.
Εδώ πια ο ιδεασμός σου αποκαλύπτεται
κι η μουσική που διάλεξες να ντύσεις τις κουβέντες σου,
-αυτή που παίζει μόνιμο repeat
χωρίς να την ακούμε παραέξω-
είναι από μια πρωτοχρονιάτικη βραδιά στη συμπρωτεύουσα,
όπως τη φέρνει το πλαϊνό στενό του μαγαζιού,
(νομίζω στη Φωτάκου)
κάθε που ανοίγει η πόρτα.
Στην προσομοίωση χαρτών είδα τη βέσπα μου παρκαρισμένη εκεί
σε αναχρονισμό και μετατόπιση
που ξέμεινε χαράματα
και θα 'ρθω να την πάρω,
όταν το άλλο βράδυ φύγεις από το σπίτι μου.
Ακούγοντάς σε ακόμα ν' αγορεύεις,
βγαίνω απ' τα δόντια σου τα ολόισια ν'αναπνεύσω.
Έχω στο στήθος μου και στα μαλλιά μου πέταλα.
Μυρίζεις ουίσκι.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου