Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026
Η μπαλάντα ενός ρουφιάνου (Αχιλλέας Σωτηρέλλος)
Κάθε οικογένεια έχει το μαλάκα της. Νόμος! Μπορεί να είναι από τον στενό ή ευρύτερο συγγενικό κύκλο. Μπορεί να είναι κακοποιητικός, τοξικός, χειριστικός, διαταραγμένος. Τι γίνεται ωστόσο όταν είναι όλα αυτά μαζί, και ακόμα χειρότερα φέρεις την παραπανίσια ατυχία να έχει βγει από την ίδια μήτρα με σένα; Τότε τα πράγματα ζορίζουν πολύ μάγκα μου.
Γιατί τέτοιοι άνθρωποι δεν επηρεάζουν μόνο την καθημερινότητα σου, την κοσμοθεωρία σου, την προσωπικότητα σου αλλά εισβάλλουν σαν καρκινικό κύτταρο σε κάθε πτυχή της ζωής σου. Και αργότερα, όταν ο χρόνος αρχίσει να αποσυνθέτει τον σκληρό πυρήνα της αγίας ελληνικής οικογένειας, όταν τα περιουσιακά τεμάχια που ο αρχιερέας γονέας δεν έχει διαχωρίσει τυφλωμένος εσκεμμένα από το δόγμα της «σύμπνοιας» βγουν στην επιφάνεια, είναι τότε που θα μηχανευτούν κάθε τρόπο προκειμένου να συνθλίψουν τους γύρω τους. Είναι τότε που η ευνουχισμένη εξουσιομανία τους θα αναδυθεί σαν βάλσαμο σε μια ζωή γεμάτη αποτυχίες, ματαιώσεις και συμπλέγματα που προκάλεσε η ίδια η μικρότητα τους.
Θυμάμαι σαν τώρα τον πατέρα μου στο νεκροκρέβατο να εκπνέει με την ευχή και το γαμώτο να κρατήσει τους σπόρους του αγαπημένους, μα ακόμα και αυτός ο έρμος (πλην ουχί και έρημος ευθυνών) τον είχε πάρει πρέφα, άρρωστο τον ανέβαζε σάπιο τον κατέβαζε, μια ανεπάγγελτη χαίνουσα πληγή μηδενικής ενσυναίσθησης που προκαλούσε πάντα προβλήματα και εκνευρισμό. Μέχρι και στην κηδεία του τον έβλεπε με τα σφαλισμένα άψυχα μάτια του να προσπαθεί να κάνει τον τροχονόμο, κρατώντας παράμερα τη χαροκαμένη μάνα μας για να αποφασίζει ποιος θα την συλλυπηθεί και ποιος όχι.
Και όταν ανοίξαν τα χαρτιά, τα ντοκουμέντα, τα συμβόλαια, οι εκκρεμότητες, ζαλισμένος από την παρεμβατική μέθη του έβαζε λόγια σε συμβολαιογράφους, δικηγόρους, πληρεξούσιους και λογιστές. Γαντζωμένος από ένα ανύπαρκτο μεγαλείο, απελπιστικά μόνος για να μηχανορραφήσει, απεγνωσμένος να ελέγξει όλους εκείνους που τον είχαν πάρει χαμπάρι προ πολλού απομονώνοντας τον στη γωνία.
Κάθε μπαλάντα είναι μια μουσική μικρογραφία της ύπαρξης μας. Μέσα στη θλίψη της μπορεί να έχει χρώμα και συναίσθημα, μέσα στη σκοτεινιά της φως, μέσα στην συντριβή της θρίαμβο. Κάθε άνθρωπος έχει τη μπαλάντα του. Ακόμα και εκείνοι με τα μοχθηρά μάτια, την άδεια ψυχή, τη μονίμως ανεξήγητη σε όλους εμάς τους φυσιολογικούς κακόβουλη πρόθεση τους.
Λίγους μήνες πριν το φευγιό του ο πατέρας μου φρόντισε να αποκαταστήσει τα περισσότερα κακώς κείμενα που αυτό θα προκαλούσε. Εν γνώση μου και εν αγνοία του. Αφήνοντας πίσω του όχι μια διαθήκη χρόνιων ψευδαισθήσεων αλλά την παρακαταθήκη που αδιαπραγμάτευτα υπαγορεύει η σκληρή πραγματικότητα. Κοιτώντας ίσως για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του την ωμή αλήθεια κατάματα.
Ύστερα όλα πήραν το δρόμο τους, οι υποθέσεις έκλεισαν, τα λόγια έπεσαν στο κενό.
Κάθε διάλυση μιας οικογένειας σηματοδοτεί την αποχώρηση του κοινού από μια παράσταση, ένα δημόσιο χώρο, μια τελετουργική μάζωξη.
Μονάχα εκείνοι που δεν κατάφεραν ποτέ να αποδεχτούν τον εαυτό τους και τους άλλους μένουν πίσω σιγοτραγουδώντας στα σκοτάδια τη θλιβερή μπαλάντα τους…
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου